Σάββατο 15 Ιουνίου 2019

Τα γηρατειά: Ένα μεγάλο υπαρξιακό και κοινωνικό πρόβλημα (Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης)


koinonia
Τα γηρατειά απασχολούν όλους. Τους ίδιους τους γέροντες εν πρώτοις, που βλέπουν να τους εγκαταλείπουν σιγά-σιγά οι σωματικές τους δυνάμεις, να μη μπορούν να φροντίσουν πλέον για τον εαυτό τους και να έχουν ανάγκη από τη βοήθεια άλλων, των παιδιών τους ή του ευρύτερου συγγενικού τους περιβάλλοντος. Βιώνουν συγχρόνως τα γηρατειά ως προσέγγιση προς το τέλος της επίγειας ζωής. Είναι λοιπόν ευνόητο ότι και η σωματική αδυναμία και εξασθένηση, αλλά και η συναίσθηση ότι σε λίγο πλησιάζει ο θάνατος, για όσους μάλιστα δεν πιστεύουν σε μεταθανάτια ζωή και ύπαρξη, δημιουργούν οξύτατο υπαρξιακό πρόβλημα, που προκαλεί πολλές φορές θλίψη και απογοήτευση. Το υπαρξιακό μάλιστα αυτό πρόβλημα μεγαλώνει όταν προστίθεται η κοινωνική αναλγησία και απόρριψη των γερόντων, όταν αντιλαμβάνονται ότι ακόμη και στα παιδιά τους προκαλεί προβλήματα η παρουσία τους, τα οποία αντί να φερθούν με στοργή, σεβασμό και αγάπη, να δημιουργήσουν στους γέροντες την εντύπωση ότι τους αγαπούν, ότι τώρα τους είναι περισσότερο χρήσιμοι, συνήθως δείχνουν με τη συμπεριφορά τους, πολλές φορές μάλιστα και απερίφραστα το εκφράζουν, ότι είναι βάρος και καλά θα κάνουν να τους απαλλάξουν από την παρουσία τους, μετακομίζοντας είτε σε κάποιο άλλο χώρο είτε, το συνηθέστερο, στο γηροκομείο, το οποίο καλείται, και πολλές φορές το επιτυγχάνει, να αναπληρώσει την αγάπη και στοργή των σκληρών και ασπλάχνων συγγενών. Με το μεγάλο λοιπόν αυτό υπαρξιακό και κοινωνικό πρόβλημα ασχολούμαστε στο μελέτημα αυτό παρουσιάζοντας τις παραδοσιακές ελληνικές θέσεις, που δυστυχώς αρχίζουν να εγκαταλείπονται. Τις απόψεις αυτές τις ανακοινώσαμε ως εισήγηση στο 3ο Συνέδριο Γηριατρικής και Γεροντολογίας, που οργάνωσε η Γηριατρική και Γεροντολογική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος στο Συνεδριακό Κέντρο της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης από 10-12 Φεβρουαρίου 1995 στη Θεσσαλονίκη με θέμα: «Σύγχρονα ιατροκοινωνικά προβλήματα της τρίτης ηλικίας». Η δική μας εισήγηση είχε εκεί ως τίτλο: «Η αντιμετώπιση του Γήρατος από την Εκκλησία».

1. Πατέρας τρέφειν και μη φονεύειν
       Η αρχαιολογική επικαιρότης, που έστρεψε τις ημέρες αυτές το ενδιαφέρον στην πιθανή εύρεση του τάφου του Μ. Αλεξάνδρου στην έρημο Σίβα της Αιγύπτου, ξαναζωντάνεψε το μεγάλο επίτευγμα του Μακεδόνος στρατηλάτου να μετατρέψει μία στρατιωτική κατάκτηση σε εξημερωτική και πολιτιστική εκστρατεία. Ανάμεσα δε στα πολιτιστικά αγαθά που μετέφερε ο Αλέξανδρος σε απολίτιστους και βάρβαρους λαούς, τα οποία συναποτελούν το αγαθό της ελληνικής παιδείας, ήταν και ο σεβασμός των γερόντων, η φροντίδα των τέκνων για την γηροκόμηοη των γονέων. Ο Πλούταρχος στο έργο του Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής γράφει μεταξύ άλλων: «Την δ’ Αλεξάνδρου παιδείαν αν επιβλέπης… Σογδιανούς έπεισε πατέρας τρέφειν και μη φονεύειν…. Αλλ’ Αλεξάνδρου την Ασίαν εξημερούντος Όμηρος ην ανάγνωσμα, Περσών και Σουσιανών και Γεδρωσίων παίδες τας Ευριπίδου και Σοφοκλέους τραγωδίας ήδον»1 . Σταθερό όντως και μόνιμο γνώρισμα της ελληνικής παιδείας και κατά την προχριστιανική και κατά την χριστιανική περίοδο είναι ο σεβασμός και η τιμή προς το γήρας. Υπάρχει πλούσιο υλικό στις γραμματειακές πηγές που αξιοποιήθηκε επαρκώς από ξένους μελετητάς, ενώ η σχετική ελληνική βιβλιογραφία είναι πενιχρή. Αυτό ίσως οφείλεται εις το ότι, τουλάχιστον μέχρι των τελευταίων δεκαετιών, οι γέροντες, εντεταγμένοι αρμονικά μέσα στην παραδοσιακή ελληνική οικογένεια, δεν αποτελούσαν πρόβλημα, αφού η ελληνική παιδεία και η ελληνική κοινωνία εξακολουθούσαν να μη θέτουν ως πρώτη προτεραιότητα χρησιμοθηρικούς, συμφεροντολογικούς, υλιστικούς στόχους, αλλά ανθρωπιστικούς και πνευματικούς. Τώρα όμως που κατά αναπόδραστη αναγκαιότητα, ως συνέπεια της αλόγιστης τεχνολογικής προόδου και της αποθέωσης της υλικής ανέσεως και ευημερίας, άλλαξε η νοοτροπία των ανθρώπων, και μέσα στην οικογενειακή στέγη είναι δύσκολο να συμβιώσουν όχι τρεις και τέσσερεις γενεές, αλλά ακόμη και δύο, οι γονείς με τα παιδιά, είναι ανάγκη να ξαναδούμε την παιδευτική και πολιτιστική μας παράδοση, για να μη καταντήσουμε και εμείς βάρβαροι, σαν εκείνους τους βαρβάρους στους οποίους ο Μ. Αλέξανδρος έμαθε «πατέρας τρέφειν και μη φονεύειν», αν δεν έχομε ήδη καταντήσει. Γιατί φόνος των γερόντων δεν είναι μόνον ο ενεργητικός τερματισμός της ζωής τους με χρήση φονικών οργάνων ή φαρμάκων, αλλά και η παθητική και βαθμιαία επέλευση του θανάτου από την εγκατάλειψη και την αδιαφορία, η απομόνωσή τους από συγγενικά και αγαπητά πρόσωπα και η παράδοσή τους στην επαγγελματική φροντίδα των γηροκομείων, που ονομάσθηκαν τώρα κατ’ ευφημισμόν οίκοι ευγηρίας, σπίτια γαλήνης κ.τ.λ. Η παρατήρηση αυτή δεν στρέφεται εναντίον των γηροκομείων ως φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, αφού η Εκκλησία είναι η πρώτη διδάξασα το είδος αυτό της φιλανθρωπίας. Η ύπαρξή τους όμως δικαιολογείται μόνο κάτω από τις εξής δύο προϋποθέσεις· να μην αποτελούν κερδοσκοπικές επιχειρήσεις με κριτήρια οικονομικά, αλλά τόπους ανιδιοτελούς και πρόθυμης διακονίας και φροντίδος των γερόντων από την διοίκηση και το προσωπικό. Να μη μεταβληθούν επίσης σε τουριστικούς καταυλισμούς και ξενοδοχεία, που δέχονται όχι μόνο τους πραγματικά απροστάτευτους και ακηδεμόνευτους γέροντες, αλλά όλους τους γέροντες, μέσα στην νοοτροπία ότι άλλαξαν πλέον οι καιροί και οι μεν νέοι λόγω υπεραπασχολήσεως δεν έχουν καιρό και διάθεση να ασχοληθούν μαζύ τους, οι δε γέροντες, οι οικονομικά μάλιστα καλοστεκούμενοι, δεν έχουν την ανάγκη των παιδιών τους, αλλά πληρώνουν και γηροκομούνται. Η υποχρέωση της αγάπης και της φροντίδος για τους γονείς είναι απόλυτο ηθικό αίτημα, δεν εξαρτάται από τα αν έχομε ή δεν έχομε χρόνο, και από την άλλη πλευρά δεν μπορεί κανείς να βρει και να εξαγοράσει αυτά τα αγαθά με χρήματα, όσο πλούσιος και αν είναι. Μια φτωχική, αλλά ζεστή και στοργική οικογενειακή εστία, όπου υπάρχει κοινωνία και αντιμετάδοση ανάμεσα σ’ όλες τις ηλικίες, είναι προτιμότερη από το πιο πλούσιο και άνετο γηροκομείο, όπου λείπουν η στοργή και η αγάπη, η δε κοινωνία και αντιμετάδοση περιορίζονται πληκτικά και αναποτελεσματικά μεταξύ των γερόντων. Υπάρχουν περιπτώσεις πλουσίων και υγιών γερόντων, οι οποίοι, όταν βρέθηκαν αποκομμένοι και απερριμένοι και ξεριζωμένοι από περιβάλλον του γηροκομείου, οδηγήθηκαν από κατάθλιψη στον θάνατο μέσα σε λίγους μήνες.
2. Προχριστιανική και χριστιανική γραμματεία και παράδοση
       Από την πλούσια λοιπόν πολιτιστική μας παράδοση, που είναι αδύνατο εδώ να παρουσιασθεί συνολικά, θα σταχυολογήσουμε ενδεικτικά μερικές μαρτυρίες σε διαχρονική αντιπροσώπευση, από τον Όμηρο μέχρι την εικόνα του παππού και της γιαγιάς των τελευταίων δεκαετιών. Ο Όμηρος εμφανίζει στην Οδύσσεια τον Τηλέμαχο να απορρίπτει με αγανάκτηση την πρόταση των μνηστήρων να διώξει από τα ανάκτορα την γερόντισσα τροφό του, που ήταν πιστή στη μνήμη του Οδυσσέα. Στην Ιλιάδα προβάλλεται ως η επιβλητικότερη και σεβαστότερη μορφή ο γέρων βασιλεύς της Πύλου Νέστωρ, το όνομα του οποίου μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται ως σύμβολο της σοφίας και της εμπειρίας, που έτρεχαν από το στόμα του πιο γλυκά και από το μέλι. «ου και από στόματος γλυκίων μέλιτος ρέεν αυδή». Ο Ξενοφών στα Απομνημονεύματά του αναφέρει νόμο των Αθηνών σύμφωνα με τον οποίο απαγορευόταν η άσκηση δημοσίου λειτουργήματος σε όσους δεν είχαν προηγουμένως εκπληρώσει το  χρέος  τους προς τους γέροντες γονείς τους. «Η πόλις, εάν τις γέροντας γονέας μη θεραπεύη, δίκην αυτώ επιτίθησι. και αποδοκιμάζουσα ουκ εά άρχειν»2.
        Πλούσιο σχετικό υλικό υπάρχει στα κείμενα της Αγίας Γραφής, όπου ιδιαίτερα στην Π. Διαθήκη κυριαρχούν οι βιβλικές, με τις πάλλευκες γενειάδες, μορφές των πατριαρχών και των προφητών, αλλά και στην Κ. Διαθήκη οι συμπαθέστατες μορφές του πρεσβύτου, του γέροντος Συμεών του Θεοδόχου, και της προφήτιδος Άννης, οι οποίοι αφού υποδέ­χθηκαν σε βαθιά γεράματα το Χριστό μέσα στον Ναό, γεγονός που γιορτάσαμε αυτές τις ημέρες κατά την εορτή της Υπαπαντής, ευχήθηκαν να αποθάνουν: «Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα»3. Η εικόνα αυτή του πολιού γέροντος Συμεών με το βρέφος Χριστό στην αγκαλιά του, την προφήτιδα Άννα και τους γονείς, τον Ιωσήφ και την Μαρία, παρουσιάζει εποπτικά και εξαγιάζει την συνύπαρξη και αναγκαιότητα όλων των ηλικιών, των παιδιών, των μεσηλίκων και των υπερηλίκων γερόντων.
        Ο προφήτης Μωυσής, ως γνωστόν, στον Δεκάλογο, στις δέκα εντολές, που έλαβε από το Θεό στην κορυφή του όρους Σινά, αριθμεί ως τέταρτη την εντολή να σεβόμαστε τους γονείς. «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος έση επί της γης»4. Παρόμοιες συστάσεις υπάρχουν σε όλα τα βιβλία της Π. Διαθήκης, ιδιαιτέρως στα διδακτικά. Συνιστούν στους νέους να εγείρονται από τις θέσεις τους μπροστά στους γέροντες και στους μεγαλυτέρους. «Από προσώπου πολιού εξαναστήση και τι­μήσεις πρόσωπον πρεσβυτέρου»5 . Να επιδιώκουν να ευρίσκονται όπου υπάρχουν μεγαλύτεροι, για να ακούουν σοφούς λόγους. Ένα εντυπωσιακό κείμενο της Σοφίας Σειράχ εξαρτά την ευημερία και την ευλογία στη ζωή από το σεβασμό προς τους γονείς. Η αδιαφορία και αμέλεια προς αυτούς εξευτελίζει τα παιδιά, δεν τους περιποιεί τιμή. Ακόμη και αν χάσουν οι γονείς τη λογική και τη σύνεση και ξεμωραθούν, όπως θα λέγαμε σήμερα, πρέπει να τυγχάνουν συγγνώμης και τιμής. Αυτός που τιμά τους γονείς θα τιμηθεί και ο ίδιος από τα παιδιά του. Λογίζεται ως βλάσφημος αυτός που εγκαταλείπει τον πατέρα του και ως καταραμένος από το Θεό αυτός που στενοχωρεί την μητέρα του. «Ο τιμών πατέρα εξιλάσεται αμαρτίας, και ως ο αποθησαυρίζων, ο δοξάζων μητέρα αυτού. Ο τιμών πατέρα ευφρανθήσεται υπό τέκνων, και εν ημέρα προσευχής αυτού εισακουσθήσεται. Ο δοξάζων πατέρα μακρο­ημερεύσει, και ο εισακούων Κυρίου αναπαύσει μητέρα αυτού. και ως δεσπόταις δουλεύσει εν τοις γεννήσασιν αυτόν. Εν έργω και λόγω τίμα τον πατέρα σου, ίνα επέλθη σοι ευλογία παρ’ αυτού. ευλογία γαρ πατρός στηρίζει οίκους τέκνων, κατάρα δε μητρός εκριζοί θεμέλια. Μη δοξάζου εν ατιμία πατρός σου, ου γαρ εστί σοι δόξα πατρός ατιμία. η γαρ δόξα ανθρώπου εκ τιμής πατρός αυτού, και ό­νειδος τέκνοις μήτηρ εν αδοξία. Τέκνον, αντιλαβού εν γήρα πατρός σου, και μη λύπησης αυτόν εν τη ζωή αυτού. καν απολείπη σύνεσιν, συγγνώμην έχε και μη ατιμάσης αυτόν εν πάση ισχύι σου. Ελεημοσύνη γαρ πατρός ουκ επιλησθήσεται, και αντί αμαρτιών προσανοικοδομηθήσεταί σοι. Εν ημέρα θλίψεώς σου αναμνησθήσεταί σου. ως ευδία επί παγετώ, ούτως αναλυθήσονταί σου αι αμαρτίαι. Ως βλάσφημος ο εγκαταλιπών πατέρα, και κεκατηραμένος υπό Κυρίου ο παροργίζων μητέρα αυτού»6 .
        Στην Κ. Διαθήκη ο Χριστός επάνω στο Σταυρό ανέθεσε την φροντίδα της μητέρας του, της Παναγίας, στον απόστολο και ευαγγελιστή Ιωάννη που την παρέλαβε «εις τα ίδια»7, στο σπίτι του δηλαδή, όπου έμεινε μέχρι την ένδοξη κοίμησή της. Για τον ευαγγελιστή Ιωάννη ο Ιερώνυμος παραδίδει ότι έφθασε σε τόσο βαθύ γήρας, ώστε δεν μπορούσε να μεταβαίνει στην Εκκλησία. στοργικά όμως οι μαθηταί του τον μετέφεραν επάνω στα χέρια τους, αδυνατώντας δε να εκφωνήσει κήρυγμα περιοριζόταν να λέγει μόνο «τεκνία μου αγαπάτε αλλή­λους»8. Ο Απόστολος Παύλος εγκαθιστά στις κοινότητες πρεσβυτέρους, που ήσαν βέβαια εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι, συγχρόνως όμως σεβαστά και ηλικιωμένα πρόσωπα. Γι’ αυτό και στον νεαράς ηλικίας Τιμόθεο, που εγκατέστησε επίσκοπο στην Έφεσο, συνιστά να συμπεριφέρεται με σύνεση, ώστε να μη καταφρονείται λόγω του νεαρού της ηλικίας του. «Μηδείς σου της νεότητος καταφρονείτω»9. Στον ίδιο συνιστά να μην επιτιμά τους μεγαλυτέ­ρους, αλλά να τους παρακαλεί ως πατέρας, και τις μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες να αντιμετωπίζει ως μητέρες. «Πρεσβυτέρω μη επιπλήξης, αλλά πα­ρακάλει ως πατέρα, νεωτέρους ως αδελφούς, πρεσβυτέρας ως μητέρας»10. Τα τέκνα πρέπει να σέβονται την οικογένεια και να ανταμείβουν τους προγόνους. «αμοιβάς αποδιδόναι τοις προγόνοις». Γιατί όποιος δεν φροντίζει για τους ιδικούς του αν­θρώπους και μάλιστα για τους της οικογενείας είναι αρνησίχριστος και χειρότερος και από τον άπι­στο. «ει δε τις των ιδίων και μάλιστα των οικείων ου προνοεί, την πίστιν ήρνηται και έστιν απίστου χείρων»11. Στην Αποκάλυψη είκοσι τέσσερες πρεσβύτεροι περικυκλώνουν τον Χριστό, ως εσφαγμένον αρνίον, στον ουρανό12. Μέχρι σήμερα οι πρεσβύτεροι, το πρεσβυτέριον, μετά του επισκόπου ασκούν τα της Ιερωσύνης, οι δε κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύουν να χειροτονηθεί κάποιος πρεσβύτερος, προ της ηλικίας των τριάντα ετών. Στην ιστορική της πορεία των δύο χιλιάδων περίπου ετών η Εκκλησία, ακολουθώντας το παράδειγμα του Χριστού και των Αποστόλων και ενσωματώνοντας τα υγιή στοιχεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, αντιμετώπισε το γήρας με παραδειγματικό και υπερβάλλοντα σεβασμό, για την αντιμετώπιση δε των ενδεών και ασθενών γερόντων που δεν είχαν συγγενικά πρόσωπα ανέπτυξε για πρώτη φορά στην ιστορία σε οργανωμένη μορφή τον θεσμό των γηροκομείων ανάμεσα στο πλήθος των άλλων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων, πτωχοκομείων, λεπροκομείων, ορφανοτροφείων, ξενοδοχείων, τυφλοκομείων κ.ά. Η φιλανθρωπία και η κοινωνική πρόνοια, για την οποία τόσος λόγος γίνεται σήμερα, ασκήθηκε αθόρυβα και αποτελεσματικά επί αιώνες από την Εκκλησία, όχι απλώς ως θεραπεία κάποιων κοινωνικών αναγκών και πληγών, αλλά ως ανταπόκριση στο θείο θέλημα και ως φροντίδα για τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, που αποτελεί εικόνα και ομοίωση του Θεού με απροσμέτρητη αξία, αφού ο ίδιος ο Θεός, Θεός της αγάπης και της ευσπλαχνίας, ενηνθρώπησε από αγάπη προς τους ανθρώπους, σκόρπισε αγάπη και έλεος στους ενδεείς και πάσχοντας και σταυρώθηκε στη διακονία αυτής της αγάπης. Ένα πολυάριθμο δίκτυο ενοριών και μοναστηριών απλώθηκε σ’ ολόκληρη τη βυζαντινή αυτοκρατορία και επιδόθηκε στην ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου. Το γνωστό δημιούργημα του Μ. Βασιλείου, η «Βασιλειάς», που περιελάμβανε σχεδόν όλους τους τομείς της φιλανθρωπίας, έγινε το πρότυπο για την οργάνωση της κοινωνικής πρόνοιας από την Εκκλησία.
        Προκάλεσε αίσθηση στους διεθνείς επιστημονικούς κύκλους των ιστορικών και των βυζαντινολόγων και απέσπασε κολακευτικές κριτικές η δημοσίευση το 1968 από τον Έλληνα βυζαντινολόγο καθηγητή σε αμερικανικά πανεπιστήμια, πρωτοπρεσβύτερο Δημήτριο Κωνσταντέλο, του κλασικού πλέον έργου «Βυζαντινή Φιλανθρωπία και Κοινωνική Πρόνοια», που μεταφράσθηκε και στα ελληνικά και κυκλοφορεί από του 198313. Ένα κεφάλαιο του ενδιαφέροντος αυτού βιβλίου αναφέρεται στα πολυάριθμα γηροκομεία που λειτουργούσαν σε πολλές πόλεις της αυτοκρατορίας. Στην αρχή του κεφαλαίου αυτού γράφει ο π. Κωνσταντέλος· «Οι Βυζαντινοί, ως Χριστιανοί κληρονόμοι του κλασσικού ελληνικού πολιτισμού, τιμούσαν ιδιαίτερα τα γηρατειά. Η Εκκλησία τους προσευχόταν, ώστε οι τελευταίες μέρες του ανθρώπου στη γη να είναι ανώδυνες, ανεπαίσχυντες ειρηνικές και παρακαλούσε τον Θεό να μην εγκαταλείπη τον άνθρωπο, όταν θα λιγοστεύουν και τον εγκαταλείπουν οι σωματικές του δυνάμεις. Εκτός όμως από το έργο της προσευχής η Εκκλησία συνεργάσθηκε με την βυζαντινή Πολιτεία και με πολλούς ιδιώτες για την ίδρυση πολλών γηροκομείων»14. Ο σεβασμός όμως προς τους γέροντες δεν φαίνεται μόνο από την φιλανθρωπική δραστηριότητα, όπου οι γέροντες εμφανίζονται ως ενδεείς και πάσχοντες, ως λαμβάνοντες δηλαδή μόνον και έχοντες ανάγκη. Φαίνεται περισσότερο από την υψηλή εκτίμηση της προσφοράς των Γερόντων στην πνευματική καθοδήγηση των ανθρώπων, όπου ο Γέροντας και η Γερόντισσα εμφανίζονται να δίδουν, να προσφέρουν πνευματικά αγαθά με βάση την εμπειρία και την ωριμότητά τους, ως και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, όσοι βέβαια από αυτούς προχώρησαν στην αρετή και στην αγιότητα. Στις ημέρες μας ζούμε το ευχάριστο γεγονός της ανθήσεως του Μοναχισμού, όπου ο θεσμός του Γέροντος και της Γερόντισσας έχει θεσμική αποφασιστική σημασία. Συχνά ακούμε και από κοσμικούς να χρησιμοποιούνται με πολύ σεβασμό για μοναχούς και μοναχές προσφωνήσεις Γέροντα, Γερόντισσα. Τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία έχουν κατακλυσθή από εκδόσεις ποικίλων Γεροντικών, Γεροντικό του Σινά, Γεροντικό του Αγίου Όρους, Μέγα Γεροντικό κ.ά., όπου υπάρχει καταγραμμένη σε αποφθέγματα και ελκυστικές διηγήσεις η σοφία και η πνευματική εμπειρία, μεγάλων ασκητών της ερήμου, αββάδων αλλά και ασκητριών, μητέρων, όπως φαίνεται και στα κυκλοφορούντα Μητερικά. Η υψηλή αυτή εκτίμηση προς τους Γέροντες έχει αυξηθή, γιατί στους αυχμηρούς και αντιγεροντικούς καιρούς που ζούμε ευδόκησε ο Θεός να ζήσουν και να δράσουν μεγάλες σύγχρονες μορφές Γερόντων που ανέπαυσαν πολλούς ανθρώπους με τη Χάρη και την παρουσία τους. Δανιήλ Κατουνακιώτης, Γαβριήλ Διονυσιάτης, Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, Φιλόθεος Ζερβάκος, Γέροντας Πορφύριος, Γέροντας Ιάκωβος, Παΐσιος Αγιορείτης και πολλοί άλλοι. Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο επίσης επί δύο αιώνες αναπτύ­χθηκε ο Γεροντισμός, η διοίκηση δηλαδή της Εκκλησίας από τους Γέροντες, όπως ονομάσθηκαν τιμητικά οι μητροπολίτες έξη μεγάλων ιστορικών και επισήμων θρόνων πλησιοχώρων προς την Κωνσταντινούπολη για να μετέχουν στην Ενδημούσα Σύνοδο, οι Ηρακλείας, Κυζίκου, Νικαίας, Νικομηδείας, Χαλκηδόνος και Δέρκων. Σ’ αυτούς προσετέθησαν στο τέλος του 18ου αιώνος ο Καισαρείας και ο Εφέσου15. Μέχρι σήμερα στους τίτλους των ανωτέρω μητροπολιτών προστίθεται και ο χαρακτηρισμός Γέρων Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος, Μητροπολίτης Γέρων Εφέσου κ.ο.κ. Ο σεβασμός και η τιμή προς τους Γέροντες επεκτείνεται και στο χώρο του οικογενειακού βίου, όπου άλλωστε υπάρχει και ο μεγαλύτερος αριθμός γερόντων. Η συμβολή του παππού και της γιαγιάς στην πνευματική ευστάθεια και ισορροπία της οικογενείας, στη μετάδοση ιδιαίτερα και μεταλαμπάδευση των παραδόσεων και των αξιών του ορθοδόξου πολιτισμού υπήρξε αποφασιστική. Η γραφική μορφή του παππού και της γιαγιάς, η ιλαρότητα και καλωσύνη τους, συνδυασμένα με σώφρονα και μετρημένη αυστηρότητα, έχουν αποτυπωθή στις μνήμες ημών των παλαιοτέρων, αλλά έχουν περάσει επίσης στις λαϊκές διηγήσεις, στην ποίηση και στην πεζογραφία μας. Και θα άξιζε πράγματι η Γηριατρική Εταιρεία να προκηρύξει επί σειρά πέντε ετών χρηματικά έπαθλα που θα επιδοθούν από την Ακαδημία Αθηνών για να συγγραφούν ισάριθμες μελέτες για την αντιμετώπιση του Γήρατος στην ελληνική κλασική αρχαιότητα, στο Βυζάντιο, στις λαογραφικές πηγές και παραδόσεις, στην Λογοτεχνία και στην τέχνη. Κλείνοντας αυτήν την ενότητα ταιριάζει να αναφέρουμε αυτό που διαπιστώθηκε στις ημέρες μας στη Ρωσία, όπου το μαρξιστικό αθεϊστικό καθεστώς προσπάθησε να ξεριζώσει την χριστιανική πίστη. Η μεγαλύτερη αντίπαλος σ’ αυτήν την προσπάθεια στάθηκε η ρωσίδα γιαγιά, που τελικώς νίκησε τους ισχυρούς κοσμοκράτορες. Ενώ οι γονείς φοβόταν να εκδηλώσουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και να μετάσχουν σε λατρευτικές εκδηλώσεις, για να μη ληφθούν εναντίον τους μέτρα, η απόμαχη γιαγιά κρυφά βάπτιζε και κοινωνούσε τα παιδιά και μετέδιδε την Ορθόδοξη πίστη. Η Ορθόδοξη Ρωσία οφείλει πολλά στις τολμηρές και πιστές αυτές γερόντισσες. Στη χώρα μας έχει αρχίσει να ξεφτίζει το πρότυπο αυτό της γιαγιάς μπροστά στον άνεμο του εκμοντερνισμού και των ξενικών επιδράσεων. Μια σύγχρονη Ελληνίδα λογοτέχνις, η Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη, αναπολώντας και νοσταλγώντας τα παιδικά της Χριστούγεννα στο ζεστό οικογενειακό περιβάλλον με την παραδοσιακή γιαγιά και την παραδοσιακή οικογένεια, γράφει. «Θυμάμαι και νοσταλγώ. Σήμερα δεν υπάρχουν πια γιαγιάδες αυτού του είδους. Οι γιαγιάδες δεν μένουν μαζύ μας, είναι μοντέρνες γιαγιάδες που δεν ξέρουν να μιλούν για τα Χριστούγεννα, για τον Αη Βασίλη. Σε πολλά σπίτια δεν κάνουμε πια γλυκά. ‘Τί να τα κάνεις; Φασαρία είναι. Παίρνεις ένα δύο κιλά από το ζαχαροπλαστείο, ξεμπερδεύεις’. Στους δρόμους κυκλοφορούνε τώρα πολλά αυτοκίνητα, τα παιδιά δεν παίζουν, βουβά βλέπουν τηλεόραση. Τα φύλλα των εφημερίδων μιλούν για Χριστούγεννα άδεια από Χριστό. Η τηλεόραση έχει χορευτικά σόου, τις γιορτινές μέρες δεν τις λένε καν χριστουγεννιάτικες. Η οικογένεια χωρίζεται, δε σμίγει. Οι γονείς πάνε εκδρομή, τα μεγάλα παιδιά πάνε σε ‘χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν’. Το λινό τραπεζομάνδηλο που έστρωνε η μάννα μου αυτή τη μέρα, μένει σαν αντίκα στο συρτάρι»16.
3. Η αποδοχή και αξιοποίηση του γήρατος σε προσωπικό πνευματικό επίπεδο
       Η μέχρι τώρα διαπραγμάτευση έδωσε σύντομα μία ιστορική εικόνα της αντιμετωπίσεως του γήρατος στην ελληνοχριστιανική μας παράδοση. Δεν έθιξε όμως την υπαρξιακή ανθρωπολογική διάσταση του γήρατος, την στάση μας απέναντι στην σταδιακή εξασθένηση και στον εκφυλισμό των κυττάρων, στην αδυναμία του σώματος να αναζωογονηθεί και να αποτρέψει την πορεία προς την γήρανση, η οποία οδηγεί τελικώς στον θάνατο. Η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος περί του ότι πλησιάζει το τέλος της ζωής, δημιουργεί σε όσους μάλιστα πιστεύουν ότι δεν υπάρχει μέλλουσα ζωή και όλα τελειώνουν εδώ, θλίψη και μελαγχολία, η οποία αυξάνει, όταν προστίθεται το αίσθημα και η εντύπωση ότι λόγω της σωματικής εξασθενήσεως και αδυναμίας δεν μπορεί να προσφέρει ο ηλικιωμένος τίποτε σε σχέση μάλιστα με τους νέους και είναι επομένως βάρος για τους άλλους και άχρηστος. Στην υπερπήδηση αυτών των πεποιθήσεων που βαρύνουν τις ημέρες του γήρατος, όσο και αν προσπαθεί κανείς εξωτερικά να διασκεδάσει αυτές τις σκέψεις, συμβάλλει αποφασιστικά η φιλοσοφική αντιμετώπιση της ζωής και του θανάτου και η επίδειξη πνευματικού δυναμισμού και ζωντάνιας, που αντισταθμίζει την σωματική εξασθένηση και διατηρεί τον άνθρωπο πνευματικά νέο και δυναμικό κατά το ψαλμικό «ανακαινισθήσεται ως αετού η νεότης σου». Κατά την πίστη πράγματι της Εκκλησίας στο σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο δεν υπήρχαν η φθορά και ο θάνατος. Ο Αδάμ και η Εύα δεν γεννήθηκαν βρέφη, για να μεγαλώσουν, να γεράσουν και να πεθάνουν. Πλάσθηκαν και δημιουργήθηκαν από τον Θεό στην κατάσταση της νεότητος, για να μείνουν αιώνια νέοι και αθάνατοι και να φθάσουν στην αγήρω μακαριότητα, στην αγέραστη ευφροσύνη. Η εμφάνιση του κακού, της αμαρτίας, η ανυπακοή και ο εγωισμός του ανθρώπου απέναντι του Θεού ανέτρεψαν τον αρχικό σχεδιασμό και οδήγησαν σε προσαρμογή του σχεδίου στις νέες συνθήκες που ελεύθερα διάλεξε ο άνθρωπος· αν ο άνθρωπος εξακολουθούσε να είναι αθάνατος, θα διαιώνιζε το κακό στην ύπαρξή του, θα έδινε στο κακό αιώνια υπόσταση. Για να μη γίνει λοιπόν το κακό αθάνατο, «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται» όπως διδάσκουν οι άγιοι και Πατέρες17, ο Θεός δρώντας ευεργετικά και θεραπευτικά επιτρέπει την εκδήλωση της φθοράς και του θανάτου με τη διαδικασία του γήρατος ή και χωρίς αυτήν, για να διακοπεί η συνέχιση του κακού και της αμαρτίας. Δεν υπάρχει ούτε μία ημέρα στη ζωή μας χωρίς αμαρτία, γιατί «ουδείς καθαρός από ρύπου και εάν μία ημέρα ο βίος αυτού επί της γης»18. Γι’ αυτό η παράταση της ζωής, η μακροβιότης την οποία οραματίζεται να επιτύχει η ιατρική επιστήμη, αν δεν συνοδεύεται και από προσπάθεια τελειοποιήσεως στην αρετή και στην αγιότητα, είναι επιζήμια γιατί παρατείνει την διάπραξη της αμαρτίας και του κακού, οδηγεί σε συσσώρευση αμαρτιών. Όσο πιο πολύ ζούμε, τόσο πιο πολύ αυξάνουμε τις αμαρτίες μας. Η νέα αυτή θεώρηση του χρόνου ζωής σε σχέση με την αρετή και την αγιότητα άλλαξε ριζικά την αξιολόγηση του γήρατος και της μακροβιότητος στην Αγία Γραφή και στην εκκλησιαστική παράδοση. Οι Γέροντες είναι σεβαστοί και αιδέσιμοι, όχι μόνο εξ αιτίας των λευκών τριχών και της ηλικίας, αλλά κυρίως εξ αιτίας της αρετής και της αγιότητος, στην επιτυχία των οποίων όχι μόνον δεν παρεμποδίζονται από το γήρας, αλλά διευκολύνονται. Υπάρχουν γέροντες οι οποίοι με την αμαρτωλή ζωή τους καταισχύνουν το γήρας και αποδεικνύονται αφρονέστεροι και των νηπίων, ενώ αντιθέτως υπάρχουν νέοι οι οποίοι, χωρίς να έχουν λευκές τρίχες, συμπεριφέρονται συνετά σαν γέροντες, και αξίζουν γι’ αυτό σεβασμού και τιμής· «Πλείον γαρ τω όντι εις πρεσβυτέρου σύστασιν της εν θριξίν λευκότητας το εν φρονήσει πρεσβυτικόν»19 λέγει ο Μ. Βασίλειος. Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, με τον χειμαρρώδη λόγο του, λέγει σχετικώς απευθυνόμενος σε γέροντα που αξιώνει σεβασμό μόνον λόγω του γήρατος· «Η πολιά τότε αιδέσιμος, όταν τα της πολιάς πράττη. όταν δε νεωτερίζη, των νέων καταγελαστότερος έσται…. Και γαρ την πολιάν τιμώμεν, ουκ επειδή το λευκόν χρώμα του μέλανος προτιμώμεν, αλλ’ ότι τεκμήριόν εστι της ενάρετου ζωής, και ορώντες από τούτου στοχαζόμεθα την έν­δον πολιάν… Μη αξίου τοίνυν διά την πολιάν τιμάσθαι, όταν αυτήν αυτός αδικής»20.
       Η αντιμετώπιση αυτή αποσυνδέει τον άνθρωπο από τα σωματικά γνωρίσματα και τον αξιολογεί με βάση τα πνευματικά, εξισώνει επομένως γέροντες και νέους και δίνει πνευματικό νόημα και δυνατότητες πνευματικής διακρίσεως και πνευματικών κατορθωμάτων εξ ίσου στους γέροντες και στους νέους. Κατά τον τρόπο αυτό ο αυτονόητος και υποχρεωτικός προς τους γέροντες σεβασμός, που επιτάσσει η Αγία Γραφή ασχέτως προς την ηθική και πνευματική τους κατάσταση, κατακτάται δικαιωματικά από τους εναρέτους γέροντες, που γίνονται έτσι εξ ίσου χρήσιμοι και αποδοτικοί με τους νέους στην κατόρθωση της αρετής και της αγιότητος. Υπάρχει έτσι διαρκής νεότης, λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, υπάρχει «πολιά σφριγώσα και γήρας ακμάζον. κεχάλαστο ο τόνος της σαρκός, νενεύρωτο ο τόνος της πίστεως». Επικαλείται γι’ αυτό το παράδειγμα του πατριάρχου Αβραάμ, ο οποίος, ενώ στην νεότητά του δεν είχε πνευματικές επιτυχίες, στα γηρατειά του κατόρθωσε πολλά. Και επιλέγει. «Τοιαύτα γαρ της Εκκλησίας τα κατορθώματα, ότι η ατονία του σώματος ουδέν λυμαίνεται την προθυμίαν της πίστεως. κόσμος γαρ Εκκλη­σίας πολιά κατεσταλμένη, και πίστις επτερωμένη και εν τούτω χαίρει η Εκκλησία μάλλον. Επί μεν γαρ των έξω πραγμάτων ο γέρων άχρηστος… Αλλ’ ου τα της Εκκλησίας τοιαύτα, αλλ’ όταν γηράσωσιν οι εν αρετή διάγοντες, τότε μάλλον χρήσιμοι καθίστανται· ου γαρ σαρκών ευτονία, αλλά πίστεως επίτασης ζητείται»21. Η πνευματική αυτή ανανέωση και αύξηση μέσα στην Εκκλησία είναι συνεχής κατάσταση, μετά την πνευματική μυστηριακή αναγέννηση που υφίσταται ο άνθρωπος κατά την τελετή του Βαπτίσματος, την οποία όμως οι άνθρωποι δυστυχώς δεν αξιολογούν σωστά και παραθεωρούν την σημασία της. Απευθυνόμενος ο ιατρός Μ. Βασίλειος σε πρόσωπα που αμελούσαν να προσέλθουν στο Βάπτισμα τους λέγει ότι η στάση τους αυτή είναι αδικαιολόγητη. Αν κάποιος ιατρός, λέγει, υποσχόταν να σε κάνει από γέροντα νέο, θα επιθυμούσες ασφαλώς να έλθει εκείνη η ημέρα που θα έβλεπες τον εαυτό σου να επαναποκτά σφρίγος και δύναμη. Τώρα όμως που το Βάπτισμα σου υπόσχεται να ξανανθίσει η ψυχή σου, που την πάλιωσες και την γέρασες, δεν επιθυμείς να δεις το μεγάλο αυτό θαύμα της αναγεννήσεως του παλιού και φθειρομένου ανθρώπου, της επαναφοράς του στην πνευματική νεότητα;22 Ο μοναδικός λοιπόν τρόπος αξιοποιήσεως του χρόνου της ζωής και από τους γέροντες και από τους νέους είναι η αρετή και η αγιότητα. Η μακροβιότητα και η πολυχρόνια ζωή μόνα τους δεν αποτελούν αγαθά. «Γήρας γαρ τίμιον ου το πολυχρόνιον ουδέ αριθμώ ετών μεμέτρηται. πολιά δε έστι φρόνησις ανθρώποις, και ηλικία γήρως βίος ακηλίδωτος». Υπάρχουν νέοι οι οποίοι κατορθώνουν σε λίγα χρόνια την αρετή και την τελειότητα και είναι έτοιμοι γι’ αυτό να εισέλθουν στην αιω­νιότητα. «τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς»23. Οι άγιοι δεν επιθυμούν να έχουν πολυχρόνια ζωή στον παρόντα βίο και επείγονται και βιάζονται να αποθάνουν για να είναι μαζύ με το Χριστό. Αισθάνονται εδώ ως πάροικοι και παρεπίδημοι, ως μετανάστες, και ζητούν να τελειώσει ο χρόνος αυτός της παροικίας, για να κατοικήσουν στον μόνιμο και κατάλληλο χώρο. Και μόνον εκείνοι που δεν πιστεύουν σε άλλη ζωή επιθυμούν εδώ να μακροημερεύσουν κατά τον Δίδυμο τον Τυφλό. «Εκείνοι (=οι ασεβείς) ποθούσιν την μακροήμερον ζωήν ταύτην, άτε δη ουδέν έτερον αγαθόν ή την τοιαύτην κατάστασιν ηγούνται»24. Οι Χριστιανοί όμως, που προχωρούμε με την ελπίδα μας πολύ μακρυά, όλα τα πράττομε ως προετοιμασία για την άλλη ζωή, μπροστά στην οποία οι μακροβιότερες ζωές μερικών γνωστών ανθρώπων είναι τίποτε, για γέλιο και κοροϊδία, λέγει ο Μ. Βασίλειος στο έργο του προς τους νέους· «Εγώ δε καν το Τιθωνού τις γήρας, καν το Αργανθωνίου λέγη, καν το του μακροδιωτάτου παρ’ ημίν Μαθουσάλα, ος χίλια έτη, τριάκοντα δεόντων, βιώναι λέγεται καν σύμπαντα τον αφ’ ου γεγόνασιν άνθρωποι χρόνον αναμετρή, ως επί παίδων διανοίας γελάσομαι, εις τον μακρόν αποσκοπών και αγήρω αιώνα, ου πέρας ουδέν έστι τη επινοία λαβείν, ου μάλλον γε η τελευτήν υποθέσθαι της αθανάτου ψυχής»25.
4. Εμείς και οι γέροντες. Η συμπεριφορά και η στάση μας απέναντί τους
       Εκτός όμως από την προσωπική υπαρξιακή αντιμετώπιση του γήρατος είναι σημαντικό να δούμε μέσα σε λίγες γραμμές πώς βλέπει η Εκκλησία την συμπεριφορά των νέων προς τους γέροντες, των τέκνων προς τους γονείς. Αναφερθήκαμε ήδη προηγουμένως στις συστάσεις της Αγίας Γραφής και στην πρωτοποριακή οργάνωση γηροκομείων στο Βυζάντιο. Θα προσθέσουμε εδώ μερικά ακόμη στοιχεία από τη διδασκαλία και τη ζωή των αγίων Πατέρων, ενδεικτικά και πάλι. Ο Μ. Βασίλειος διδάσκει ότι υπάρχουν αρετές για την κατόρθωση των οποίων δεν χρειάζονται συστάσεις και διδασκαλίες, διότι εκ φύσεως παρακινείται προς αυτές ο υγιής ψυχικά άνθρωπος. Όπως δεν χρειάζονται επιχειρήματα για να μισήσουμε την νόσο, αλλά αυτόματα απορρίπτουμε αυτά που οργανικά μας στενοχωρούν, το ίδιο και στο χώρο της ψυχής· υπάρχει αδίδακτη και φυσική η αποστροφή προς το κακό. Αρρώστια της ψυχής είναι το κακό, η αμαρτία· ενώ υγεία της ψυχής είναι η αρετή. Γι’ αυτό είναι ορθός ο ορισμός της υγείας σύμφωνα με τον οποίο, υγεία είναι η ευστάθεια των φυσικών ενεργειών, πράγμα που ισχύει επίσης και για την ψυχική υγεία και ευεξία. «Κα­λώς γαρ ωρίσαντό τινες υγίειαν είναι την ευστάθειαν των κατά φύσιν ενεργειών. Ο και επί της κατά ψυχήν ευεξίας ειπών, ουχ αμαρτήσει του πρέ­ποντος». Η αμοιβαία αγάπη μεταξύ γονέων και τέκνων δεν διδάσκεται μόνο από την Αγία Γραφή, αλλά επιβάλλεται και από την φύση. «Μη και η φύσις ταύτα ου λέγει; Ουδέν καινόν παραινεί Παύλος, αλλά τα δεσμά της φύσεως επισφίγγει. Ει η λέαινα στέργει τα εξ αυτής και λύκος υπέρ σκυλάκων μάχεται, τί είπη άνθρωπος και της εντολής παρακούων και την φύσιν παραχαράσσων, όταν η παις ατιμάζη γήρας πατρός, ή πατήρ διά δευτέρων γάμων των προτέρων παίδων επιλανθάνηται»26. Ο σεβασμός λοιπόν προς το γήρας δεν είναι μόνο εντολή του Θεού, ηθική απαίτηση, θετό δίκαιο, αλλά και φυσική απαίτηση, επιβάλλεται από τη φύση. Η ασέβεια και αδιαφορία προς τους γέροντες γονείς καθιστά τον άνθρωπο χειρότερο και από τα άλογα ζώα. Εκθέτει στο σημείο αυτό ο αρχιεπίσκοπος Καισαρείας την συμπεριφορά των πελαργών, οι οποίοι, όταν ο γέρος πελαργός χάσει τα φτερά του, τον περιτριγυρίζουν και τον θάλπουν με τα δικά τους πτερά και όχι μόνον τον τρέφουν άφθονα και πλούσια, αλλά και όταν θελήσει να πετάξει, τον βοηθούν όσον είναι δυνατόν, πετώντας δίπλα του και βοηθώντας τον. Αυτό σε όλους προξενεί μεγάλη εντύπωση και γι’ αυτό την ανταπόδοση των ευεργεσιών, όπως συμβαίνει στους πελαργούς, την ονομάζουν μερικοί “αντιπελάργωση”. Το ηθικό και πνευματικό συμπέρασμα είναι σαφές, όπως το διατυπώνει ο Μ. Βασίλειος· «Η περί τους γηράσαντας των πελαργών πρόνοια εξήρκει τους παίδας ημών, ει προσέχειν εβούλοντο, φιλοπάτορας καταστήσαι»27. Η φροντίδα του Μ. Βασιλείου για το γήρας, όπως φαίνεται από το έργο της γηροκομήσεως στο μεγάλο επίτευγμα της αγάπης του στην Βασιλειάδα αλλά και στην διδασκαλία του, προσδίδει στον ιατρό κατά τις σπουδές και τις γνώσεις μεγάλο άγιο και πατέρα και πρόσθετη ειδίκευση, τον καθιστά γεροντολόγο και γηρίατρο. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλους αγίους. Είναι π.χ. συγκινητικά μέχρι δακρύων όσα είπε η χήρα μητέρα του Χρυσοστόμου Ανθούσα προς τον ίδιο, που ήταν μοναχοπαίδι, όταν επάνω στον νεανικό ενθουσιασμό του θέλησε να την εγκαταλείψει, για να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Τον παρεκάλεσε να μην της προξενήσει δεύτερη χηρεία τώρα με τη φυγή του. Ήταν ήδη γερόντισσα και ο θάνατος ήταν επί θύραις· έπρεπε να περιμένει και κατόπιν μπορούσε να ενεργήσει όπως ήθελε. «Μη με δευτέρα χηρεία περιβαλείν, μηδέ το κοιμηθέν ήδη πένθος ανάψαι πάλιν, αλλά περίμεινον την εμήν τελευτήν. Ίσως μετά μικρόν απελεύσομαι χρόνον. Τους μεν γαρ νέους ελπίς και εις γήρας ήξειν μακρόν οι δε γεγηρακότες ημείς ουδέν έτερον ή τον θάνατον αναμένομεν. Όταν ουν με τη γη παραδώς και τοις οστέοις του πατρός αναμίξης του σου, στέλλου μακράς αποδημίας και πλέε θά­λασσαν, ην αν εθέλης. τότε ο κωλύσων ουδείς. Έως δ’ αν εμπνέωμεν, ανάσχου την μεθ’ ημών οίκησιν, μηδέ πρόσκρουσης τω Θεώ, μάτην και εική τοις τοιούτοις ημάς περιβάλλων κακοίς ηδικηκότας ου­δέν». Και ασφαλώς έμεινε ο Χρυσόστομος, όπως λέγει το κείμενο του βίου, «χαρισάμενος τη μητρί και άκων την μέχρι τέλους παρέχων γηροκομίαν»28. Το παράδειγμα των μεγάλων αυτών αγίων ακολουθεί η Εκκλησία και σήμερα, μολονότι η φιλανθρωπική αυτή δραστηριότης στο χώρο της περιθάλψεως των γερόντων είναι ελάχιστα γνωστή.
        Τα μέσα ενημερώσεως δυστυχώς προβάλλουν συνήθως το κακό. Το καλό αποκρύπτεται. Εντυπωσιάσθηκα και ο ίδιος όταν φυλλομετρώντας το Ημερολόγιο της Εκκλησίας της Ελλάδος για μια πρώτη στατιστική προσέγγιση διεπίστωσα ότι από τις ογδόντα μητροπόλεις οι περισσότερες διαθέτουν και οργανωμένα γηροκομεία με αριθμό τροφίμων που κυμαίνεται στο κάθε ίδρυμα από 15 μέχρι και 200 και με συνολικό αριθμό που φθάνει τις πολλές χιλιάδες, ενώ στον χώρο αυτό η πολιτεία και η τοπική αυτοδιοίκηση δεν έχουν να παρουσιάσουν σχεδόν τίποτε. Και μόνο στην περιοχή μας αρκεί να μνημονεύουμε έκτος από το Χαρίσειο, που εποπτεύεται από την Εκκλησία και διευθύνεται επί έτη επιτυχώς από θεολόγο, το μεγάλο συγκρότημα της Βασιλειάδος στις βόρειες παρυφές του Χορτιάτη κοντά στο χωριό Άγιος Βασίλειος, όπου περιθάλπονται ήδη περί τους 30 γέροντες σε θαυμάσιες συνθήκες διαβιώσεως.
Επίλογος
       Προσπάθησα να συμπυκνώσω και να παρουσιάσω συνοπτικά ένα τεράστιο θέμα. Ο σεβασμός και η φροντίδα για το γήρας αποτελούν σπουδαία παραδοσιακή παρακαταθήκη, που πρέπει να διαφυλάξουμε και να ενισχύσουμε απέναντι στους διαλυτικούς ανέμους του εκμοντερνισμού και της υλοκρατίας. Η Εκκλησία σέβεται και τιμά το έργο της Ιατρικής, επεκτείνει όμως το ενδιαφέρον της και στα πνευματικά, φροντίζει για την ψυχική ευστάθεια και υγεία των ανθρώπων, χωρίς να παραμελεί ασφαλώς και τις σωματικές ανάγκες, αφού η ίδια πρωτοπορεί σε έργα φιλανθρωπίας, στην ίδρυση γηροκομείων και άλλων συναφών ιδρυμάτων. Αντιμετωπίζει τον άνθρωπο με μεγάλη ευρύτητα, ως ύπαρξη με πνευματικούς στόχους και αγώνες, που δίνουν περιεχόμενο και νόημα σε όλες τις περιόδους της ζωής και σ’ αυτήν του γήρατος. Του προσφέρει ως διέξοδο το δώρο της αιώνιας νεότητας, της αιώνιας ζωής, και του γεμίζει τη ζωή με κάλλιστες ελπίδες που αποδιώχνουν την θλίψη και την μελαγχολία μπροστά στη φθορά του γήρατος και στην εγγύτητα του θανάτου. Ο απόστολος Παύλος απευθυνόμενος πριν από 1950 περίπου χρόνια στους συντοπίτες μας τους Θεσσαλονικείς, τους γράφει ότι οι Χριστιανοί μπροστά στον θάνατο δεν πρέπει να λυπούνται «καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα»29. Δεν στενοχωρούνται αν ο έξωθεν άνθρωπος φθείρεται σιγά-σιγά, εφ’ όσον ο εσωτερικός άνθρωπος ανακαινίζεται και ανανεώνεται καθημερινά. Δεν εστιάζουν την προσοχή τους στα αισθητά και βλεπόμενα, αλλά στα μη βλεπόμενα, που δεν είναι πρόσκαιρα αλλά αιώνια. Γνωρίζουν ότι «εάν η επίγειος ημών οικία του σκήνους καταλυθή, οικοδομήν εκ Θεού έχομεν, οικίαν αχειροποίητον, αιώνιον εν τοις ουρανοίς»30.
  • 1.    328 C-D
  • 2.    Bλ. Θεοδοσίου Σπεράντζα, «Γήρας», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια 4, 494. Ξενοφώντος, Απομνημονεύματα 20, 12.
  • 3.    Λουκά 2, 22-38.
  • 4.    Εξ. 20, 12.
  • 5.    Λευ. 19,32.
  • 6.    Σοφ. Σειρ. 8,9. Βλ. αυτόθι 6,34.
  • 7.    Ιω. 19, 26-27.
  • 8.    Βλ. Β. Ιωαννίδου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Αθήναι 1960, σελ. 125.
  • 9.    Α’  Τιμ. 4,12.
  • 10.  Αυτόθι 5, 1-2.
  • 11.  Αυτόθι 5, 4 και 5,8-9.
  • 12.  Αποκ. 5,6 έ.
  • 13.  Δημ. Κωνσταντέλου, Βυζαντινή Φιλανθρωπία και Κοινωνική Πρόνοια, Αθήναι 1983, έκδ. «Φως».
  • 14.  Αυτόθι, σελ. 289.
  • 15. Βλ. Τιμοθέου Γιοκαρίνη, «Γεροντισμός», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια 4,420 έ.
  • 16. Γαλάτειας Γρηγοριάδου – Σουρέλη, «Παιδικό όνειρο τις άγιες ημέρες», εν Ναυς, Ιεράς Μητρ. Ναυπάκτου, έτος I αριθμ. 43, Οκτ.-Νοέμβρ.-Δεκ. 1994, σελ.7-8.
  • 17. Βλ. σχετικώς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Η σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου κατά τον άγιον Ιωάννην Χρυσόστομον, Θεσσαλονίκη 1992 , σελ. 102 έ.
  • 18. Ιώβ 14,4-5.
  • 19. Εις τον προφήτην Ησαΐαν 2, 101, PG 30, 284.
  • 20. Εις την προς Εβραίους, Ομιλ. 7,3, PG 63, 64-65.
  • 21. Λόγος εις τον μακάριον Αβραάμ 1, PG 50, 737-738.
  • 22. Ομιλία Προτρεπτική εις το άγιον Βάπτισμα 13,5, PG 31, 432-433: «Ει τις ιατρών επηγγέλετό σοι μηχαναίς τισι και επινοίαις νέον ποιήσειν εκ γέροντος, ουκ αν επεθύμησας ελθείν εκείνην την ημέραν, εν η σεαυτόν οράν έμελλες προς ακμήν επιστρέφοντα; Επειδή δε την ψυχήν σου αναθαλήσειν επαγγέλλεταί σοι το βάπτισμα, ην συ επαλαίωσας      καταφρονείς του ευεργέτου, και ου προστρέχεις τω επαγγέλματι. Ουκ επιθυμείς ιδείν τί το μέγα θαύμα της υποσχέσεως; Πώς άνευ μητρός αναγεννάται άνθρωπος, πώς ο παλαιούμενος και φθειρόμενος κατά τας επιθυμίας της απάτης σφριγά πάλιν, και ανηβά, και εις το αληθινόν άνθος της νεότητος επανέρχεται;»
  • 23. Σοφ. Σολ. 4,8-9 και 4,13.
  • 24. Υπόμνημα εις τους Ψαλμούς 50, Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων, έκδ. Αποστ. Διακ. τόμ. 45, σελ. 302-303.
  • 25. Προς τους νέους 8, PG 31, 588.
  • 26. Εις την Εξαήμερον Ομιλία 9,4. PG 29 σελ. 196-197.
  • 27. Αυτόθι 8,5, PG 29, 176: «Η δε περί τους γηράσαντας των πελαργών πρόνοια εξήρκει τους παίδας ημών, ει προσέχειν εβού­λοντο, φιλοπάτορας καταστήσαι. Πάντως γαρ ουδείς ούτως ελλεί­πων κατά την φρόνησιν, ως μη αισχύνης άξιον κρίνειν των αλογωτάτων ορνίθων υστερίζειν κατ’ αρετήν. Εκείνοι τον πατέρα υπό του γήρως πτερορρυήσαντα περιστάντες εν κύκλω τοις οικείοις πτεροίς διαθάλπουσι και τας τροφάς αφθόνως παρακευάζοντες, την δυνατήν και εν τη πτήσει παρέχονται βοήθειαν, ηρέμα τω πτερώ κουφίζοντες εκατέρωθεν. Και ούτω τούτο παρά πάσι διαβεβόηται, ώστε ήδη τίνες την των ευεργετημάτων αντίδοσιν αντιπελάργωσιν ονομάζουσι».
  • 28. PG 114, 1057
(“Τα γηρατειά: Ένα μεγάλο υπαρξιακό και κοινωνικό πρόβλημα”, Σειρά “Καιρός”, Θέματα Εκκλ. Επικαιρότητος, Εκδόσεις “Βρυέννιος”)
(Πηγή: “Ι.Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου”)

Η διάσταση Ενωτικών – Ανθενωτικών και οι συνέπειές της δια το Γένος (Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Ομ. Καθ. Πανεπιστημίου Αθηνών)


theologia
1. Αποφράς ημέρα δια το Γένος μας δεν είναι μό­νον η 29η Μαΐου 1453, αλλά και η 12/13η Απριλίου του 1204, όταν έπεσε η Βασιλεύουσα και η αυτοκρα­τορία της Νέας Ρώμης-Ρωμανίας στους Φράγκους της Δ’ Σταυροφορίας. Υπάρχει, μάλιστα, γενετική σχέση μεταξύ τους. Από το 1204 η Πόλη και σύνολη η Αυ­τοκρατορία δεν μπόρεσε να ξαναβρεί την πρώτη δύνα­μή της. Το φραγκικό κτύπημα εναντίον της ήταν τόσο δυνατό, που έκτοτε η Κωνσταντινούπολη ήταν «μια πόλη καταδικασμένη να χαθεί» (Ελ. Γλύκατζη-Αρβελέρ). Από το 1204 μέχρι το 1453 η αυτοκρατορία μας διανύει την περίοδο της πολιτικής παρακμής και πτω­τικής της πορείας. Μετά το 1453 το Γένος χρειαζόταν κάποια δύναμη, που θα εμπόδιζε την αλλοτρίωσή του και θα εξασφάλιζε την ανάκαμψη και επιβίωσή του. Αυτή την δυσκολότατη, αλλά και αναγκαιότατη αποστολή, ανέλαβε η εκκλησιαστική ηγεσία, ως Εθναρχία, με πρώτο το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο.
       Ο κορυφαίος ιστορικός μας Απόστολος Βακαλόπουλος παρατηρεί, ότι στην διάρκεια της δουλείας μας η Ορθόδοξη Πίστη «ήταν κάτι παραπάνω από θρησκευτικό δόγμα. Ήταν το πνευματικό πλαίσιο, μέ­σα στο οποίο εκφραζόταν η εθνική (τους) συνείδηση, ολόκληρος ο κόσμος τους (= των υποδούλων), που έ­κλεινε μέσα του το ένδοξον παρελθόν και τις ελπίδες απολυτρώσεως».
       Αλλά και ο Ιωάννης Καποδίστριας ομολογούσε, ότι «η χριστιανική θρησκεία εσυντήρησεν εις τους Έλληνας και γλώσσαν και πατρίδα και αρχαίας ενδό­ξους αναμνήσεις, και εξαναχάρισεν εις αυτούς την πολιτικήν ύπαρξιν, της οποίας είναι στύλος και εδραίωμα» (πρβλ. Α’ Τιμ. 3, 15).
       Πολλά έχουν -ερασιτεχνικά- γραφεί για την ερ­μηνεία της αλώσεως. Πολλές επιθέσεις δέχεται ο Κλήρος, αλλά και ο Μοναχισμός από τις δυνάμεις ε­κείνες, που αναζητούν ευθύνες και ελεγχόμενες συμ­περιφορές κατά τις υπαγορεύσεις της ιδεολογίας τους. Η παραταξιακή συνείδηση οδηγεί και στην ιδεολογι­κή χρήση των πηγών, με συνέπεια την αναίρεση της ιστορικής επιστήμης. Έτσι διαμορφώθηκαν ιδεολο­γήματα, που αναπαράγονται χωρίς υπευθυνότητα, ό­ταν λείπει η πλήρης γνώση των πηγών και η συνδυα­στική ερμηνεία τους. Η συνήθης απάντηση στο ερώ­τημα, που τίθεται από τους κύκλους αυτούς: «γιατί ετούρκεψε το Βυζάντιο», επιρρίπτει την ευθύνη στην μερίδα των Ανθενωτικών, που θεωρούνται υπεύθυνοι για την πτώση της αυτοκρατορίας. Και σ’ αυτό οδη­γεί η απολυτοποίηση των φαινομένων, οφειλομένη στην άγνοια των πραγμάτων στο σύνολό τους. Αποτέλεσμα, η «αγιοποίηση» της αντιπάλου μερίδας των Ε­νωτικών, η διχαστική θεώρηση της Ιστορίας και η α­δυναμία αντικειμενικής ερμηνείας της. Και είναι γε­γονός, ότι η διάσταση Ενωτικών-Ανθενωτικών ήταν πραγματική και μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος σο­βαρός διχασμός στην νεώτερη ιστορία μας, αλλά και ρίζα όλων των κατοπινών εξελίξεων. Γι’ αυτό ακριβώς, η κατά το δυνατόν πληρέστερη κατανόησή της προσφέρει ένα ασφαλές κλειδί στην ερμηνεία και ό­λων των μεταγενεστέρων διχασμών στην πορεία του Γένους-Έθνους μας.
       2. Η διάσταση Ενωτικών-Ανθενωτικών υποστασίωνε την διπλή στάση του Γένους έναντι της Δύσε­ως, κυοφορήθηκε δε στην «καθ’ ημάς Ανατολή» μετά το μεγάλο σχίσμα του 1054. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι και όλοι οι μετέπειτα εθνικοί διχασμοί μας θα έχουν σημείο αναφοράς την Δύση και στην στάση μας απέναντί της. Αποφασιστικά επηρέασε την στάση της ορθοδόξου Ανατολής έναντι της Δύσεως η άλω­ση του 1204 και ο θεσμός της Ουνίας (μετά το 1215), ως πολιορκητικής μηχανής της Φραγκίας στην Ελλη­νορθόδοξη Ανατολή. Το φιλοδυτικό ρεύμα αποτελού­σαν κυρίως διανοούμενοι και πολιτικοί, ουνίτες ή ουνιτίζοντες. Οι πρώτοι, διότι ταυτίζονταν στις θεω­ρητικές τους αναζητήσεις με τους Δυτικούς σχολαστι­κούς, ενώ οι δεύτεροι και για λόγους σκοπιμότητας (προσδοκία στρατιωτικής βοήθειας στην αντιμετώπι­ση του οθωμανικού κινδύνου). Οι Ανθενωτικοί, δηλα­δή, ο Κλήρος, οι Μοναχοί και το ευρύ Λαϊκό σώμα, διατηρούσαν μόνιμη, μετά το 1204, δυσπιστία έναντι της Δύσεως. Ο «αντιδυτικισμός», βέβαια, δεν ήταν αθεμελίωτος, ούτε οφειλόταν σε απλή μισαλλοδοξία. Στηριζόταν σέ πολύ καλή γνώση της φραγκολατινικής Δύσεως και των μονίμων διαθέσεών της απέναντι στην Ανατολή, που δεν άλλαξε μέχρι σήμερα. Ο αντιδυτικισμός της Ανατολής συνιστούσε περισσότερο αυτοάμυνα και αυτοπροστασία. Είχε ερείσματα πνευ­ματικά και κοινωνικοπολιτικά. Την επίγνωση της πνευματικής αλλοτριώσεως της χριστιανικής παράδο­σης στην Δύση, του φραγκικού επεκτατισμού και της εκφράγκευσης του πατριαρχείου της Παλαιάς Ρώμης (1046), ως και της μεταβολής του σε παπικό-κοσμικό κράτος, με όλες τις ευνόητες συνέπειες, ως σήμερα! «Είναι το Βατικανό Εκκλησία;», ήταν το ρητορικό ε­ρώτημα του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Εξ άλλου, συνείδηση των Ανθενωτικών ήταν, ότι την Ελληνορθόδοξη ταυτότητα δεν την απειλούσαν τόσο οι Οθωμανοί, όσο οι Φραγκολατίνοι. Η συνείδηση αυτή των Ανθενωτικών θα κωδικοποιηθεί στο κήρυγ­μα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού (18ος αι). «Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τό­σα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνο ήφερε τον Τούρκον μέσαθεν από την Κόκκινην Μηλιά και του το εχάρισεν; Ήξερεν ο Θεός πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν, και (= ενώ) ο Τούρκος, δεν μας βλάπτει. Άσπρα δώσ’ του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και δια να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη…».
        Ο Πατροκοσμάς έδινε, έτσι, απάντηση στους φιλενωτικούς, χωρίς μάλιστα να μπορεί να κατηγορηθεί ως εχθρός του Λαού ή εθελόδουλος. Οι φιλενωτικοί, αντίθετα, πιστεύοντας στις υποσχέσεις της «χριστια­νικής» Ευρώπης και δεμένοι ιδεολογικά μαζί της, ή­σαν πρόθυμοι να μειοδοτήσουν στο θέμα της πίστης, με υποθετικά πολιτικά ή προσωπικά ανταλλάγματα. Γι’ αυτούς η πίστη δεν ήταν πια υπόθεση εμπειρίας και στάση ζωής, αλλά ιδεολογία θρησκευτική, υπο­κείμενη στους οποιουσδήποτε «ιστορικούς συμβιβα­σμούς». Οι φιλενωτικοί μας εκληροδότησαν το «ευρωπαϊκό σύνδρομο» και την θεώρηση της Δύσεως ως της «καθολικής μας μητρόπολης», κατά τον αείμνη­στο Κωστή Μοσκώφ.
       Ο Στήβεν Ράνσιμαν δικαιώνει τους Ανθενωτικούς, ως ρεαλιστές και νηφάλιους εκτιμητές της κατα­στάσεως: «Οι Βυζαντινοί διανοούμενοι, που είχαν α­πορρίψει την δυτική βοήθεια, η οποία υπό τις καλύτε­ρες συνθήκες θα είχε διασώσει ένα μικρό τμήμα του ορθοδόξου εδάφους και η οποία περιελάμβανε την έ­νωση της Εκκλησίας με την Ρώμη και κατά συνέπεια την επέκταση των διαιρέσεων εντός της Εκκλησίας, δικαιώθηκαν. Η ακεραιότητα της Εκκλησίας διατη­ρήθηκε και με αυτήν η ακεραιότητα του ελληνικού λαού»!
        Στο σημείο αυτό χρειάζεται μία διευκρίνηση, που προσφέρει το ερμηνευτικό κλειδί της πολιτικής του Γένους-Έθνους μας ως τον 19ον αιώνα. Η συνάντη­ση με την «Φραγκιά» (κορύφωση το 1204), καθόρισε και την στάση έναντι της εξ Ανατολών απειλής, δη­λαδή των Οθωμανών. Το Έθνος, συναισθανόμενο τον τουρκικό κίνδυνο, στρεφόταν προς την Δύση (στάση Ενωτικών), διαβλέποντας όμως τον φραγκικό κίνδυνο, χωρίς να αποδέχεται την οθωμανική εξουσία, αλλά και χωρίς να μπορεί να την αποτινάξει «ά­χρι καιρού», προτιμούσε, κατά τον λόγο του Πατροκοσμά, τον Τούρκο, που δεν απειλούσε την ιστορική ταυτότητά του, αλλά επέτρεπε την ιστορική συνέχειά του. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι κακώς χαρακτηρίζονται Ανθενωτικοί οι αντιδρώντες στην συλλογική-καθολική εκφράγκευσή μας. Διότι και αυτοί ήσαν ενωτικοί, αφού την ένωση ζητούσαν, με τρόπο ειλικρινή και δυ­ναμικό, αλλά ένωση αυθεντική, πάνω στην βάση της ορθής πίστεως και ορθοδοξοπατερικής παραδόσεως. Το αμετανόητο και η υπουλότητα της Δύσεως εσκλήρυνε την στάση τους. Με αυτή την έννοια οι θεωρού­μενοι ως αντιδυτικοί άγιοί μας Μ. Φώτιος, Γρηγόριος Παλαμάς και Μάρκος ο Ευγενικός, είναι οι μεγαλύτε­ροι ευεργέτες της Ευρώπης, όπως μας εδόθη η ευκαι­ρία αλλού να αναπτύξουμε. Γι’ αυτό και κάθε ενωτική προσπάθεια έξω από τις προϋποθέσεις των τριών αυ­τών Αγίων Πατέρων και η κατάφαση και αποδοχή της Δύσεως, ως έχει, δεν θα είναι παρά θλιβερή και ο­λέθρια επανάληψη της Ψευδοσυνόδου της Φλωρεν­τίας.
       Εξ άλλου, απορρίπτοντας οι Ανθενωτικοί την δυ­τική «φιλία» και «συμμαχία», δεν μπορούν να χαρα­κτηρισθούν άνευ ετέρου «τουρκόφιλοι». Η δουλικό­τητα των διανοουμένων έναντι της «Φραγκιάς» ήταν γι’ αυτούς ουσιαστική απειλή. Η φιλενωτική πολιτι­κή αυτοκρατόρων, όπως ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος (13ος αι.) ή ο Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος (εφράγκευσε το 1369), συνιστούσαν προκλήσεις ανυπέρβλητες, αλ­λά και αποκαλυπτικές. Τους φόβους αυτούς ενίσχυσε ακόμη περισσότερο η πολιτική και των λοιπών Πα­λαιολόγων. Η κατάκτηση «βυζαντινών» εδαφών από τους Οθωμανούς δεν εθεωρείτο απώλεια για την αυτοκρατορία, εφ’ όσον στα εδάφη αυτά συνεχιζόταν η ενότητα της Εκκλησίας, η οποία πνευματικά διέσωζε και την συνέχεια της Ρωμανίας. Η Φραγκοκρατία ό­μως απέδειξε ότι δεν συνέβαινε το ίδιο και στις φραγκοκρατούμενες περιοχές, που με τον διωγμό της ορθοδόξου Εκκλησίας, αν δεν την διέκοπταν, τουλάχιστον καθιστούσαν την συνέχεια αυτή ιδιαίτερα δύ­σκολη. Είναι κοινή, άλλωστε, η γνώμη των βυζαντι­νολόγων, ότι στην κατάσταση που βρισκόταν στα μέ­σα του 15ου αιώνα η αυτοκρατορία, και αν δεν έπεφτε στους Οθωμανούς, θα καταντούσε ένα απλό προτεκτοράτο των δυτικών Κρατών ή του Πάπα.
       3. Η ιδεολογική αυτή αντίθεση (Ενωτικών-Ανθενωτικών), προσδιοριζόμενη -όπως είπαμε- από την στάση έναντι της Φραγκικής Ευρώπης, ενσαρκώθηκε σε ηγετικές μορφές, σε σχήματα δυαδικά, που διαμόρ­φωναν και την ευρύτερη λαϊκή ιδεολογία στην εποχή τους. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Λουκάς Νοτα­ράς, άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και Καρδινάλιος Βησσαρίων, Γεννάδιος Σχολάριος και Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων. Οι στάσεις των προσώπων αυτών σφράγισαν την κατοπινή πορεία του Έθνους, συνεχιζόμενες με διάφορα ονόματα, με το ίδιο όμως περιεχόμενο. Έτσι, εμφανίσθηκαν η Ανατολική και Δυτική Παράταξη ήδη στην δουλεία, που φθάνουν μέχρι την εποχή μας. Τί άλλο εκπροσωπούσαν ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος τον 19ο αιώνα; Στο ίδιο ιδεολογικό δίπολο εντάσσεται και ο Διχασμός του 1916 (Βενιζελικοί-Βασιλικοί), η εμφυλιακή σύγκρουση από το 1944 (αστοί-κομμουνιστές), με κάποιες φυσικά μικρές αποχρώσεις ή διαφοροποιή­σεις. Οι διαμορφούμενες όμως στο Έθνος παρατάξεις λειτουργούν μόνιμα με τις ίδιες προϋποθέσεις, την στάση απέναντι στην ορθόδοξη παράδοση και τις δυ­τικές προκλήσεις. Η αντίθεση, βέβαια, Βενιζελικών-Βασιλικών το 1916 ήταν η συνέπεια της αποδοχής των ενδοδυτικών διαιρέσεων και της ελληνοποίησής τους, ενώ το 1944 το Έθνος φαινομενικά διαιρέθηκε -και πάλι- σε φιλοδυτικούς και ανατολικούς, διότι το μαρξιστικό σύστημα είναι και αυτό γέννημα της δυτικοευρωπαϊκής διαλεκτικής, που μεταφυτεύθηκε στην ορθόδοξη Ανατολή, όπως και ο αστισμός. Α­πλούστατα η Ανατολική Παράταξη, που παλαιότερα ταυτιζόταν με την ορθόδοξη Ρωσία, συνέχισε και με­τά το 1917 να μένει φιλορωσική (φιλοσοβιετική), ταυτιζόμενη μόνο σε ένα μικρό ποσοστό της με την μαρ­ξιστική ιδεολογία. Η ίδια αντίθεση Ενωτικών-Ανθενωτικών συνεχίζεται και στην διάσταση σήμερα ευρωπαϊστών-αντιευρωπαϊστών, όταν βέβαια, το υπόβα­θρο μένει πνευματικό, όπως τον 15ον αιώνα, οπότε μπορεί να γίνεται λόγος για διάσταση παραδοσιακών (ορθοδόξων) και αντιπαραδοσιακών, που έχει εισέλ­θει ήδη και στον πολιτικό χώρο, ως αντίθεση παραδοσιακών-εκσυγχρονιστών (όλων των κομμάτων). Σημα­σία έχει ότι σε όλα αυτά τα αντιθετικά σχήματα η «Δύση» και η στάση απέναντί της βρίσκεται στην βά­ση των πραγμάτων.
       4. Ακριβώς στο σημείο αυτό φαίνεται η επικαιρό­τητα της 29ης Μαΐου για την σημερινή πραγματικό­τητα και τις σύγχρονες σχέσεις. Διότι οι συμπεριφο­ρές των προσώπων αποκαλύπτουν και τον τρόπο, κα­τά τον οποίο λειτουργεί κάθε φορά ο εθνικός διχα­σμός, αλλά και τις συνέπειές του για το Γένος-Έθνος. Είναι γεγονός, ότι παρά την αντίθεση ο διχασμός μπορεί να αποβεί ευεργετικός προς το Έθνος, όταν οι αντιθέμενοι ταυτίζονται με αυτό και εργάζονται γι’ αυτό, μη ταυτιζόμενοι με τα ξένα συμφέροντα. Τις δύο παρατάξεις συνδέει τότε η κοινή αγάπη προς το Έθνος, η δε επιλογή διαφορετικών οδών πορείας και στρατηγικής αποβλέπει μόνο στην σωτηρία του Γένους-Έθνους (Salus Patriae). Κλασικά παραδείγματα οι δυάδες Κωνσταντίνου Παλαιολόγου – Λουκά Νοτα­ρά και Γενναδίου – Πλήθωνος. Λυδία λίθος δε στην διακρίβωση αυτή είναι η συνεργασία τους στην από­κρουση των εναντίων. Αλλ’ ας εξετάσουμε χωριστά τις συμπεριφορές αυτών των προσώπων.
        Ο αυτοκράτορας της οδύνης Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος (1404-1453) αναδείχθηκε νέος Λεωνίδας του Έθνους. Το δικό του «Μολών λαβέ» εκφράστηκε με τα λόγια: «Το την πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν ε­στιν… Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών». Κανείς, λοιπόν, δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον πατριωτισμό του, μολονότι έλαβε μέρος στην ουνιτική λειτουργία της 12ης Δεκεμβρίου 1452, στην οποία αναγνώσθηκε το ουνιτικό διάταγμα της Φλωρεντίας. Ο λαός πάγω­σε! Ο ίδιος ο αυτοκράτορας το άκουσε μουδιασμένος. Και όλα αυτά ακριβώς έξι μήνες πριν την άλωση…
       Αντίθετα, ο Μέγας Δουξ Λουκάς Νοταράς από την ανεύθυνη και παραταξιακή ιστοριογραφία χαρα­κτηρίζεται φιλότουρκος. Είναι, βέβαια, γεγονός, ότι στην ένωση με το φραγκολατινικό στοιχείο, στην ο­ποία φάνηκε συγκαταβατικός και υποχωρητικός για πολιτικές σκοπιμότητες ο Κωνσταντίνος, ο Νοταράς έβλεπε την εξαφάνιση του Γένους. Γι’ αυτόν ο οθωμα­νικός και ισλαμικός κίνδυνος δεν έπαυε μεν να είναι κίνδυνος, αλλά όχι τόσο δυνατός, ώστε να επηρεάσει το Γένος αποφασιστικά. Επειδή όμως εξ ίσου αγα­πούσε και αυτός το Γένος-Έθνος, αναδείχθηκε, παρά την ιδεολογική αντίθεσή του, μεγάλος πατριώτης. Ο Λουκάς Νοταράς υπήρξε μια υπέροχη στην τραγικό­τητά της Μορφή. Ρεαλιστικότερος μάλιστα του αυτοκράτορα, δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις, όπως οι ρομαντικοί φιλενωτικοί. Γνώριζε καλά την μετακαρλομάγνεια Ευρώπη και τους αντιρωμαίικους και ανθελλη­νικούς στόχους της. Πάλαιψε όμως και αυτός ηρωικά για την απόκρουση του οθωμανικού κινδύνου, απορ­ρίπτοντας στην πράξη κάθε κατηγορία για εθελοδουλία. Αλλά και άλλοι «Ανθενωτικοί», όπως ο μοναχι­κός κόσμος, βοηθούσε τους αμυνομένους και αυτές α­κόμη οι μοναχές. Ο ανθενωτικός Νοταράς, μάλιστα, δεν δίστασε να συμπράξει με τον τραγικό αυτοκράτο­ρα, υπογράφοντας (το 1451) έκκληση προς τον Πάπα για την σύγκληση νέας συνόδου («συνάξεως») με στό­χο την εξασφάλιση βοήθειας. Η Ρώμη όμως δεν πείσθηκε!
        Κατά τον αληθινό επιστήμονα Στήβεν Ράνσιμαν («Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως», σ. 151) ο Νοταράς πολέμησε ηρωικά. «Με τις εφεδρείες του στάλθηκε να βοηθήσει στην άμυνα, που ήταν καλά οργανωμένη στις ακτές». Εξ άλλου, δύο γιοι του Νοταρά έπεσαν μαχόμενοι στις επάλξεις μαζί με τον αυτοκράτορα. Η πραγματικότητα όμως επεφύλασσε στον δυστυχή πατέρα ακόμη μεγαλύτερη τραγωδία. Πάλι κατά τον Ράνσιμαν, αντικειμενικό εκτιμητή των πηγών: «Η καλοσύνη, που είχε δείξει ο Μεχμέτ στους υπουργούς του αυτοκράτορα, δεν κράτησε πο­λύ. Είχε πει ότι θα έκανε τον Λουκά Νοταρά κυβερνή­τη της Κωνσταντινουπόλεως. Άν ποτε αυτό υπήρξε η πραγματική του πρόθεση, σε λίγο άλλαξε γνώμη. Η γενναιοφροσύνη του κολωβονόταν πάντοτε από την υ­ποψία και διάφοροι σύμβουλοι του συνέστησαν να μην έχει εμπιστοσύνη στον Μέγα Δούκα. Έβαλε την αφοσίωσή του (του Νοταρά) σε δοκιμασία. Πέντε μέ­ρες μετά την πτώση της Πόλης έκανε ένα συμπόσιο. Κατά την διάρκεια του συμποσίου και ενώ είχε βαρύ­νει από το κρασί, κάποιος του ψιθύρισε, ότι ο δεκατετράχρονος γιος του Νοταρά ήταν εξαιρετικά ωραίος. Ο Σουλτάνος έστειλε αμέσως έναν ευνούχο στο σπίτι του μεγάλου Δούκα, απαιτώντας να του στείλει τον γιο του. Ο Νοταράς (…) αρνήθηκε να θυσιάσει το παιδί του σε τέτοια τύχη. Αμέσως κατέφθασε η αστυ­νομία και έφερε τον Νοταρά με το γιό του και το νεα­ρό γαμπρό του, γιο του μεγάλου δομέστιχου Ανδρονίκου Καντακουζηνού, μπροστά στον σουλτάνο. Όταν και πάλι ο Νοταράς αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς την επιθυμία του σουλτάνου, ο τελευταίος έδωσε διαταγή ν’ αποκεφαλισθούν και οι τρεις επί τόπου. Ο Νοταράς ζήτησε μόνο ν’ αποκεφαλισθούν οι νέοι πριν απ’ αυτόν, μήπως η θέα του θανάτου του τους έ­κανε να δειλιάσουν. Όταν σφάχθηκαν και οι δύο, γύ­μνωσε το λαιμό του στο σπαθί του δημίου»!
       Οι παραταξιακοί ιστοριογράφοι, γράφοντας λιβελογράφημα και όχι ιστορία, για να δικαιώσουν την στάση τους, στηρίζονται στα περί Νοταρά στην διήγη­ση του μεγάλου αντιπάλου του, εχθρού του στην ου­σία, του μεγάλου δούκα, Γεωργίου (Σ)Φραντζή. Ο λιβελογραφικός χαρακτήρας της «ιστορίας» τους βε­βαιώνεται από την παραθεώρηση και αποσιώπηση ό­λων των άλλων πηγών, που αξιοποιεί στο έπακρο ο αυ­θεντικός ιστορικός Στήβεν Ράνσιμαν στο έργο του «Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως», το οποίο δι’ ευνοήτους λόγους ελάχιστα ή καθόλου λαμβάνουν υπόψη οι δικοί μας λιβελογράφοι. Την ιστορική όμως απαξία του έργου του Φραντζή κατέδειξε με τρόπο καθαρό ε­πιστημονικό ο αείμνηστος διδάσκαλός μου Νικόλαος Τωμαδάκης στο κλασικό έργο του «Περί αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως» (Αθήναι, 1953, β’ έκδ. 1980).
       Εξ άλλου, κατά τον Ράνσιμαν, «η αποδιδόμενη σ’ αυτόν (= τον Λ.Ν.) από τους εχθρούς του φράση: κα­λύτερο το σαρίκι του Σουλτάνου από την καλύπτρα την παπική, δεν είναι σήμερα τόσο σκανδαλώδης, ό­σο φαίνεται εκ πρώτης όψεως».
       Όπως όμως είπε ο αρχαίος ρήτοράς μας Ισοκρά­της, «κοινή η τύχη και το μέλλον αόρατον»! Η τύχη των λοιπών μελών της οικογενείας του Νοταρά ταυτί­σθηκε με την τύχη των μελών της οικογένειας του Φραντζή. Η σύζυγος και η θυγατέρα του Νοταρά αιχ­μαλωτίσθηκαν και «αποτέλεσαν μέρος της μεγάλης φάλαγγας των αιχμαλώτων, που συνόδεψαν την Αυλή κατά την επιστροφή της στην Αδριανούπολη. Η σύ­ζυγος του Νοταρά πέθανε στο δρόμο στο χωριό Μεσ­σήνη. Ήταν από αυτοκρατορική καταγωγή και η με­γαλύτερη κυρία στο Βυζάντιο μετά τον θάνατο της αυτοκράτειρας-μητέρας και απολάμβανε βαθύτατο σεβα­σμό, ακόμα και από τους αντιπάλους του Νοταρά, για την αξιοπρέπεια και τη φιλανθρωπία της». Και συνε­χίζει ο Ράνσιμαν: «Ο Φραντζής, που το μίσος ενα­ντίον του Νοταρά, δεν έσβησε, ούτε και με τις αμοι­βαίες συμφορές τους, αντιμετώπισε και ο ίδιος παρό­μοια τραγωδία. Έγινε επί δεκαοκτώ μήνες σκλάβος στο σπίτι του αρχηγού του ιππικού του σουλτάνου, πριν κατορθώσει να εξαγοράσει την ελευθερία του και της συζύγου του, αλλά τα δύο του παιδιά, που τα είχε βαπτίσει ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, κλείσθηκαν στο χαρέμι του σουλτάνου! Η κόρη του Θά­μαρ πέθανε εκεί σε παιδική ηλικία. το αγόρι σφάχθηκε από τον σουλτάνο, γιατί αρνήθηκε να υποκύψει στις ακόλαστες επιθυμίες του» (Ράνσιμαν, σ. 203).
       5. Ποιος μπορεί να μιλήσει, λοιπόν, για «προδοσία» και έλλειψη πατριωτισμού στην περίπτωση του Νοταρά; Μολονότι απέκρουσε τον φιλοπαπισμό του αυτοκράτορα και τον ουνιτισμό του, δεν υστέρησε σε φιλοπατρία και αυτοθυσία. Οι ιδεολογικές αντιθέσεις υποχώρησαν μπροστά στον κίνδυνο της Πατρίδας και την ανάγκη υπερασπίσεώς της. Ανάλογα όμως ι­σχύουν και στην περίπτωση της άλλης δυάδας, του Πατριάρχου Γενναδίου και του Γεωργίου Πλήθωνος/Γεμιστού.
       Ο Γεννάδιος επιτέθηκε με σφοδρότητα στην θρη­σκευτική επιλογή του Πλήθωνος, που θέλησε να ανα­στήσει την αρχαία ελληνική θρησκεία, καίοντας συμ­βολικά με αποτροπιασμό χειρόγραφο των Νόμων του Γεμιστού. Διέσωσε όμως όλο το τμήμα, που δεν είχε σχέση με την θρησκεία. Πόσο μάλλον, που ο Πλή­θων, μιμούμενος τον Πλάτωνα, επέβαλλε με το βιβλίο αυτό ποινή θανάτου σ’ αυτόν, που δεν θα δεχόταν την θρησκεία του! Με βάση αυτές τις προϋποθέσεις κα­τανοούνται οι κλασικές φράσεις των δύο αντιπάλων. Γεννάδιος: «Ουκ αν φαίην Έλλην είναι, ότι χριστια­νός ειμί». Πλήθων: «Έλληνές εσμεν το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί». Ο πρώτος όμως δήλωνε, ότι δεν είναι ειδωλολάτρης, ενώ ο δεύτε­ρος μαρτυρούσε την καταγωγή του. Την καταγωγή ό­μως αυτή δεν την ηρνείτο και ο ελληνικότατος στην παιδεία του Γεννάδιος, από αγάπη δε στον ίδιο Ελλη­νισμό επέδειξαν και οι δύο την ίδια στάση έναντι του Γένους-Έθνους στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438/39). Στον διάλογο με τον Λατινισμό συμπεριελήφθη και ο Πλήθων ως ικανότατος φιλόλογος και παλαιογράφος. Και αυτός ανταποκρίθηκε με προθυ­μία, διότι πίστευε ότι ο Παπισμός απειλούσε τον Ελληνισμό. Σ’ αυτό ταυτιζόταν απόλυτα ο Πλήθων με τον Γεννάδιο, αλλά και τον Μάρκο τον Ευγενικό, με τον οποίο, έδωσε κοινή μάχη στην Σύνοδο, για να α­ποδειχθούν οι πανουργίες των Λατίνων. Γι’ αυτό με­ταξύ εκείνων, που απέσυραν την υπογραφή τους για την ένωση, ήταν και ο Πλήθων. Η αποστροφή προς τον Παπισμό ήταν στα πρόσωπα αυτά κοινή, διότι ε­κεί εντόπιζαν την μεγαλύτερη απειλή για το Γένος, έ­στω και αν την αντιμετώπιζαν διαφορετικά, ο Πλήθων με στροφή στην ελληνική αρχαιότητα, ο Μάρκος δε και ο Γεννάδιος με την διάσωση της ελληνικότητας μέσω της πατερικής Ορθοδοξίας.
       Βέβαια θα μπορούσε να λεχθεί, ότι αγάπη προς το Έθνος φαινομενικά είχε και ο Καρδινάλιος Βησσα­ρίων. Η προσχώρησή του όμως στον Παπισμό και η υποστήριξη εκ μέρους του της Ουνίας και η προπαγάνδισή της στο Γένος, απέδειξαν το μεγάλο λάθος της επιλογής του, όπως και όλων των λατινοφρόνων. Ο Βησσαρίων είναι αρχέτυπος μιας άλλης διαστάσε­ως των διχασμών μας. Αναμφίβολα δεν αγαπούσε το Γένος, όπως ο Πλήθων, διότι ουσιαστικά το παρέδιδε στις δυνάμεις εκείνες, που απεργάζονταν την ιστορι­κή εξαφάνισή του. Αρκεί να σκεφθεί κανείς τις χιλιά­δες των αποδεχθέντων τον Παπισμό ή την Ουνία στη Μεγάλη Ελλάδα, στους μετέπειτα αιώνες. Μαζί με την Ορθοδοξία έχασαν και την γλώσσα τους, και από τον Ελληνισμό τους μόνο η ανάμνηση τους έμεινε και η νοσταλγία. Από την άλλη πλευρά, ούτε ο άγιος Μάρκος, ούτε ο Πλήθων μπορούν να χαρακτηρισθούν φιλότουρκοι, μολονότι ο δεύτερος για λόγους τακτι­κής, προέτεινε σε κάποια στιγμή την δημιουργία δυα­δικής αυτοκρατορίας μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών, για την διάσωση του Γένους και της αυτοκρατο­ρίας. Η πρόταξη του Έθνους στα παραπάνω πρόσωπα ήταν δεδομένη, έστω και αν κάποιοι αστόχησαν στις επιλογές τους.
       Η ταύτιση όμως με αλλότριες δυνάμεις και μάλι­στα εκείνες, που επιβουλεύονται ή μπορούν να βλά­ψουν καίρια το Έθνος, είναι το μεγάλο πρόβλημα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, που θα πληθυνθούν στους τε­λευταίους αιώνες της Οθωμανοκρατίας, η συνεργασία με τις ξένες δυνάμεις θα υπερβεί τα όρια της συμμα­χίας, μεταβαλλόμενη αυτόχρημα σε υποταγή, που σή­μαινε ταυτόχρονα απώλεια για το Έθνος. Αυτό δήλω­ναν οι ειδικοί όροι, που πλάσθηκαν στα χρόνια της δουλείας: τουρκεύω ή τουρκίζω και φραγκεύω ή φραγκίζω. Σημασία δε έχει, ότι οι όροι αυτοί υπονοού­σαν, ότι η ταύτιση με τις εχθρικές δυνάμεις συνετελείτο με την απώλεια της Πίστεως-Ορθοδοξίας. Αυτό δε, συνέβαινε ακόμη και στην περίπτωση διασώσεως της γλώσσας, που, όπως τα πράγματα αποδεικνύουν, δεν αρκεί, να σώσει την εθνική ταυτότητα. Οι Καππαδόκες λ.χ. στην Μικρασία έχασαν την γλώσσα τους, αλλά μέσω της Ορθοδοξίας διετήρησαν τον ελληνισμό τους. Αντίθετα, οι Βαλαάδες στην Δυτική Μακε­δονία διετήρησαν την γλώσσα, αλλά ετούρκευσαν, ό­ταν έχασαν την πίστη τους, την Ορθοδοξία. Το 1821 δικαιώθηκε ο Μάρκος ο Ευγενικός και όχι ο Βησσα­ρίων, όπως απέδειξε ο αείμνηστος Θεοδόσιος Σπεράντζας.
         6. Οι διχασμοί στην εποχή της αλώσεως, μένον­τας στα όρια της ιδεολογίας, δεν απέβαιναν βλαπτικοί για το Έθνος-Γένος. Το αντίθετο όμως συνέβαινε, ό­ταν συνετελείτο προσχώρηση στις επιβουλευόμενες το Έθνος δυνάμεις, που προϋπέθετε και την εσωτερική ταύτιση μαζί τους. Αυτό θα ισχύει έκτοτε ως αμετακίνητος κανόνας. Η πρόταξη του Έθνους παράγει εθνοκεντρικότητα και προσήλωση σ’ αυτό μέχρις ε­σχάτων. Ο Μάρκος Εφέσου, ο Πατριάρχης Γεννά­διος, ο Πλήθων ήσαν εθνοκεντρικοί. Ο Βησσαρίων, κατά την δική μας εκτίμηση, όχι.
       Ο πατριάρχης Γεννάδιος, ο Πλήθων, ο άγιος Μάρκος, ο Λουκάς Νοταράς προέταξαν το Έθνος, ό­πως ακόμη και ο μαρτυρικός αυτοκράτοράς μας Κων­σταντίνος Παλαιολόγος. Η αναζήτηση εξωτερικής βοήθειας δεν σήμαινε γι’ αυτούς υποταγή ή σχετικοποίηση του Έθνους στην συνείδησή τους. Η εθνο­κεντρικότητα, εξ άλλου, είναι το απαραίτητο θεμέλιο κάθε εξωτερικής πολιτικής. Η συνείδηση του προτεκτοράτου, που καλλιεργήθηκε μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1830), οδήγησε επανειλημμένως στην υπόταξη του εθνικού συμφέροντος στο συμφέ­ρον της οποιασδήποτε «προστατευούσης Δυνάμεως» και στην υποταγή σε ξένα κέντρα λήψεως αποφάσεων. Και αυτό συχνά με το πρόσχημα του διεθνισμού, που σήμερα έγινε οικουμενισμός και παγκοσμιοποίη­ση. Αληθινή όμως οικουμενική συνείδηση μπορεί να υπάρξει μόνον εκεί, όπου ισχύει η αγάπη προς το Έ­θνος. Ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα και εθνική συνείδη­ση δεν είναι παρά οικουμενικός τυχοδιώκτης και πλά­νης στην έρημο του ατομισμού του.
       Η εφαρμογή, συνεπώς, εθνοκεντρικής πολιτικής είναι ιδιαίτερα σήμερα αναγκαία, ως προϋπόθεση ι­στορικής επιβιώσεως τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και στην πλανητική κοινωνία της Νέας Εποχής και της Νέας Τάξεως πραγμάτων. Οι αλώσεις του 1204 και του 1453 απειλούσαν γεωγραφικά σύνορα και προκάλεσαν δουλείες σωμάτων. Η ψυχή και το φρόνημά μας, έμειναν αδούλωτα και γι’ αυτό επιβιώσαμε, κατορθώνοντας να φθάσουμε στο 1821. Σήμερα τα σύνορά μας βρίσκονται στην ψυχή μας. Αυτή απει­λείται με νέα (τρίτη) άλωση. Η Υπερδύναμη της Νέ­ας Εποχής, με όλες τις συνιστώσες της, έχει αποβεί «καθολική μας μητρόπολη» και μόνιμο σημείο ανα­φοράς, καθορίζοντας και προσδιορίζοντας σύνολο τον εθνικό μας βίο, και αυτό το φρόνημά μας, με την εξωπροσδιοριζόμενη παιδεία. Χρειάζεται συνεπώς πα­ράλληλη καλλιέργεια της εθνοκεντρικότητας, όχι ως σοβινιστική εχθρότητα, αλλ’ ως λυτρωτικό αντίβαρο στον οικουμενιστικό οδοστρωτήρα (πολιτικά και πνευματικά), που ισοπεδώνει το φρόνημα και εκθεμελιώνει τα σύνορα των ψυχών και συνειδήσεών μας.
       Και σήμερα υπάρχει η μερίδα των Λατινοφρόνων-Ενωτικών και των Ανθενωτικών, φίλων της Ενώσε­ως και αγαπώντων τους Λατίνους και όλον τον κόσμον, αλλ’ εν Αληθεία. Η διάσταση αυτή συνεχίζε­ται και στον εκκλησιαστικό και τον πολιτικό μας χώ­ρο. Οι Λατινόφρονες και των δύο χώρων έχουν φραγκεύσει, όπως έχει αναπτύξει σε ειδικό βιβλίο του ο α­γαπητός συνάδελφος και συναδελφός π. Θεόδωρος Ζήσης. Οι θεολογικά εκφραγκευμένοι διεξάγουν διά­λογο ουνιτικό, δεχόμενοι τον Πάπα ως κανονικό επί­σκοπο της Εκκλησίας του Χριστού και τον «μνημο­νεύουν», πολλοί δε από αυτούς έχουν προχωρήσει στην ένωση με τον Παπισμό, κοινωνώντας με τους Παπικούς, όπως ομολόγησε ήδη το 1971 ο Πατριάρ­χης Αθηναγόρας και πειστικά έχει υποστηρίξει, σε πρόσφατο βιβλίο του, ο συνάδελφος κ. Αθανάσιος Σακαρέλλος. Οι πολιτικοί Λατινόφρονες και φραγκεύσαντες θεωρούν την Ελλάδα προτεκτοράτο, άλλο­τε κάποιας Μεγάλης Δυνάμεως και σήμερα της κυ­ριάρχου Δυνάμεως της Νέας Εποχής, ζώντες και ενεργούντες πάντοτε με την συνείδηση του «υπό προστασίαν» τελούντος, πρόθυμοι ανά πάσαν στιγμήν να ενδώσουν, παραδίδοντες τα πάντα στην διάθεση των «Προστατών» μας, μη δυνάμενοι πλέον να «φυλάσ­σουν Θερμοπύλες».
        Οι Ανθενωτικοί της εποχής μας, όσοι διατηρούν την αυθεντικότητα των Αγίων μας, μένοντας ξένοι προς κάθε έννοια φανατισμού και μισαλλοδοξίας, ταυτίζονται με την «μαγιά» του Μακρυγιάννη, σώζον­τες την Ορθοδοξία και το Γένος-Έθνος στην συνεί­δηση και την ζωή τους, απρόθυμοι πάντοτε να θυσιά­σουν στα είδωλα της Νέας Εποχής και αίροντες τον σταυρό του μαρτυρίου και της παντοειδούς θυσίας. Το μέλλον της Ορθοδοξίας και της Ελληνικότητας στον τόπο μας είναι αλληλένδετο με την στάση των «Ανθενωτικών» στην σημερινή φοβερότερη και υπουλότερη απόπειρα της Φραγκιάς να υποτάξει, δηλαδή να διαλύσει, την Πίστη και το Γένος μας. Όπως δε οι Ανθενωτικοί στην διάρκεια της ποικιλώνυμης δου­λείας έσωσαν το Γένος, με όλα τα συστατικά του, και το οδήγησαν ακμαίο στο 1821, έτσι και σήμερα οι πατερικά Ανθενωτικοί θα διαφυλάξουν το Γένος από τα επερχόμενα δεινά.
(«ΟΦΕΙΛΗ ΑΓΑΠΗΣ», π. Γ. Δ. Μεταλληνού ομοτ. Καθ. Πανεπ. Αθηνών, ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»)
(Πηγή: "Ι.Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου")

Ομολογία πίστεως κατά του Οικουμενισμού (Σύναξη Ορθοδόξων Κληρικών και Μοναχών, Απρίλιος 2009)


theologia
(ΝΕΑ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ)
Από τον Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου Αγίου Όρους Αρχιμ. Ιωσήφ, λάβαμε και δημοσιεύουμε την ενημερωμένη έκδοση της «Ομολογίας».
Όσοι με τη Χάρη του Θεού ανατραφήκαμε με ευσεβή δόγματα και ακολουθούμε σε όλα την Μία, Αγία, Καθολική, και Αποστολική Εκκλησία πιστεύουμε ότι:
Η μοναδική οδός σωτηρίας των ανθρώπων1 είναι η πίστη στην Αγία Τριάδα, στο έργο και στη διδασκαλία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τα συνεχιζόμενα εις το σώμα Αυτού, την Αγία Εκκλησία. Ο Χριστός είναι το μόνο αληθινό φώς2· δεν υπάρχουν άλλα φώτα για να μας φωτίσουν, ούτε άλλα ονόματα που μπορούν να μας σώσουν· «Ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία· ουδέ γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις, εν ω δει σωθήναι ημάς»3. Όλα τα άλλα πιστεύματα, όλες οι θρησκείες, που αγνοούν και δεν ομολογούν τον Χριστό «εν σαρκί εληλυθότα»4, είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα και έργα του Διαβόλου5, δεν οδηγούν στην αληθινή θεογνωσία και στην δια του θείου βαπτίσματος αναγέννηση, αλλά πλανούν τους ανθρώπους και τους οδηγούν στην απώλεια. Οι Χριστιανοί πιστεύοντες εις την Αγία Τριάδα, δεν έχουμε τον ίδιο Θεό με καμμία άλλη θρησκεία· ούτε με τις λεγόμενες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον Ιουδαϊσμό και τον Μωαμεθανισμό, οι οποίες δεν πιστεύουν στην Αγία Τριάδα.
Επί δύο χιλιάδες χρόνια η ιδρυθείσα από το Χριστό και καθοδηγούμενη από το Αγιο Πνεύμα Εκκλησία έμεινε σταθερή και ακλόνητη στην διδαχθείσα από το Χριστό, παραδοθείσα από τους Αγίους Αποστόλους και φυλαχθείσα από τους Αγίους Πατέρες σωτηριώδη Αλήθεια. Δεν κάμφθηκε από τους σκληρούς διωγμούς των Ιουδαίων αρχικά και των ειδωλολατρών στη συνέχεια κατά τους τρεις πρώτους αιώνες· ανέδειξε πλήθος μαρτύρων και εξήλθε νικήτρια, αποδείξασα την θεϊκή της προέλευση. Όπως λέγει θαυμάσια ο Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: «Ουδέν Εκκλησίας δυνατώτερον… Ανθρωπον εάν πολεμής, ή ενίκησας ή ενικήθης, εκκλησίαν δε εάν πολεμής, νικήσαί σε αμήχανον· ο Θεός γαρ εστιν ο πάντων ισχυρότερος»6.
Μετά την κατάπαυση των διωγμών και τον θρίαμβο της Εκκλησίας επί των εξωτερικών εχθρών, των Ιουδαίων δηλαδή και των ειδωλολατρών, πληθύνθηκαν και ενδυναμώθηκαν οι εσωτερικοί εχθροί της Εκκλησίας. Εμφανίσθηκαν οι ποικίλες αιρέσεις, οι οποίες επεχείρησαν να ανατρέψουν και να νοθεύσουν την παραδοθείσα πίστη, ώστε οι πιστοί να πάθουν σύγχυση και να ατονήσει η εμπιστοσύνη τους στην ευαγγελική αλήθεια και στα παραδεδομένα. Ο Μέγας Βασίλειος σκιαγραφώντας την εκκλησιαστική κατάσταση που εδημιούργησε η επί σαράντα έτη κυριαρχήσασα, και διοικητικά, αίρεση του Αρείου λέγει: «Καταπεφρόνηται τα των Πατέρων δόγματα, αποστολικαί παραδόσεις εξουθένηνται, νεωτέρων ανθρώπων εφευρέματα ταις Εκκλησίαις εμπολιτεύεται· τεχνολογούσι λοιπόν, ου θεολογούσιν οι άνθρωποι· η του κόσμου σοφία τα πρωτεία φέρεται παρωσαμένη το καύχημα του Σταυρού. Ποιμένες απελαύνονται, αντεισάγονται δε λύκοι βαρείς διασπώντες το ποίμνιον του Χριστού»7.
Ο,τι έγινε με τους εξωτερικούς εχθρούς, τις θρησκείες, συνέβη και με τους εσωτερικούς, τις αιρέσεις. Η Εκκλησία δια μεγάλων και φωτισμένων Αγίων Πατέρων οριοθέτησε και περιχαράκωσε την Ορθόδοξη πίστη με αποφάσεις Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων για συγκεκριμένες αμφισβητούμενες διδασκαλίες, αλλά και με την συμφωνία των Πατέρων (consensus Patrum) για το σύνολο των θεμάτων της πίστεως. Είμαστε πλέον ασφαλείς, όταν ακολουθούμε τους Αγίους Πατέρες και δεν μετακινούμε τα όρια που εκείνοι έθεσαν. Το «Επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι» και το «Μη μεταίρειν όρια α έθεντο οι Πατέρες ημών» αποτελούν σταθερή γραμμή πορείας και ασφαλιστική δικλείδα της Ορθοδόξου πίστεως και ζωής. Κατά συνέπειαν οι βασικές θέσεις της Ομολογίας μας είναι οι εξής:
1. Φυλάττουμε αμετακίνητα και απαραχάρακτα όσα οι Σύνοδοι και οι Πατέρες εθέσπισαν. Αποδεχόμαστε όσα εκείνοι αποδέχονται και καταδικάζουμε όσα καταδικάζουν, αποφεύγουμε δε την επικοινωνία με όσους καινοτομούν εις τα της πίστεως. Εμείς ούτε προσθέτουμε, ούτε αφαιρούμε κάποια διδασκαλία, ούτε την μεταβάλλουμε. Ήδη ο θεοφόρος Αγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας στην Επιστολή του στον Αγιο Πολύκαρπο Σμύρνης γράφει: «Πας ο λέγων παρά τα διατεταγμένα, καν αξιόπιστος ή, καν νηστεύη, καν παρθενεύη, καν σημεία ποιή, καν προφητεύη, λύκος σοι φαινέσθω εν προβάτου δορά προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος». Ο Αγιος Ιωάννης, ο Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το του Αποστόλου Παύλου «Ει τις ευαγγελίζεται υμίν παρΆ ο παρελάβετε, ανάθεμα», παρατηρεί ότι ο Απόστολος «ουκ είπε εάν εναντία καταγγέλλωσιν ή το παν ανατρέπωσιν, αλλά καν μικρόν τι ευαγγελίζωνται παρΆ ο παρελάβετε, καν το τυχόν παρακινήσωσιν, ανάθεμα έστωσαν»8.Η Ζ’ Οικουμενική σύνοδος ανακοινώνοντας τις αποφάσεις της εναντίον των εικονομάχων προς τους κληρικούς της Κωνσταντινουπόλεως γράφει: «Τη παραδόσει της Καθολικής Εκκλησίας εξηκολουθήσαμεν και ούτε ύφεσιν ούτε πλεονασμόν εποιησάμεθα, αλλΆ αποστολικώς διδαχθέντες, κρατούμεν τας παραδόσεις ας παρελάβομεν, πάντα αποδεχόμενοι και ασπαζόμενοι όσαπερ η Αγία Καθολική Εκκλησία αρχήθεν των χρόνων αγράφως και εγγράφως παρέλαβεν… Η γαρ αληθινή της Εκκλησίας και ευθυτάτη κρίσις καινουργείσθαι εν αυτή συγχωρεί ουδέν, ούτε αφαίρεσιν ποιείσθαι. Ημείς τοιγαρούν πατρώοις νόμοις επόμενοι, παρά του ενός Πνεύματος λαβόντες χάριν, ακαινοτομήτως και αμειώτως πάντα τα της Εκκλησίας εφυλάξαμεν»9.
Μετά των Αγίων Πατέρων και των Συνόδων απορρίπτουμε και αναθεματίζουμε όλες τις αιρέσεις που παρουσιάσθηκαν κατά την ιστορική διαδρομή της Εκκλησίας. Από τις παλαιές αιρέσεις που επιβιώνουν μέχρι σήμερα καταδικάζουμε τον Μονοφυσιτισμό, τον ακραίο του Ευτυχούς και τον μετριοπαθή του Σεβήρου και Διοσκόρου, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Δ’ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου και την χριστολογική διδασκαλία μεγάλων Αγίων Πατέρων και Διδασκάλων, όπως του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, του Μεγάλου Φωτίου και των ύμνων της λατρείας.
2. Διακηρύσσουμε ότι ο Παπισμός είναι μήτρα αιρέσεων και πλανών· η διδασκαλία του Filioque, της εκπορεύσεως δηλαδή του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, είναι αντίθετη προς όσα ο ίδιος ο Χριστός εδίδαξε περί του Αγίου Πνεύματος. Σύνολος ο χορός των Πατέρων και σε συνόδους και ξεχωριστά θεωρούν τον Παπισμό αίρεση, διότι εκτός του Filioque παρήγαγε πλήθος άλλων πλανών, όπως το πρωτείο και το αλάθητο του πάπα, τα άζυμα, το καθαρτήριο πυρ, την άσπιλο σύλληψη της Θεοτόκου, την κτιστή Χάρη, την εξαγορά των αφέσεων (indulgentiae)· άλλαξε όλη σχεδόν την διδασκαλία και πράξη για το Βάπτισμα, το Χρίσμα, τη Θεία Ευχαριστία και τα άλλα μυστήρια και μετέτρεψε την Εκκλησία σε κοσμικό κράτος.
Ο σημερινός Παπισμός παρεξέκλινε πολύ περισσότερο του μεσαιωνικού Παπισμού από την διδασκαλία της Εκκλησίας, ώστε δεν αποτελεί πλέον συνέχεια της αρχαίας Δυτικής Εκκλησίας. Εισήγαγε πλήθος νέων υπερβολών στην «Μαριολογία», όπως την διδασκαλία περί της Θεοτόκου ως «συλλυτρώτριας» (corredemptrix) του ανθρωπίνου γένους. Ενίσχυσε την «Χαρισματική Κίνηση» πεντηκοστιανικών ομάδων, δήθεν πνευματοκεντρικών. Υιοθέτησε ανατολικές πνευματικές μεθόδους προσευχής και διαλογισμού. Εισήγαγε νέες καινοτομίες στη Θεία Λατρεία, όπως τους χορούς και τα μουσικά όργανα. Εσυντόμευσε και ουσιαστικά κατέστρεψε την Θεία Λειτουργία. Στον χώρο του Οικουμενισμού έθεσε τις βάσεις για την Πανθρησκεία με την Β’ Βατικάνειο Σύνοδο, αναγνωρίζοντας την «πνευματική ζωή» των αλλοθρήσκων. Ο δογματικός μινιμαλισμός ωδήγησε και σε μείωση των ηθικών απαιτήσεων λόγω του δεσμού δόγματος και ήθους, με συνέπεια τις ηθικές πτώσεις κορυφαίων κληρικών και την αύξηση μεταξύ των κληρικών των ηθικών εκτροπών της ομοφυλοφιλίας και της παιδοφιλίας10. Εξακολουθώντας να στηρίζει την «Ουνία», αυτήν την καρικατούρα της Ορθοδοξίας, με την οποία ως δούρειο ίππο εξαπατά και προσηλυτίζει πιστούς, τορπιλλίζει τον διάλογο και διαψεύδει τις δήθεν ειλικρινείς προθέσεις για την ένωση.
Γενικώς υπάρχει ριζική αλλαγή του Παπισμού και στροφή προς τον Προτεσταντισμό μετά την Β’ Βατικάνειο Σύνοδο, ως και υιοθέτηση διαφόρων "πνευματικών" κινημάτων της «Νέας Εποχής».
Κατά τον Αγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, τον Μυσταγωγό, ο Παπισμός προκάλεσε στην Εκκλησία μεγαλύτερη ζημία από όση προκάλεσαν όλες μαζί οι αιρέσεις και τα σχίσματα. Οι Ορθόδοξοι έχουμε κοινωνία με τους προ του σχίσματος πάπες και πολλούς πάπες τους εορτάζουμε ως αγίους. Οι μετά το σχίσμα πάπες είναι αιρετικοί· έπαυσαν να είναι διάδοχοι στον θρόνο της Ρώμης, δεν έχουν αποστολική διαδοχή, επειδή δεν έχουν την πίστη των Αποστόλων και των Πατέρων. Για τον λόγο αυτό τον εκάστοτε πάπα «ου μόνον ου κοινωνικόν έχομεν, αλλά και αιρετικόν αποκαλούμεν». Λόγω της βλασφημίας εναντίον του Αγίου Πνεύματος με την διδασκαλία περί του Filioque έχασαν το Αγιο Πνεύμα, και όλα σΆ αυτούς είναι αχαρίτωτα. Κανένα μυστήριό τους δεν είναι έγκυρο κατά τον Αγιο Συμεών. «Βλασφημούσιν άρα οι καινοτόμοι και πόρρω του Πνεύματός εισι, βλασφημούντες κατά του Αγίου Πνεύματος, και ουκ εν αυτοίς όλως το Πνεύμα το Αγιον· διο και τα αυτών αχαρίτωτα, ως την χάριν του Πνεύματος αθετούντων και υποβιβαζόντων αυτό… διο και το Πνεύμα ουκ εν αυτοίς το ¶γιον, και ουδέν πνευματικόν εν αυτοίς και καινά πάντα και εξηλλαγμένα τα εν αυτοίς και παρά την θείαν παράδοσιν»11.
3. Τα ίδια ισχύουν, σε μεγαλύτερο βαθμό, για τον Προτεσταντισμό, ο οποίος ως τέκνο του Παπισμού κληρονόμησε πολλές αιρέσεις, προσέθεσε δε πολύ περισσότερες· απορρίπτει την Παράδοση δεχόμενος μόνον την Αγία Γραφή (Sola Scriptura), την οποία παρερμηνεύει, καταργεί την Ιερωσύνη ως ειδική μυστηριακή Χάρη, την τιμή των Αγίων και των εικόνων, υποτιμά το πρόσωπο της Θεοτόκου, απορρίπτει τον Μοναχισμό· από τα Αγια Μυστήρια δέχεται μόνον το Βάπτισμα και την Θεία Ευχαριστία, αλλοιώνοντας και σΆ αυτά την διδασκαλία και την πράξη της Εκκλησίας, διδάσκει τον απόλυτο προορισμό (Καλβινισμός) και την εκ της πίστεως μόνον δικαίωση, εσχάτως δε η «προοδευτική» του μερίς εισήγαγε την Ιερωσύνη των γυναικών και τον γάμο των ομοφυλοφίλων, τους οποίους δέχονται και στην Ιερωσύνη. Κυρίως όμως στερείται εκκλησιολογίας, διότι δεν υπάρχει η έννοια της Εκκλησίας, όπως την κατανοεί η Ορθόδοξη Παράδοση.
4. Ο μόνος τρόπος για να αποκατασταθεί η κοινωνία μας με τους αιρετικούς είναι η εκ μέρους τους αποκήρυξη της πλάνης και η μετάνοια, ώστε να υπάρξει αληθινή ένωση και ειρήνη· ένωση με την αλήθεια και όχι με την πλάνη και την αίρεση. Για την ενσωμάτωση των αιρετικών στην Εκκλησία η κανονική ακρίβεια απαιτεί την δια του Βαπτίσματος αποδοχή τους. Το προηγούμενο «βάπτισμά» τους, τελούμενο εκτός της Εκκλησίας, χωρίς την τρισσή κατάδυση και ανάδυση του βαπτιζομένου εντός του διΆ ειδικής ευχής ηγιασμένου ύδατος και από μη Ορθόδοξο ιερέα, δεν είναι καν βάπτισμα· στερείται της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, η οποία δεν υπάρχει στα σχίσματα και στις αιρέσεις, και επομένως δεν έχομε τίποτε κοινό που να μας ενώνει, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος: «Οι δε της Εκκλησίας αποστάντες ουκέτι έσχον την χάριν του Αγίου Πνεύματος εφΆ εαυτοίς· επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπήναι την ακολουθίαν… οι δε απορραγέντες, λαϊκοί γενόμενοι, ούτε του βαπτίζειν, ούτε του χειροτονείν είχον την εξουσίαν, ουκέτι δυνάμενοι χάριν Πνεύματος Αγίου παρέχειν, ης αυτοί εκπεπτώκασιν»12.
Είναι γι’ αυτό αθεμελίωτη και μετέωρη η νέα προσπάθεια των Οικουμενιστών να προβάλουν την θέση ότι έχουμε κοινό βάπτισμα με τους αιρετικούς, και επάνω στην ανύπαρκτη βαπτισματική ενότητα να στηρίξουν την ενότητα της Εκκλησίας, η οποία δήθεν υπάρχει όπου υπάρχει βάπτισμα13. Στην Εκκλησία όμως εισέρχεται κανείς και γίνεται μέλος της όχι με το οιοδήποτε βάπτισμα αλλά με το ένα και ενιαίως τελούμενο βάπτισμα από ιερείς έχοντας την Ιερωσύνη της Εκκλησίας.
5. Εφ’ όσον οι αιρετικοί εξακολουθούν να παραμένουν στην πλάνη, αποφεύγουμε την μετ’ αυτών κοινωνία, ιδιαίτερα τις συμπροσευχές. Οι ιεροί κανόνες στο σύνολό τους απαγορεύουν όχι μόνο τα συλλείτουργα και τις εντός των ναών συμπροσευχές, αλλά και τις απλές συμπροσευχές σε ιδιωτικούς χώρους. Η αυστηρή στάση της Εκκλησίας απέναντι στους αιρετικούς προέρχεται από αληθινή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον για τη σωτηρία τους και από ποιμαντική μέριμνα να μην παρασυρθούν οι πιστοί στην αίρεση. Όποιος αγαπά φανερώνει την αλήθεια, δεν αφήνει τον άλλο στο ψεύδος· διαφορετικά η αγάπη και η μετΆ αυτού ομόνοια και ειρήνη είναι επίπλαστες και ψεύτικες. Υπάρχει καλός πόλεμος και κακή ειρήνη. «Κρείττων γαρ επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού» λέγει ο Αγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος14. Και ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνιστά: «Ει που την ευσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ’ ίστασο γενναίως έως θανάτου… την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς». Και αλλού συνιστά με έμφαση: «Μηδέν νόθον δόγμα τω της αγάπης προσχήματι παραδέχησθε»15. Αυτήν την στάση των Πατέρων υιοθέτησε και ο μέγας αγωνιστής και ομολογητής της Ορθοδόξου πίστεως απέναντι στους Λατίνους Αγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός, ο οποίος την δική του Ομολογία Πίστεως στην Φλωρεντία κατακλείει δια των εξής: «Απαντες οι της Εκκλησίας διδάσκαλοι, πάσαι αι σύνοδοι και πάσαι αι θείαι Γραφαί φεύγειν τους ετερόφρονας παραινούσι και της αυτών κοινωνίας διΐστασθαι. Τούτων ουν εγώ πάντων καταφρονήσας, ακολουθήσω τοις εν προσχήματι πεπλασμένης ειρήνης ενωθήναι κελεύουσι; Τοις το ιερόν και θείον σύμβολον κιβδηλεύσασι και τον Υιόν επεισάγουσι δεύτερον αίτιον του Αγίου Πνεύματος; Τα γαρ λοιπά των ατοπημάτων εώ, το γε νυν έχον, ων και εν μόνον ικανόν ην ημάς εξ αυτών διαστήσαι. Μη πάθοιμεν τούτό ποτε, Παράκλητε αγαθέ, μηδ’ ούτως εμαυτού των καθηκόντων λογισμών αποπέσοιμι· της δε σης διδασκαλίας και των υπό σου εμπνευσθέντων μακαρίων ανδρών εχόμενος, προστεθείην προς τους εμούς πατέρας, τούτο, ει μη τι άλλο, εντεύθεν αποφερόμενος, την ευσέβειαν»16.
6. Μέχρι των αρχών του 20ου αιώνος η Εκκλησία σταθερά και αμετάβλητα είχε απορριπτική και καταδικαστική στάση έναντι όλων των αιρέσεων, όπως ακριβώς αυτό διατυπώνεται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας που διαβάζεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Αναθεματίζονται οι αιρέσεις και οι αιρετικοί, η κάθε μία ξεχωριστά· για να μη μείνει δε καμμία εκτός του αναθέματος, υπάρχει στο τέλος γενικός αναθεματισμός: «Όλοις τοις αιρετικοίς ανάθεμα».
Δυστυχώς αυτή η ενιαία, σταθερή και αταλάντευτη στάση της Εκκλησίας μέχρι των αρχών του 20ου αιώνος άρχισε σταδιακά να εγκαταλείπεται, μετά την εγκύκλιο που εξαπέλυσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1920 «Προς τας απανταχού εκκλησίας του Χριστού», η οποία για πρώτη φορά χαρακτηρίζει επισήμως τις αιρέσεις ως εκκλησίες, που δεν είναι αποξενωμένες από την Εκκλησία, αλλά είναι οικείες και συγγενείς. Συνιστούσε να «αναζωπυρωθή και ενισχυθή προ παντός η αγάπη μεταξύ των Εκκλησιών, μη λογιζομένας αλλήλας ως ξένας και αλλοτρίας, αλλ’ ως συγγενείς και οικείας εν Χριστώ και συγκληρονόμους και συσσώμους της επαγγελίας του Θεού εν Χριστώ»17.
Ανοιξε πλέον ο δρόμος για να υιοθετηθεί, να διαμορφωθεί και να αναπτυχθεί στο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας η προτεσταντικής κατ’ αρχήν επινοήσεως, τώρα δε και παπικής αποδοχής, αίρεση του Οικουμενισμού, αυτή η παναίρεση, που υιοθετεί και νομιμοποιεί όλες τις αιρέσεις ως εκκλησίες και προσβάλλει το δόγμα της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Αναπτύχθηκε πλέον, διδάσκεται και επιβάλλεται από Πατριάρχες και επισκόπους νέο δόγμα περί Εκκλησίας, νέα εκκλησιολογία. Σύμφωνα με αυτό καμμία Εκκλησία δεν δικαιούται να διεκδικήσει αποκλειστικά για τον εαυτό της τον χαρακτήρα της καθολικής και αληθινής Εκκλησίας. Κάθε μία είναι ένα κομμάτι, ένα μέρος, όχι ολόκληρη η Εκκλησία. Όλες μαζί αποτελούν την Εκκλησία.
Έπεσαν όλα τα όρια που έθεσαν οι Πατέρες· δεν υπάρχει οριοθετική γραμμή μεταξύ αιρέσεως και Εκκλησίας, μεταξύ αληθείας και πλάνης. Και οι αιρέσεις είναι εκκλησίες, πολλές μάλιστα, όπως η παπική, θεωρούνται τώρα ως αδελφές εκκλησίες, στις οποίες από κοινού με εμάς ανέθεσε ο Θεός την φροντίδα για την σωτηρία των ανθρώπων18. Υπάρχει και στις αιρέσεις η Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, γι αυτό και το βάπτισμά τους, όπως και όλα τα άλλα μυστήρια είναι έγκυρα. Όσοι έχουν βαπτισθή, σε οποιαδήποτε αίρεση και αν ανήκουν, είναι μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας. Οι αρές και τα αναθέματα των συνόδων δεν ισχύουν και πρέπει να διαγραφούν από τα λειτουργικά βιβλία. Στεγασθήκαμε μέσα στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και ουσιαστικά προδώσαμε ―και μόνο με την ένταξή μας― την εκκλησιολογική μας αυτοσυνειδησία. Αφαιρέσαμε το δόγμα περί της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, το δόγμα «εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα»19.
7. Ο διαχριστιανικός αυτός συγκρητισμός, διευρύνθηκε τώρα και σε διαθρησκειακό συγκρητισμό, ο οποίος εξισώνει όλες τις θρησκείες, με την μοναδική, θεόθεν αποκαλυφθείσα από τον Χριστό θεοσέβεια, θεογνωσία και κατά Χριστόν ζωή. Προσβάλλεται επομένως όχι μόνο το δόγμα της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας σε σχέση με τις αιρέσεις, αλλά και το θεμελιώδες δόγμα της μοναδικής εν τω κόσμω Αποκαλύψεως και σωτηρίας των ανθρώπων δια Ιησού Χριστού σε σχέση με τις θρησκείες του κόσμου. Είναι η χειρότερη πλάνη, η μεγαλύτερη αίρεση όλων των αιώνων.
8. Εμείς πιστεύουμε και ομολογούμε ότι μόνον εν τω Χριστώ υπάρχει η δυνατότης σωτηρίας. Οι θρησκείες του κόσμου και οι αιρέσεις οδηγούν στην απώλεια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι απλώς η αληθής Εκκλησία· είναι η μόνη Εκκλησία. Μόνον αυτή έμεινε πιστή στο Ευαγγέλιο, στις συνόδους και στους Πατέρες, και συνεπώς μόνον αυτή αντιπροσωπεύει την αληθινή καθολική Εκκλησία του Χριστού. Κατά τον όσιο Γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς, ο Οικουμενισμός είναι κοινό όνομα για τις ψευδοεκκλησίες της Δυτικής Ευρώπης. Το κοινό όνομά τους είναι η παναίρεση20.
Αυτήν την παναίρεση έχουν αποδεχθή εκ των Ορθοδόξων πολλοί πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί. Την διδάσκουν «γυμνή τη κεφαλή», την εφαρμόζουν και την επιβάλλουν στην πράξη κοινωνούντες παντοιοτρόπως με τους αιρετικούς, με συμπροσευχές, ανταλλαγές επισκέψεων, ποιμαντικές συνεργασίες, θέτοντας ουσιαστικώς εαυτούς εκτός Εκκλησίας. Η στάση μας εκ των συνοδικών κανονικών αποφάσεων και εκ του παραδείγματος των Αγίων είναι προφανής. Ο καθένας πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του.
9. Υπάρχουν βέβαια και συλλογικές ευθύνες, και κυρίως των οικουμενιστικών φρονημάτων Ιεραρχών και Θεολόγων μας, απέναντι στο ορθόδοξο πλήρωμα και το ποίμνιό τους. Προς αυτούς δηλώνουμε με φόβο Θεού και αγάπη, ότι η στάση τους αυτή και τα ανοίγματά τους στις οικουμενιστικές δραστηριότητες είναι από πάσης πλευράς καταδικαστέα: Διότι
α) αμφισβητούν έμπρακτα την ορθοδοξοπατερική μας παράδοση και Πίστη·
β) σπέρνουν την αμφιβολία στις καρδιές του ποιμνίου και κλονίζουν πολλούς, οδηγώντας σε διαίρεση και σχίσμα και
γ) παρασύρουν ένα μέρος του ποιμνίου στην πλάνη και με αυτήν στον πνευματικό όλεθρο.
Διακηρύσσουμε, λοιπόν, ότι για τους λόγους αυτούς οι κινούμενοι σΆ αυτήν την οικουμενιστική ανευθυνότητα, όποια θέση και αν κατέχουν στον Εκκλησιαστικό Οργανισμό, αντιτάσσονται στην παράδοση των Αγίων μας και συνεπώς βρίσκονται σε αντίθεση μαζί τους.
Γι’ αυτό η στάση τους πρέπει να καταδικάζεται και να απορρίπτεται από το σύνολο των Ιεραρχών και τον πιστό Λαό.
________________________
Την Ομολογία Πίστεως υπογράφουν οι ακόλουθοι ενδεικτικώς. Την υπέγραψαν και θα την υπογράψουν πολλοί περισσότεροι:
Μητροπολίτης Κυθήρων και Αντικυθήρων Σεραφείμ
Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας Κοσμάς
Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ
Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας, Καθηγητής Θεολ. Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Αρχιμ. Ιωσήφ, Καθηγούμενος Ι. M. Ξηροποτάμου Αγίου Όρους
Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Ομότ. Καθηγητής Θεολ. Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Ομότ. Καθηγητής Θεολ. Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Αρχιμ. Μάρκος Μανώλης, Πνευματικός Προϊστάμενος «Πανελληνίου Ορθοδόξου Ενώσεως»
Αρχιμ. Αθανάσιος, Καθηγούμενος Ι. M. Σταυροβουνίου, Κύπρος
Αρχιμ. Τιμόθεος Σακκάς, Καθηγούμενος Ι. M. Παρακλήτου, Ωρωπός
Αρχιμ. Κύριλλος Κεχαγιόγλου, Καθηγούμενος Ι. M. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου Λαγκαδά
Αρχιμ. Σαράντης Σαράντος, Εφημέριος Ι. N. Κοιμήσεως Θεοτόκου Αμαρουσίου Αττικής
Αρχιμ. Μάξιμος Καραβάς, Καθηγούμενος Ι. M. Αγ. Παρασκευής Μηλοχωρίου Πτολεμαΐδας
Αρχιμ. Γρηγόριος Χατζηνικολάου, Καθηγούμενος Ι. M. Αγ. Τριάδος Ανω Γατζέας Βόλου
Αρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου, Καθηγούμενος Ι. M. Μεγ. Μετεώρου
Αρχιμ. Θεόκλητος Μπόλκας, Καθηγούμενος Ι. Ησυχ. Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου, Χαλκιδική
Αρχιμ. Χρυσόστομος, Καθηγούμενος Ι. Κοιν. Οσίου Νικοδήμου, Πεντάλοφος, Γουμένισσα
Αρχιμ. Θεόδωρος Διαμάντης, Καθηγούμενος Ι. Μ. Παναγίας Μολυβδοσκεπάστου, Κόνιτσα
Αρχιμ. Παλαμάς Κυριλλίδης, Καθηγούμενος Ι. M. Γενέσεως Θεοτόκου, Καλλίπετρα Βεροίας
Αρχιμ. Λαυρέντιος Γρατσίας, Ι. Μητρόπολις Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας
Αρχιμ. Μελέτιος Βαδραχάνης, Ιερά Μητρόπολις Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας
Αρχιμ. Παύλος Δημητρακόπουλος, Ι. M. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Μουτσιάλης Βεροίας
Αρχιμ. Ιγνάτιος Καλαϊτζόπουλος, Ι. M. Αγ. Παρασκευής Μηλοχωρίου Πτολεμαΐδας
Αρχιμ. Συμεών Γεωργιάδης, Ι. M. Αγίας Τριάδος Ανω Γατζέας Βόλου
Αρχιμ. Αυγουστίνος Σιάρρας, Ι. M. Αγίας Τριάδος Ανω Γατζέας Βόλου
Αρχιμ. Αμβρόσιος Γκιώνης, Ι. M. Αγίας Τριάδος Ανω Γατζέας Βόλου
Γέρων Γρηγόριος Ιερομόναχος, Ι. Ησυχ. Δανιηλαίων, Κατουνάκια Αγίου Όρους
Γέρων Ευστράτιος Ιερομόναχος, Ι. M. Μεγ. Λαύρας Αγ. Όρους
Γέρων Φίλιππος Ιερομόναχος, Καλύβη Μεγ. Αθανασίου, Μικρά Αγία Αννα Αγίου Όρους
Ιερομόναχος Αθανάσιος, Ι. Ησυχ. Δανιηλαίων, Κατουνάκια Αγίου Όρους
Ιερομόναχος Νικόδημος, Ι. Ησυχ. Δανιηλαίων, Κατουνάκια Αγίου Όρους
Ιερομόναχος Νήφων, Ι. Ησυχαστήριον Δανιηλαίων, Κατουνάκια Αγίου Όρους
Ιερομόναχος Χρυσόστομος Κάρτσωνας, Καλύβη Αγίου Γεωργίου, Ι. Σκήτης Αγίας Αννης Αγίου Όρους
Ιερομόναχος Ονούφριος, Καλύβη Τιμίου Προδρόμου Ι. Σκήτης Αγίας Αννης Αγίου Όρους
Ιερομόναχος Χρύσανθος, Καλύβη Τιμίου Προδρόμου Ι. Σκήτης Αγίας Αννης Αγίου Όρους
Ιερομόναχος Αζαρίας, Καλύβη Τιμίου Προδρόμου Ι. Σκήτης Αγίας Αννης Αγίου Όρους.
Ιερομόναχος Γαβριήλ, Ι. Κελλίον Παναγίας Γοργοεπηκόου, Ι. M. Παντοκράτορος, Αγιον Όρος
Ιερομόναχος Παντελεήμων, Ι. Κελλίον Αγ. Παντελεήμονος, Ι. M. Παντοκράτορος, Αγιον Όρος
Πρωτοπρ. Λάμπρος Φωτόπουλος, Εφημέριος Ι. N. Αγίου Κοσμά Αιτωλού Αμαρουσίου Αττικής
Πρωτοπρ. Ιωάννης Φωτόπουλος, Εφημέριος Ι. N. Αγίας Παρασκευής Αττικής
Πρωτοπρ. Αθανάσιος Μηνάς, Λουτράκι Κορινθίας
Πρωτοπρ. Ελευθέριος Παλαμάς, Αγ. Χριστόφοροι Πτολεμαΐδος
Πρωτοπρ. Κωνσταντίνος Μυγδάλης, Εφημέριος Ι. N. Αγ. Κωνσταντίνου Βόλου
Πρωτοπρ. Φώτιος Βεζύνιας, Καθηγητής, Ι. Μητρ. Λαγκαδά
Πρωτοπρ. Αντώνιος Μπουσδέκης, Εφημέριος Ι. N. Αγ. Νικολάου Νικαίας
Πρωτοπρ. Δημήτριος Βασιλειάδης, I. Μητρ. Μαρωνείας και Κομοτηνής
Πρεσβ. Διονύσιος Τάτσης, Εκπαιδευτικός, Κόνιτσα
Πρεσβ. Δημήτριος Σαρρής, Εφημέριος Ι. N. Παμμεγίστων Ταξιαρχών Σέσκλου Αισωνίας.
Πρεσβ. Ευθύμιος Αντωνιάδης, Ι. Μητρ. Λαρίσης
Πρεσβ. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, Εφημέριος Ι. Ν.Αγ. Νικολάου Πατρών
Πρεσβ. Γεώργιος Παπαγεωργίου, Ι. Μητρ. Δημητριάδος
Πρεσβ. Πέτρος Χιρς, Πετροκέρασα Χαλκιδικής
Πρεσβ. Θεοφάνης Μανούρας, Εφημέριος Ι. N. Αγ. Αθανασίου Βελεστίνου Μαγνησίας
Ιεροδ. Θεολόγος Κωστόπουλος, Ι. M. Αγ. Τριάδος Ανω Γατζέας Βόλου
Πρεσβ. Πασχάλης Γκινούδης, Ι. Μητρ. Λαρίσης
Πρεσβ. Γεώργιος Διαμαντόπουλος, Λαύριο, Ι. Μητρ. Μεσογαίας
Πρεσβ. Βασίλειος Κοκολάκης, Εφημέριος Ι. N. Τιμίου Σταυρού, Χολαργός
Πρεσβ. Πέτρος Πανταζής, Εφημέριος Ι. N. Μεταμορφώσεως Χαλανδρίου
Γέρων Θεόληπτος Μοναχός, Καλύβη Τιμίου Προδρόμου, Ι. Σκ. Αγίας Αννης Αγίου Όρους
Γέρων Γαβριήλ Μοναχός, Κελλίον Αγίου Χριστοδούλου, Καρυές, Αγιον Όρος
Γέρων Ιλαρίων Μοναχός, πλησίον Αρσανά Κωνσταμονίτου, Αγιον Όρος
Γέρων Δανιήλ Μοναχός, Ι. Ησυχ. Δανιηλαίων, Κατουνάκια Αγίου Όρους
Γέρων Ακάκιος Μοναχός, Ι. Ησυχ. Δανιηλαίων, Κατουνάκια Αγίου Όρους
Γέρων Στέφανος Μοναχός, Ι. Ησυχ. Δανιηλαίων, Κατουνάκια Αγίου Όρους
Γέρων Παύλος Μοναχός, Ι. Κελλίον Αγίων Αποστόλων, Σκήτη Ξενοφώντος Αγίου Όρους
Γέρων Ονούφριος Μοναχός, Ι. Κελλίον Γενεθλίου της Θεοτόκου, Ι. M. Παντοκράτορος Αγίου Όρους
Γέρων Νεκτάριος Μοναχός, Ι. Κελλίον Ζωοδόχου Πηγής, Ι. M. Κουτλουμουσίου Αγίου Όρους
Γέρων Ισαάκ Μοναχός, Ι. Κελλίον Γενέσεως Θεοτόκου, Ι. Μ.Σταυρονικήτα Αγίου Όρους
Μοναχός Αρσένιος Βλιαγκόφτης, Ι. Ησυχ. Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου, Χαλκιδική
Μοναχός Γεώργιος , Ι. Κελλίον Γενεθλίου της Θεοτόκου, Ι. M. Παντοκράτορος Αγίου Όρους
Μοναχός Χριστοφόρος, Ι. Κελλίον Αγίων Αποστόλων, Σκήτη Ξενοφώντος Αγίου Όρους
Μοναχός Μάξιμος , Ι. Ησυχ. Δανιηλαίων, Κατουνάκια Αγίου Όρους
Μοναχός Δοσίθεος, Κάθισμα Ι.Μ. Κουτλουμουσίου Αγίου Όρους
Μοναχός Σπυρίδων, Κελλίον Αγίου Νικολάου Ι. M. Κουτλουμουσίου
Μοναχός Δαμασκηνός Αγιορείτης, Ι. Κελλίον Τιμίου Προδρόμου, Ι. M. Καρακάλλου
Μοναχός Σάββας Λαυριώτης, Ι. M. Μεγ. Λαύρας Αγίου Όρους
Μοναχός Θεόφιλος Αγιορείτης, Ι. Κελλίον Σάμπρη Αγίου Όρους
Μοναχός Παΐσιος, Ι. Κελλίον Αγ. Αρχαγγέλων «Σαββαίων» Αγίου Όρους
Μοναχός Χερουβείμ, Ι. Κελλίον Αγίων Αρχαγγέλων Αγίου Ιωάννη Κουκουζέλη, Αγιον Όρος
Μοναχός Νικόδημος, Ι. Κελλίον Αγ. Νεκταρίου, Καψάλα Αγίου Όρους
Μοναχός Δοσίθεος, Ι. M. Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος, Σοχός Λαγκαδά
Μοναχός Χαρίτων, Καλύβη Τιμίου Προδρόμου, Ι. Σκήτη Αγ. Αννης Αγίου Όρους
Μοναχός Νικόδημος, Καλύβη Τιμίου Προδρόμου, Ι. Σκήτη Αγ. Αννης Αγίου Όρους
Μοναχός Αβέρκιος, Καλύβη Τιμίου Προδρόμου, Ι. Σκήτη Αγ. Αννης Αγίου Όρους
Μοναχός Πρόδρομος, Καλύβη Τιμίου Προδρόμου, Ι. Σκήτη Αγ. Αννης Αγίου Όρους
Μοναχός Αρσένιος, Ι. Καλύβη Οσιομ. Γερασίμου, Σκήτη Αγ. Παντελεήμονος, Ι. M. Κουτλουμουσίου Αγίου Όρους
Μοναχή Μαριάμ, Καθηγουμένη Ι. M. Αγ. Λαυρεντίου Πηλίου
Μοναχή Χριστονύμφη, Ι. M. Αγ. Λαυρεντίου Πηλίου
Μοναχή Λαυρεντία, Ι. M. Αγ. Λαυρεντίου Πηλίου
Νικόλαος Βασιλειάδης, Θεολόγος-Συγγραφεύς, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ»
Δέσποινα Αναστασιάδου Γεωργούδα, Νηπιαγωγός, πρ. Σχολική Σύμβουλος
Παναγιώτα Αντζου, Φιλόλογος-Θεολόγος, Θεσσαλονίκη
Γεώργιος Γεωργούδας, Δρ Θ., πρ. Σχολικός Σύμβουλος, Θεσσαλονίκη
Ιωάννης Δεκλιώμης, Θεολόγος, Θεσσαλονίκη
Στέφανος Ζιώγας, Φιλόλογος-Διδάσκαλος, Θεσσαλονίκη
Δημήτριος Καραγιαννίδης, Γυμναστής, Θεσσαλονίκη
Βασίλειος Κερμενιώτης, Καθηγητής, Πτολεμαΐδα
Αγάθη Κυριακίδου-Θεοδοσίου, Φιλόλογος, Θεσσαλονίκη
Γαβριήλ Λαμψίδης, Δημοσιογράφος, Θεσσαλονίκη
Σωτήριος Λυσίκατος, Θεολόγος-Φιλόλογος, Θεσσαλονίκη
Χριστίνα Μπουλάκη-Ζήση, πρ. Επίκουρος Καθηγήτρια Θεολ. Σχολής ΑΠΘ
Δημήτριος Μαυρίδης, Μαθηματικός, Θεσσαλονίκη
Κωνσταντίνος Νούσης, Φιλόλογος – Θεολόγος, Βόλος
Λαυρέντιος Ντετζιόρτζιο, εκδότης-συγγραφέας, Πρόεδρος Φιλορθοδόξου Ενώσεως «Κοσμάς Φλαμιάτος»
Ανδρέας Παπαβασιλείου, Δρ Θεολογίας, πρ. Επιθεωρητής Μέσης Εκπαίδευσης, Κύπρος
Παναγιώτης Σημάτης, Καθηγητής Θεολόγος, Γραμματέας Φιλορθοδόξου Ενώσεως «Κοσμάς Φλαμιάτος», Αίγιον
Κωνσταντίνος Σταυρινίδης, Χολαργός, Αθήνα
Μαρίνα Στραβάκου, Φιλόλογος, Θεσσαλονίκη
Αφρατή Στρακαλή-Τζοανοπούλου, Φιλόλογος, Θεσσαλονίκη
Μαλαματή Στρακαλή-Παπαϊωάννου, Φιλόλογος, Θεσσαλονίκη
Δημήτριος Ζήσης, Σχολικός Σύμβουλος ε.τ., πτυχ. Θεολογίας, Καστοριά
____________________________________
 1. Βλ. σύγγραμμα ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ Β’ ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Περί της μόνης οδού προς σωτηρίαν των ανθρώπων, εις ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ, Απαντα τα ευρισκόμενα, Oevres Completes de Georges Scholarios, τόμοι I-VII, Paris 1928-1936, εκδ. L. PETIT – X. SIDERIDES – M. JUGIE, τομ. III, 434-452.
 2. Ιω. 8, 12: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου· ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλΆ έξει το φως της ζωής». Αυτόθι 3, 19 «Το φως ελήλυθεν εις τον κόσμον και ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον το σκότος ή το φως».
 3. Πραξ. 4, 14..
 4. Α’ Ιω. 4, 2-3: «Παν πνεύμα ο ομολογεί Ιησούν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού εστι· και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού ουκ έστι· και τούτό εστι το του αντιχρίστου ο ακηκόατε ότι έρχεται και νυν εν τω κόσμω εστίν ήδη».
 5. Βλ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ, Διδαχές, εις I. ΜΕΝΟΥΝΟΥ, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και Βιογραφία), εκδόσεις «Τήνος», Αθήνα, Διδαχή A1, 37, σελ. 142: «Όλες οι πίστες είναι ψεύτικες, κάλπικες, όλες του Διαβόλου. Τούτο εκατάλαβα αληθινόν, θείον, ουράνιον, σωστόν, τέλειον και δια λόγου μου και δια λόγου σας πως μόνη η πίστις των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών είναι καλή και αγία, το να πιστεύωμεν και να βαπτιζώμεθα εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
 6. Ομιλία προ της εξορίας 1, ΕΠΕ 33, 186.
 7. Επιστολή 90, Τοις αγιωτάτοις αδελφοίς και επισκόποις τοις εν τη Δύσει 2, ΕΠΕ 2, 20.
 8. Γαλ. 1, 9. Εις Γαλ. Ομιλ. Κεφ. 1, PG 61, 624.
 9. MANSI, 13, 409-412.
 10. Την ηθική χαλάρωση και έκπτωση, ακόμη και μεταξύ των κληρικών, είχε επισημάνει ήδη στις αρχές του 15ου αιώνος ο Αγιος Συμεών Θεσσαλονίκης. Βλ. Επιστολήν Δογματικήν 16 εν D. BALFOUR, Συμεών αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1416/17-1429) Έργα Θεολογικά, Ανάλεκτα Βλατάδων 34, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 218: «Και έτι το την πορνείαν παρΆ αυτοίς μη όλως κόλασιν έχειν, ουδΆ εν τοις ιερωμένοις αυτών, αλλΆ ανέδην παλλακάς και πορνικούς έχειν παίδας και καθΆ εκάστην ιερουργείν». Αυτόθι 15, σελ. 216: «Και βίον ζώσιν ουκ ευαγγελικόν· τρυφή γαρ πάσα και πορνεία παρΆ αυτοίς ου μεμπτέα ουδέ τι των απηγορευμένων Χριστιανοίς». Η παρατηρούμενη εσχάτως ηθική έκπτωση και Ορθοδόξων κληρικών είναι απόρροια της ελευθεροφροσύνης του Οικουμενισμού και της εκκοσμίκευσης.
 11. Διάλογος 23, PG 155, 120-121. Επιστολή περί των Μακαρισμών 5, εν D. BALFOUR, Συμεών αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1416/17-1429), Έργα Θεολογικά, Ανάλεκτα Βλατάδων 34, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 226.
 12. Επιστολή Κανονική Α’, Προς Αμφιλόχιον Ικονίου, κανών α.
 13. Στο κείμενο της 9ης Γενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στο Porto Alegre της Βραζιλίας το 2006, που έγινε δεκτό από τους αντιπροσώπους των Ορθοδόξων Εκκλησιών και είχε ως τίτλο «Κληθείσες να είναι Μία Εκκλησία» (Called to be the One Church), στην παράγραφο 8 αναφέρεται: «Όλοι οι βαπτισμένοι εν Χριστώ είναι ενωμένοι στο Σώμα του». Στην παράγραφο 9: «Το ότι όλοι μας από κοινού ανήκουμε στον Χριστό δια του βαπτίσματος εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, δίδει την δυνατότητα στις εκκλησίες και τις καλεί να συμβαδίσουν ακόμη και όταν διαφωνούν. Διαβεβαιώνουμε ότι υπάρχει ένα βάπτισμα, όπως ακριβώς υπάρχει ένα σώμα και ένα Πνεύμα, μία ελπίδα της κλήσεώς μας, ένας Κύριος, μία Πίστη, ένας Θεός και Πατέρας όλων μας (βλ. Εφ. 4, 4-6)». Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας) στο έργο Orthodox Ecclesiology and the Ecumenical Movement, Sourozh Diocesan Magazine (Αγγλία, Αύγουστος 1985, τομ. 21, σελ. 23.) προοδοποίησε αυτήν την θέση γράφοντας: Within baptism, even if there is a break, a divison, a schism, you can still speak of the Church. … The Orthodox, in my understanding at least, participate in the ecumenical movement as a movement of baptised Christians, who are in a state of division because they cannot express the same faith together. In the past this has happened because of a lack of love which is now, thank God, disappearing. (Εντός του βαπτίσματος, ακόμη και αν υπάρχει μία διάσπαση, μία διαίρεση, ένα σχίσμα, μπορείς ακόμη να μιλάς για Εκκλησία. … Οι Ορθόδοξοι, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, συμμετέχουν στην οικουμενική κίνηση ως μία κίνηση βαπτισμένων Χριστιανών, που βρίσκονται σε κατάσταση διαίρεσης, διότι δεν μπορούν να εκφράσουν την ίδια πίστη μαζί. Στο παρελθόν αυτό συνέβαινε λόγω της έλλειψης αγάπης, η οποία τώρα, δόξα τω Θεώ, εξαφανίζεται).
 14. Απολογητικός της εις Πόντον φυγής 82, ΕΠΕ 1, 176.
 15. Εις Ρωμ. Ομιλ. 22, 2, PG 60, 611. Εις Φιλιπ. Ομιλ. 2, 1, PG 62, 119.
 16. Ομολογία πίστεως εκτεθείσα εν Φλωρεντία, εν Documents relatifs au Concile de Florence, II, Oeuvres anticonciliaires de Marc d’Ephese, par L. PETIT, Patrologia Orientalis 17, 442.
 17. Βλ. I. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τομ. 2, σελ. 958.
 18. Βλ. Κοινή Δήλωση πάπα Ιωάννου Παύλου Β’ και πατριάρχου Βαρθολομαίου κατά την επίσκεψη του δευτέρου στη Ρώμη στις 29 Ιουνίου του 1995. Ενωρίτερα τα ίδια είχε διακηρύξει και η Μεικτή Θεολογική Επιτροπή του Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών στο Μπάλαμαντ του Λιβάνου το 1993.
 19. Εφεσ. 4, 5.
 20. Αρχιμ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 224.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: "Όσοι εκ των κληρικών, μοναχών, μοναζουσών και λαϊκών επιθυμούν να συμμετάσχουν στην μικρή αυτή κατάθεση ορθοδόξου ομολογίας ημπορούν να το δηλώσουν γράφοντας: «Συμφωνώ με την Ομολογία Πίστεως κατά τού Οικουμενισμού καί προσυπογράφω». Νά α­ποστείλουν δέ τήν δήλωση με το όνομα τους και την κληρική, μοναστική ή επαγγελματική τους ιδιότητα στη διεύθυνση Περιοδικό «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ» Τ.Θ. 1602, 541 24 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. fax:2310.276590 και e-mail: palimpce@otenet.gr