Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2018

Φώτης Κόντογλου - Μυστρᾶς


πὸ τὸ βιβλίο «Ταξείδια» (1928)
...Θεόρατοι τοῖχοι γιομάτοι μεγάλες παραθύρες, σκουργιασμένοι, σάπιοι, σαραβαλιάζουνται μέρα μὲ τὴ μέρα. Κάθε τόσο ξεκολλᾶ ἀποπάνω τους ἕνα κομμάτι καὶ πέφτει μονοκόμματο στὴ γῆς. Τὰ κοτρώνια γυρίζουνε πάλε πίσω στὴ μάννα τους, ἀγνώριστα, σὰν τὴν πέτρα τοῦ βουνοῦ...
Στὶς μεριὲς πού᾿χε τὸ χτίριο ξύλα ἀπόμεινε ἡ τρύπα ἀδειανὴ γιατὶ σάπισε τὸ ξύλο. Πρῶτα ἔλειωσ᾿ ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὰ ὤριζε, ὕστερα τὰ ροῦχα του, ὕστερα τὰ ξύλα κι ὕστερα σκορπίσανε κ᾿ οἱ πέτρες κ᾿ ἔτσι ξεκουραστήκανε οὖλοι τους. Οἱ σκεπὲς καὶ τὰ πατώματα βουλιάξανε γλήγορα κι ἀπομείνανε μόνο οἱ τέσσεροι τοῖχοι καὶ τοῦτοι πάλε πιάσανε καὶ λειώνανε πιὸ πολὺ κατὰ τὸ μέρος τῆς νοτιᾶς. Κατὰ τὸ βοριὰ ἡ γωνιὰ ἀγαντάρει πολλὰ χρόνια ὑστερώτερα, ὡς ποὺ ἀπομένει ὁλόρθη μία κολόνα ντουβάρι, κι ἀνεμοδέρνεται, κι ὁλοένα λιγνεύει, κι ὁλοένα ξεκοκκαλιάζεται, κ᾿ ἔρχεται σ᾿ ἕναν λογαριασμὸ ποὺ ἡ φύση τό ᾿χει πλιὰ ντροπή της νὰ δώσῃ παραγγελιὰ σὲ κανένα ἀπ᾿ τ᾿ ἀντρειωμένα παλληκάρια της, γιὰ στὸν ἀγέρα, γιὰ στὸν σεισμό, γιὰ στ᾿ ἀστροπελέκι, ν᾿ ἀποτελειώσουνε ἕναν τέτοιον ἀντίμαχο. Τότες πετᾶ ἕνα κοράκι καὶ πάει κι ἀλαφροκάθεται στὴν κορφὴ κείνης τῆς κολώνας, καὶ κεῖ ποὺ κάνει νὰ τανίσῃ τὴ φτερούγα του γιὰ νὰ ψειριστῇ, μονομιᾶς ξεκλειδώνουνται οἱ πέτρες καὶ κουτρουβαλιάζουνται μ᾿ ἕναν κούφιο σαματᾶ, ποὺ λὲς πὼς χωνεύουνε μέσα στὴ γῆς...

Φώτης Κόντογλου - Παράδοση

Ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Πονεμένη Ρωμιοσύνη», τῶν ἐκδόσεων «Ἀστήρ»
Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοὶ στὴν παράδοση, ὅσοι δὲν ἀρνηθήκαμε τὸ γάλα ποὺ βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνω στὴν ψευτιά. Καταπάνω σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θέλουνε την Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρὶς μυρουδιά. Κουράγιο, ὁ καιρὸς θὰ δείξει ποιὸς ἔχει δίκιο, ἂν καὶ δὲ χρειάζεται ὁλότελα αὐτὴ ἡ ἀπόδειξη.

Φώτης Κόντογλου - Ὁδηγοὶ τοῦ κόσμου

πὸ τὸ βιβλίο «Ἀσάλευτο Θεμέλιο», σελ. 108-109, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας
Ὦ τρισανόητοι, ἐσεῖς ποὺ ἔχετε τὴν ἰδέα πὼς εἴσαστε κι ἄξιοι νὰ γίνετε ὁδηγοὶ τοῦ κόσμου! Γιὰ λίγα χρόνια μιᾶς ζωῆς, ποὺ εἶναι κι αὐτὰ γεμάτα ταραχή, ἀνησυχία, κι ἀπελπισία, γεμάτα πολέμους καὶ ἐγκλήματα, γι᾿ αὐτὲς τὶς λίγες μέρες, λοιπόν, κάνετε τόση φασαρία, γι᾿ αὐτὲς φτιάνετε τόσες θεωρίες, γι᾿ αὐτὲς πνίγετε στὸ αἷμα τὴν ἀνθρωπότητα, γι᾿ αὐτὲς τὶς λίγες στιγμὲς τὴν ἀφιονάζετε μ᾿ ἕνα πλῆθος ὄνειρα γιὰ εὐτυχία, ποὺ τὸ τέλος τους θά ᾿ναι τὸ τίποτα; Ἀληθινὰ εἴσαστε τρελοί, καὶ κακοὶ τρελοί, σατανᾶδες τῆς ἀπάτης.
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ περάσουμε τὸν θάνατο τοῦ κορμιοῦ, καὶ θὰ πάγει ὁ καθένας, ὅπου τὸν προόρισε ὁ Κύριος, κατὰ τὴν πίστη καὶ κατὰ τὰ ἔργα του. Αὐτὸν εἶναι ὁ πρῶτος θάνατος. Ποὺ εἶναι γιὰ τοὺς καλοὺς κατὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ «μετάβασις ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ θελήσανε νὰ γίνουνε ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ, κι εἴπανε πὼς δὲν ὑπάρχει, καὶ ρίξανε τοὺς ἀδελφούς τους στὸν Καιάδα τῆς ἀπελπισίας καὶ τῆς ἀπιστίας, αὐτοί, παρεκτὸς ἀπὸ τὸν πρῶτο θάνατο, θὰ περάσουνε καὶ τὸν δεύτερο θάνατο.
Ναί! Αὐτὸν τὸ δεύτερο θάνατο ποὺ εἶναι ὁ ἀληθινὸς θάνατος, θὰ τὸν δοκιμάσουν ὅσοι δὲν θὰ βρεθοῦνε γραμμένοι στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς. (Ἀποκαλ. Κ´, καὶ ΚΑ´, 8).

Φώτης Κόντογλου - Ῥωμιοσύνη καὶ Ὀρθοδοξία

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Παναγία καὶ Ὑπεραγία» των ἐκδόσεων Ἀρμός
Ἡ Ῥωμιοσύνη καὶ Ὀρθοδοξία εἶναι ἕνα πρᾶγμα. Γιὰ νὰ μὴν πάρω τοὺς πολὺ παλιούς, παίρνω δυὸ τρεῖς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀγωνισθήκανε γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδας, ποὺ ὅποτε μιλᾶνε γιὰ τὴ λευτεριά, μιλᾶνε καὶ γιὰ τὴ θρησκεία. Ὁ Ρήγας Φεραῖος λέγει: «νὰ κάνουμε τὸν ὅρκο / ἀπάνω στὸ Σταυρό». Ἕνας ἄλλος ποιητὴς γράφει: «Γιὰ τῆς πατρίδας τὴν ἐλευθερία / γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία / γι᾿ αὐτὰ τὰ δυὸ πολεμῶ, / μ᾿ αὐτὰ νὰ ζήσω ἐπιθυμῶ. / κι ἂν δὲν τὰ ἀποχτήσω / τί μ᾿ ὠφελεῖ νὰ ζήσω;»...
... Οἱ ἀγράμματοι ποιητὲς τῶν βουνῶν, μέσα στὰ τραγούδια ποὺ κάνανε, καὶ ποὺ δὲ θὰ τὰ φτάξει ποτὲ κανένας γραμματιζούμενος, μιλᾶνε κάθε τόσο γιά. τὴ Θρησκεία μας, γιὰ τὸ Χριστό, γιὰ τὴν Παναγιά, γιὰ τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους, γιὰ τοὺς ἁγίους. Πολλὲς παροιμίες καὶ ρητὰ καὶ λόγια ποὺ λέγει ὁ λαός μας, εἶναι παρμένα ἀπὸ τὰ γράμματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ῥωμιοσύνη εἶναι ζυμωμένη μὲ τὴν ὀρθοδοξία, γι᾿ αὐτὸ Χριστιανὸς κ᾿ Ἕλληνας ἤτανε τὸ ἴδιο. Ἀπὸ τότε ποὺ γινήκανε χριστιανοὶ οἱ Ἕλληνες, πήρανε στὰ χέρια τους τὴ σημαία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν κάνανε σημαία δική τους: Πίστις καὶ Πατρίς! Ποτάμια ἑλληνικὸ αἷμα χυθήκανε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τα χρόνια του Νέρωνα καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ, ἕως τὰ 1838, ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ ἐξ Ἰωαννίνων. Ποιὰ ἄλλη φυλὴ ὑπόφερε τόσα μαρτύρια γιὰ τὸ Χριστό; Αὐτὸ τὸ ἀκατάλυτο ἔθνος ποὺ ἔπρεπε νὰ πληθύνει καὶ νὰ καπλαντίσει τὸν κόσμο, ἀπόμεινε ὀλιγάνθρωπο γιατὶ ἀποδεκατίσθηκε ἐπὶ χίλια ὀχτακόσια χρόνια ἀπὸ φυλὲς χριστιανομάχες.
Ἁγιασμένη Ἑλλάδα! Εἶσαι ἁγιασμένη, γιατὶ εἶσαι βασανισμένη. Κι ἡ κάθε γιορτή σου μνημονεύει κ᾿ ἕνα μαρτύριό σου. Τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ τὰ ῾κανες δικά σου πάθη, τὰ μαρτύρια τῶν ἁγίων εἶναι τὰ δικά σου μαρτύρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου