Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

Διορθόδοξο Θεολογικό Συνέδριο.

 


ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ: ΓΕΝΕΣΗ - ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ - ΔΙΑΨΕΥΣΕΙΣ
 (Πορίσματα)
 
       Στην Θεσσαλονίκη συνήλθε και διεξήγαγε με μεγάλη επιτυχία τις εργασίες του «Διορθόδοξο Θεολογικό Συνέδριο» με θέμα «Οικουμενισμός: Γένεση - Προσδοκίες - Διαψεύσεις». Το συνέδριο συνδιοργάνωσαν το Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και η Εταιρεία Ορθοδόξων Σπουδών. Οι εργασίες διεξήχθησαν από 20 μέχρι 24 Σεπτεμβρίου 2004 στην Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
       Την έναρξη των εργασιών εκήρυξε ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμος. Παρέστησαν και εχαιρέτησαν το Συνέδριο μητροπολίτες, ο νομάρχης Θεσσαλονίκης κ. Παναγιώτης Ψωμιάδης, βουλευτές και πανεπιστημιακοί καθηγητές.
       Ενώπιον πολυπληθούς ακροατηρίου, που απετελείτο από καθηγουμένους ιερών μονών, κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς, μεταξύ των οποίων ήσαν πολλοί θεολόγοι, καθηγηταί των δύο Θεολογικών Σχολών και φοιτηταί της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, επί πέντε ημέρες, εξήντα (60) εκλεκτοί εισηγηταί, μεταξύ των οποίων και επίσκοποι, από πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες, ανέλυσαν το φαινόμενο του Οικουμενισμού από κάθε πλευρά.
       Με βάση τις πολλές εισηγήσεις και τις διεξαχθείσες ενδιαφέρουσες συζητήσεις οι σύνεδροι προέβησαν στις ακόλουθες εκτιμήσεις και προτάσεις:
 
Α. ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ
 
       1. Ο Οικουμενισμός κατασκεύασμα του Παπισμού και του Προτεσταντισμού. Αποκρύπτει την απομάκρυνση από την αληθή Εκκλησία.
      
       Ο Οικουμενισμός ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνος στους κόλπους του Προτεσταντισμού, ως προσπάθεια να επανεύρει την ενότητά του ο διηρημένος σε πάμπολλες ομάδες και παραφυάδες προτεσταντικός κόσμος. Δεν έχει καμμία σχέση με την οικουμενικότητα και καθολικότητα της Εκκλησίας, η οποία διασώζεται με πληρότητα, γεωγραφική και εκκλησιολογική, στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, δηλαδή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία εξακολουθεί να πιστεύει «ό,τι πάντοτε, πανταχού και υπό πάντων επιστεύθη». Η ύπαρ­ξη αιρέσεων και σχισμάτων δεν αναιρεί ούτε την ενότητα ούτε την οικουμενικότητα και καθολικότητα της Εκκλησίας. Η Εκκλησία εξακολουθεί να είναι μία και καθολική. Οι αιρέσεις και τα σχίσματα, όπως είναι οι «καθολικές» και προτεσταντικές «εκκλησίες» της Δύσεως και οι αντιχαλκηδόνιες της Ανατολής, δεν είναι οι νόμιμες και αυθεντικές τοπικές εκκλησίες αυτών των χωρών. επανευρίσκουν την ενότητα και καθολικότητα, καθίστανται αληθείς εκκλησίες, όταν ενσωματωθούν στην πίστη και στη ζωή της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, η οποία δεν είναι απλώς η αληθής Εκκλησία. είναι η μόνη Εκκλησία. Επομένως το λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», ως φορέας, από την αρχή μέχρι σήμερα, του Προτεσταντικού Οικουμενισμού, είναι υπό αληθή εκκλησιολογική έννοια «Παγκόσμιο Συμβούλιο αιρέσεων και σχισμάτων».
       Από την ενότητα και καθολικότητα της Εκκλησίας εξήλθε στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας με το σχίσμα του 1054 μ.Χ. ο Παπισμός, ο οποίος με την υιοθέτηση αιρέσεων, όπως αυτές του filioque και του πρωτείου του πάπα, παρέσυρε στην αίρεση και στην πλάνη την μέχρι τότε ορθόδοξη Εκκλησία της Ρώμης, η οποία ανέδειξε πολλούς αγίους, μάρτυρας και ομολογητάς. Αποκομμένη από την μία και αληθή Εκκλησία η τοπική Εκκλησία της Ρώμης, αιχμάλωτη του Σχολαστικισμού και των κοσμικών επιδιώξεων των παπών, όχι μόνον δεν κατόρθωσε να κρατήσει σε ενότητα τον δυτικό Χριστιανισμό, αλλά έγινε πηγή νέων αιρέσεων και σχισμάτων, όπως της προτεσταντικής Μεταρρυθμίσεως του 16ου αιώνος στις ποικίλες μορφές της, του Αγγλικανισμού και του Παλαιοκαθολικισμού. Αλλοίωσε τον θεανθρώπινο χαρακτήρα της Εκκλησίας σε ανθρώπινο καθίδρυμα κατεξουσιάσεως των πιστών και οδήγησε σε αποχριστιάνιση και αποεκκλησιοποίηση της Ευρώπης. Εισηγητές και σύνεδροι αποδέχθηκαν τον προσφυέστατο ορισμό του Οικουμενισμού που μας άφησε ο όσιος Γέροντας π. Ιουστίνος Πόποβιτς, σύμφωνα με τον οποίο: «Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα διά τους ψευδοχριστιανισμούς, διά τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών με επί κεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι αι ψευδοεκκλησίαι δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν ευαγγελικόν όνομά τους είναι η παναίρεσις»1.
       Οι ενωτικές προσπάθειες μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως που έγιναν κατά την διάρκεια πέντε αιώνων, από το σχίσμα μέχρι την άλωση της Πόλεως από τους Τούρκους το 1453, με αντίστοιχους θεολογικούς διαλόγους, απέτυχαν, διότι δεν συνοδεύονταν από αληθή μετάνοια, προθυμία αποκηρύξεως της πλάνης και επιστροφής στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Οικονομίες και υποχωρήσεις σε θέματα πίστεως για την επίτευξη της ενώσεως αποκρούσθη­καν πάντοτε από την αγρυπνούσα και φυλάττουσα συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος. Παρά την προφανή εγκόσμια σκοπιμότητα και πολιτική χειραγώγηση δεν κατέληξαν πάντως αυτές οι προσπάθειες σε δογματικό μινιμαλισμό, σε συγκρητιστική ισοπέδωση και σε κοσμική αγαπολογία, όπως οι οικουμενιστικοί διάλογοι  του 20ού αιώνος. Επεκράτησε η αποστολική και αγιοπατερική αρχή ότι «ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της πίστεως».
       Αυτό που δεν κατορθώθηκε επί αιώνες με τον Παπισμό επιχειρείται από τις αρχές του 20ού αιώνος με τον προτεσταντικό Οικουμενισμό, τον οποίον ενίσχυσε και ο παπικός Οικουμενισμός μετά την Β' Βατικάνειο Σύνοδο (1963-1965). Αμφότεροι, Παπισμός και Προτεσταντισμός, χάνουν διαρκώς το κύρος τους σε Αμερική, Ευρώπη και απανταχού της γης. Με τον Οικουμενισμό προσπαθούν να καλυφθούν, να αποκρύψουν την αλλοτρίωση και απομάκρυνσή τους από την μόνη και αληθή Εκκλησία του Χριστού, να κατοχυρώσουν την μεγαλύτερη εκκλησιολογική αίρεση των αιώνων, ότι δηλαδή δεν υπάρχει, ότι εξέλι­πε η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ότι όλες οι χριστιανικές ομολογίες διασώζουν στοιχεία εκκλησιαστικότητος, ώστε να μη προβληματίζονται οι πιστοί τους και αναζητούν την αληθή Εκκλησία και την σωτηρία τους.
 
2. Οι προβαλλόμενοι λόγοι της συμμετοχής των Ορθοδόξων δεν είναι αληθείς και έχουν διαψευσθή.
       Δυστυχώς στην παναίρεση αυτή του Οικουμενισμού, με τις βαρύτατες σωτηριολογικές επιπτώσεις, αναμίχθηκε από την αρχή και η Ορθόδοξη Εκκλησία με κάκιστες πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με τις γνωστές εγκυκλίους των ετών 1902, 1920 και 1952 εισήλθε στην οικουμενιστική διαδικασία, αναλαμβάνοντας μάλιστα ηγετικό ρόλο σ' αυτήν. Η παλαιά αποστολική και αγιοπατερική στάση του έναντι των αιρέσεων και των σχισμάτων αλλάζει ριζικά από το 1902 με την επίδραση της διεθνούς πολιτικής συγκυρίας. Από την εποχή μάλιστα του πατριάρχου Αθηναγόρου μέχρι σήμερα κατέστη και επίσημη στάση της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, στην οποία παρέσυρε ολίγον κατ' ολίγον και τις άλλες αυτοκέφαλες εκκλησίες, οι οποίες στην πλειονότητά τους αντιμετώπισαν στην αρχή και μέχρι των αρχών του δευτέρου μισού του 20ού αιώνος με πολύ δισταγμό και επιφυλάξεις τις σχετικές πρωτοβουλίες. Στο Συνέδριο διαπιστώθηκε από τις εισηγήσεις και τις συζητήσεις ότι τα κίνητρα της συμμετοχής των αυτοκεφάλων εκκλησιών στην Οικουμενική Κίνηση, δεν ήσαν πνευματικά, αλλά πολιτικά, κοινωνικά, εθνικά· η κάθε μία εκκλησία ξεχωριστά επεδίωξε με τη συμμετοχή της, είτε να εξασφαλίσει την προστασία και την ενίσχυση είτε να αποφύγει την οργή του πανίσχυρου δυτικού χριστιανικού κόσμου, όπως έγινε και στις παλαιές ενωτικές συνόδους κατά την εποχή των σταυροφοριών και ολίγον προ της αλώσεως.
       Η απουσία θεολογικών και πνευματικών λόγων, εξ αιτίας της οποίας δεν προσφέρεται στους ετεροδόξους ο γνήσιος ευαγγελικός λόγος και η σώζουσα αλήθεια, δεν ομολογείται φυσικά από τους υποστηρικτάς του Οικουμενισμού, μεταξύ των οποίων ασφαλώς υπήρξαν και σημαντικές θεολογικές προσωπικότητες με αγαθά κίνητρα και ορθόδοξη μαρτυρία στα πρώτα στάδια του Οικουμενισμού. Οι προβληθέντες και προβαλλόμενοι θεολογικοί και πνευματικοί λόγοι υπέρ της συμμετοχής των Ορθοδόξων στους διμερείς και πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους και στο ονομαζόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» είναι βασικώς δύο: η αγάπη προς τους ετεροδόξους και η μαρτυρία της Ορθοδόξου πίστεως. Η αγάπη όμως δεν χωρίζεται από την αλήθεια. Όταν ο διάλογος της αγάπης δεν συνυπάρχει με τον διάλογο της αληθείας και δεν οδηγεί στην συνάντηση και αποδοχή της σώζουσας αλήθειας, που είναι ο Χριστός και η Εκκλησία Του, είναι επικίνδυνη παγίδα που οδηγεί σε συγκρητιστική αδιαφορία και απομακρύνει από την ενότητα της πίστεως και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, απομα­κρύνει από την σωτηρία. Δεν υπάρχει χειρότερο κακό από την στέρηση της σωτηρίας, και μόνον ως έργο αγάπης δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί. Είναι δυνατόν να στρέφεται η αγάπη εναντίον της αληθείας; Η αίρεση είναι αναλήθεια, ψεύδος, δαιμονισμός, μίσος και παραποίηση της αλήθειας της Εκκλησίας, αγάπη του ψεύδους. Στους οικουμενικούς διάλογους «χρησιμοποιήθηκε» περισσώς η αγάπη και χάθηκε η αλήθεια, που θεωρήθηκε ως αναζητούμενη, ως μη υπάρχουσα σε καμμία από τις εκκλησίες. Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία δεν αναζητά την αλήθεια. Την έχει. Και αυτήν πρέπει εν αγάπη να δώσει στους ετεροδόξους που την στερούνται ή την έχουν αλλοιώσει. Προτιμάται της αγάπης η αλήθεια, όπως διδάσκει ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: «Ει που την ευσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ' ίστασο γενναίως έως θανάτου... την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς»2. Και συνιστά με έμφαση: «Μηδέν νόθον δό­γμα τω της αγάπης προσχήματι παραδέχησθε»3. Ο Οικουμενισμός περιπίπτει σε φοβερό αμάρτημα, και διότι αρνείται την αλήθεια, την οποία πολλοί ετερόδοξοι αγωνίσθηκαν πολύ να βρουν, και διότι προσπαθεί να κλείσει την πόρτα σε όσους την αναζητούν. Κατά αλήθειαν, τα λόγια του Χριστού προς τους Φαρισαίους έχουν εφαρμογή και στους οικουμενιστάς: «Ουαί δε υμίν, Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι κλείετε την βασιλείαν των ουρανών, έμπροσθεν των ανθρώπων υμείς γαρ ουκ εισέρχεσθε, ουδέ τους εισερχομένους αφίετε εισελθείν»4.
       Ως προς την επιδιωκόμενη μαρτυρία της πίστεως, ακόμη και αν αποτελούσε αγαθή προσδοκία και ελπίδα, αυτό έχει εκ των πραγμάτων διαψευσθή. Δεν μπορεί πάντως να νομίζει κανείς ότι θα μαρτυρήσει και θα κηρύξει την Ορθόδοξη Πίστη, αρχίζοντας με προδοσία της πίστεως. Η ίδια η πράξη της συμμετοχής στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και στους θεολογικούς διάλογους με τους αιρετικούς Παπικούς, Προτεστάντες και Μονοφυσίτες, συνιστά άρνηση της μοναδικότητος της Εκκλησίας, εξίσωση και εξομοίωση της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με τις αιρέσεις και τα σχίσματα. Είναι, όπως ελέχθη, η μεγαλύτερη εκκλησιολογική αίρεση στην ιστορία της Εκκλησίας. Διηρωτάτο ο αείμνηστος μητροπολίτης Σάμου κυρός Ειρηναίος, εκφράζων και την θέση πολλών άλλων αρχιερέων: «Πώς είναι δυνατόν ορθόδοξοι αρχιερείς να μετέχουν εκκλησιαστικού οργανισμού, όπου εξοβελίζεται η Αγία Τριάς, οι δε μετέχοντες πιστεύουν ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι θρυμματισμένη και ότι κάθε αίρεσις είναι τεμάχιόν της και ότι η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία είναι και αυτή εν τεμάχιον;»5. Δεν υπάρχει πράγματι κανείς ανάμεσα στους Αγίους Αποστόλους και στους Πατέρες της Εκκλησίας, ο οποίος με τη διδασκαλία, τη ζωή και τα έργα του θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως παράδειγμα, που θα δικαιολογούσε την ιδιότητα μέλους και την περαιτέρω παραμονή μας σε μία παρασυναγωγή αιρετικών, όπως το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», και σε παρόμοια συμβούλια και συνάξεις.
       Επειδή λοιπόν η ρίζα του Οικουμενισμού ήταν και είναι κακή, γι' αυτό και οι καρποί του είναι κακοί: «Εκ γάρ του καρπού το δένδρον γινώσκεται»6. Έκλεισε ο Οικουμενισμός ένα σχεδόν αιώνα ζωής, έδειξε σαφώς την ταυτότητά του και μπορούμε με ασφάλεια να τον κρίνουμε. Ανησυχούν μάλιστα για την πορεία του και τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησε ακόμη και συνειδητοί υπέρμαχοι και υποστηρικταί του από πλευράς Ορθοδόξων, και προσπαθούν με πολλούς τρόπους να αποτρέψουν την ήδη αρξαμένη και τείνουσα να αυξηθεί αποχώρηση πολλών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Στο Συνέδριο από πολλούς εισηγητάς παρου­σιάσθηκε η ολέθρια καρποφορία των θεολογικών διαλόγων και της συμμετοχής μας στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών». Πριν παρουσιάσουμε εν συντομία τα αποτελέσματα των θεολογικών διαλόγων, παραθέτουμε την σημαντική εκτίμηση εισηγητών και συνέδρων, σύμφωνα με την οποία από την εξάπλωση του οικουμενιστικού κινήματος και την παρουσία των Ορθοδόξων στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» κατά τα τελευταία εξήντα χρόνια οι οικουμενισταί δεν έχουν μεταστρέψει κανένα ετερόδοξο στην Ορθόδοξη πίστη. Αντιθέτως οι μεταστροφές έγιναν παρά την επικρατήσασα στον Οικουμενισμό τάση να παραμένουν όλοι στις ομολογίες τους, εν όψει της αναμενομένης ενώσεως των «εκκλησιών». Επίσκοποι της διασποράς αρνήθηκαν να δεχθούν στην Ορθόδοξη Εκκλησία επιστρέφοντες ετεροδόξους. Πού λοιπόν στηρίζεται και πού βρίσκεται η πολυδιαφημισθείσα μαρτυρία της Ορθοδόξου πίστεως; Αντίθετα, αντί να μαρτυρούμε την αλήθεια, συμμαρτυρούμε την αίρεση και την πλάνη. Έχει επέλθει από τον μακροχρόνιο και μοναδικό στην εκκλησιαστική ιστορία συγχρωτισμό μας με τους αιρετικούς τέτοια αλλοτρίωση και άμβλυνση του ορθοδόξου φρονήματος, ώστε ευχερώς πλέον κληρικοί και θεολόγοι υπογράφουν κείμενα διαλόγων, όπου προσβάλλονται και αθετούνται αποστολικά και πατερικά δόγματα, η αίρεση παρουσιάζεται ως αλήθεια και οι αιρετικοί εμφανίζονται ως Ορθόδοξοι, το βάπτισμα και τα μυστήριά τους αναγνωρίζονται ως έγκυρα, γι' αυτό και σταδιακά από τις συμπροσευχές προχωρούμε και στην μυστηριακή κοινωνία (intercommunio).
 
3. Ο διάλογος με τους Ρωμαιοκαθολικούς ανώφελος και επιζήμιος.
       Έτσι, για να αρχίσουμε από τον Παπισμό, διαπιστώθηκε ότι ο υπερεικοσαετής θεολογικός διάλογος άρχισε κατά πρωτοφανή μεθόδευση όχι από τα χωρίζοντα, αλλά από τα ενούντα, ώστε οι μεν πιστοί της Ρώμης να εφησυχάζουν και να μην αναζητούν αλλού την αλήθεια, αφού δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές και όλοι ανήκουν στην Εκκλησία, οι δε κληρικοί του πάπα να αξιοποιούν επικοινωνιακά τις συναντήσεις με τους Ορθοδόξους και τις συμπροσευχές, ώστε να προωθούν τον επαίσχυντο και ύπουλο θεσμό της Ουνίας μεταξύ πτωχών και ταλαιπωρημένων από δυσμενείς πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες ορθοδόξων λαών, εκμεταλλευόμενοι την φτώχεια και την ανέχεια. Η Ουνία, μολονότι ευθύνεται για την διακοπή του θεολογικού διαλόγου, εξακολουθεί να ενισχύεται από το Βατικανό με ποικίλους τρόπους. Σημαντικός αριθμός εισηγήσεων αφιερώθηκε στην εξέταση της ιστορικής εξελίξεως και της σημερινής δράσεως της Ουνίας, με το συμπέρασμα ότι η Ρώμη δεν αφίσταται των προσηλυτιστικών και επεκτατικών της βλέψεων εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την οποία υποκριτικά ονομάζει και δέχεται ως «αδελφή εκκλησία». Την ώρα που συζητά και διαλέγεται, συγχρόνως απλώνει αρπακτικά το χέρι της σε ορθόδοξα ποίμνια και ιδρύει επισκοπές και δικαιοδοσίες για προσηλυτιστικούς λόγους μέσα σε ορθόδοξες δικαιοδοσίες, δεν κρύβει δε και την επιθυμία να αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα επί των Παναγίων Προσκυνημάτων των Αγίων Τόπων. Δεν δέχθηκε την καταδίκη της Ουνίας που υπέγραψαν ομόφωνα Ορθόδοξοι και Παπικοί θεολόγοι μέλη της «Διεθνούς Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας» κατά την Στ' Συνέλευση της Ολομελείας στο Freising του Μονάχου (6-15 Ιουνίου 1990), απόδειξη περί του πόσο σέβεται και πόσο θα σεβασθεί τα αποτελέσματα του οποιουδήποτε διαλόγου, όταν θίγουν τις επιδιώξεις της. Για να εξαφανίσει δε τελείως αυτήν την καταδίκη, παρέσυρε τους Ορθοδόξους σε νέα συζήτηση του θέματος στο Balamand του Λιβάνου (17-24 Ιουνίου 1993), όπου αθωώθηκε και νομιμοποιήθηκε η Ουνία με τις υπογραφές αντιπροσώπων εννέα αυτο­κεφάλων και αυτονόμων εκκλησιών (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ρωσίας, Ρουμανίας, Κύπρου, Πολωνίας, Αλβανίας, Φιλλανδίας), ενώ δεν έλαβαν μέρος αρνούμενες την μεθόδευση έξη εκκλησίες (Ιεροσολύμων, Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Ελλάδος, Τσεχοσλοβακίας).
Το σημαντικώτερο όμως γνώρισμα του κειμένου του Balamand δεν βρίσκεται στην αθώωση και νομιμοποίηση της Ουνίας, αλλά στις σοβαρές παραχωρήσεις των Ορθοδόξων αντιπροσώπων σε θέματα πίστεως. Για πρώτη φορά, με αθέτηση της σταθερής και καθαγιασμένης πατερικής παραδόσεως αιώνων αλλά και συγχρόνων «Δηλώσεων» και «Αποφάνσεων», Ορθόδοξοι θεολόγοι αρνούνται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία· δέχονται ότι συναποτελεί μετά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας την Μία Εκκλησία και είναι από κοινού με αυτήν υπεύθυνη για την διατήρηση της Εκκλησίας στην πιστότητα της θείας οικονομίας. Για τον λόγο αυτό Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί ποιμένες πρέπει αμοιβαίως να αναγνωρίζονται ως αληθείς ποιμένες της ποίμνης του Χριστού. Υπάρχει αμοιβαία αναγνώριση των μυστηρίων, της αποστολικής διαδοχής και της ομολογίας της αποστολικής πίστεως. Μετά από το κείμενο του Balamand, όπου ουσιαστικά υπεγράφη ένα νέο είδος Ουνίας, δικαιολογούνται απολύτως οι επισκέψεις του πάπα στις «αδελφές εκκλησίες» της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας, της Γεωργίας και της Ελλάδος. Δικαιολογείται επίσης η αποδοχή της «Βαπτισματικής Θεολογίας» της Β' Βατικανείου Συνόδου από πολλούς Ορθοδόξους Θεολόγους. Σύμφωνα με αυτήν το εκτός της Εκκλησίας βάπτισμα των αιρετικών είναι έγκυρο καθ' εαυτό· το βάπτισμα καθορίζει τα όρια της Εκκλησίας και όχι η Εκκλησία την εγκυρότητα του Βαπτίσματος. Με το βάπτισμα όλοι οι Χριστιανοί, όπου και αν ανήκουν, γίνονται μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, γι' αυτό και ο αναβαπτισμός των ετεροδόξων από τους Ορθοδόξους απαγορεύεται ήδη στο κείμενο του Balamand. Από τις σχετικές όμως εισηγήσεις και την επακολουθήσασα συζήτηση στο Συνέδριο κατοχυρώθηκε πλήρως η άποψη ότι έκτος της Εκκλησίας δεν ενεργεί η σώζουσα Χάρις του Αγίου Πνεύματος, και επομένως τα μυστήρια των ετεροδόξων είναι άκυρα και ανυπόστατα. Κατ' ακρίβειαν οι επιστρέφοντες στην Ορθόδοξη Εκκλησία ετερόδοξοι πρέπει να βαπτίζονται.
       Διαπιστώθηκε επίσης ότι η «Λειτουργική Κίνηση», καλλιεργηθείσα επί μακρόν στους κόλπους του Παπισμού και υιοθετηθείσα από την Β' Βατικάνειο Σύνοδο (1963-1965), επηρέασε επίσης Ορθοδόξους κληρικούς και θεολόγους. Υπό το πρόσχημα της «Λειτουργικής Ανανέωσης» αποβλέπει στην ένωση των Ορθοδόξων υπό τον πάπα κατά το πρότυπο των Ουνιτών. Προσπαθεί σταδιακά, μετά από κάποιο χρόνο ψυχολογικής προετοιμασίας, να επιβάλει μία αδογματική λατρεία, χωρίς αναφορές σε δόγματα, αιρέσεις και ομολογητάς αγίους, ώστε η νέα Ουνία να γίνεται δεκτή από όλους. Έτσι εξηγείται και ο προωθούμενος σχεδιασμός της κάθαρσης των λειτουργικών κειμένων.
 
4. Η συμμετοχή στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και οι διάλογοι με τους Προτεστάντες.
 
       Στον χώρο του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» και στους θεολογικούς διαλόγους συνολικά με τις Προτεσταντικές ομολογίες, Λουθηρανισμό, Αγγλικανισμό, Μετερρυθμισμένους, διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση είναι εξ ίσου ζοφερή ή και ζοφερώτερη. Ο διά της συμμετοχής μας στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» ευτελισμός της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με τον υποβιβασμό και την έκπτωσή της σε ένα κομμάτι, σε ένα μέλος της συνάξεως των πολυπληθών αιρέσεων και σχισμάτων, όχι μόνο της στέρησε αριθμητικά, ως ανύπαρκτης σχεδόν στις διάφορες ψηφοφορίες, την δυνατότητα να έχει αποφασιστικό λόγο στις διάφορες συνελεύσεις, αλλά κυρίως αυτός ο υποβιβασμός και η ισοπέδωση απεθράσυναν τους ελευθερόφρονες Προτεστάντες, ώστε να εισάγουν στις διάφορες συναντήσεις και να συζητούν θέματα τα οποία αναιρούν το ίδιο το Ευαγγέλιο και την Παράδοση της Εκκλησίας, τον ίδιο τον Χριστιανισμό, όπως είναι τα θέματα της ιερωσύνης των γυναικών, του γάμου των ομοφυλοφίλων και διάφορες ανιμιστικές ειδωλολατρικές εκδηλώσεις πίστεως και λατρείας.
       Υπήρξε τέτοια και τόση η αντίδραση για την αποστασία αυτή των Προτεσταντών από την Χριστιανική πίστη και ζωή, που αποδεικνύει περίτρανα ότι είναι μύθος και φαντασία η δήθεν μαρτυρία της Ορθοδόξου πίστεως κατά τη συμμετοχή μας στους θεολογικούς διαλόγους, ώστε πολλές Ορθόδοξες εκκλησίες έλαβαν οριστική και αμετάκλητη απόφαση να αποχωρήσουν από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και από τους θεολογικούς διαλόγους, όπως έπραξε πρώτη το 1992 η Μήτηρ των Εκκλησιών, το παλαίφατο και πρεσβυγενές Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, και ακολούθησαν στη συνέχεια η Εκκλησία Γεωργίας και η Εκκλησία Βουλγαρίας, ενώ ήσαν έτοιμες να αποχωρήσουν και άλλες Ορθόδοξες εκκλησίες. Η Εκκλησία της Σερβίας αποφάσισε σε συνεδρία της Ιεράς Συνόδου κατά Μάιο-Ιούνιο του 1997 να αποχωρήσει από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», απόφαση που δυστυχώς δεν εφήρμοσε στη συνέχεια. Η Εκκλησία της Κύπρου επίσης σε συνεδρία της Ιεράς Συνόδου διχάσθηκε· ισοψήφισαν τα μέλη της κατά την σχετική συνεδρία, και μόνον το βάρος της ψήφου του αρχιεπισκόπου έσωσε την απόφαση της παραμονής στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», ώστε να αποφευχθούν αρνητικές συνέπειες στο εθνικό θέμα της νήσου. Έντονος προβληματισμός υπήρχε και στην Εκκλησία της Ελλάδος πριν από την σημερινή ηγεσία, όπως και στην Εκκλησία της Ρωσίας, σε επίπεδο μάλιστα εκκλησιαστικού πληρώματος.
      Οι ενδοορθόδοξες αυτές εξελίξεις που αποδεικνύουν και θα απεδείκνυαν εμφανέστερα, αν ολοκληρώνονταν, ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία παραμένει πιστός μάρτυρας και φύλακας της Ορθοδόξου πίστεως και ζωής, δυστυχώς ανεστάλησαν με την υποβολή της γνώμης από τον αρχαίο ψιθυριστή και επίβουλο της σωτηρίας, ότι δεν πρέπει να διασπασθεί η διορθόδοξη ενότητα και πρέπει από κοινού να αποφασίσουν σχετικά όλες οι εκκλησίες, μολονότι είναι γνωστόν ότι και η συμμετοχή δεν αποφασίσθηκε από κοινού, αλλά κάθε εκκλησία αποφάσισε ξεχωριστά. Αλλοίμονο αν οι Άγιοι Πατέρες και οι ορθόδοξες σύνοδοι περίμεναν να πάρουν κοινές αποφάσεις με τους αιρετικούς ή με τους φίλους των αιρετικών και τους αιρετικά φρονούντας.
       Έτσι, με αίτημα των εκκλησιών Σερβίας και Ρωσίας, συνήλθε η «Διορθόδοξη Συνάντηση της Θεσσαλονίκης» με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου (29 Απριλίου-2 Μαΐου 1998), η οποία επάγωσε όλες τις σχετικές κινήσεις με αναγνώριση βέβαια του δικαίου των αντιδράσεων και των αποφάσεων, αλλά με έκκληση παραμονής επί τη ελπίδι της βελτιώσεως των πραγμάτων. Αναγνωρίζεται εις το ανακοινωθέν ότι «μετά ένα αιώνα ολόκληρον ορθοδόξου συμμετοχής εις την Οικουμενικήν Κίνησιν και παρουσίας ημίσεος αιώνος εις το Π. Σ. Εκκλησιών, δεν διαπιστούται ικανοποιητική πρόοδος εις τον πολυμερή μεταξύ των Χριστιανών Θεολογικόν Διάλογον. Αντιθέτως το χάσμα μεταξύ Ορθοδόξων και Προτεσταντών γίνεται μεγαλύτερον λόγω της αυξήσεως αναλόγων τάσεων (="περιεκτική" γλώσσα, χειροτονία γυναικών, δικαιώματα σεξουαλικών μειονοτήτων, θρησκευτικός συγκρητισμός) εν τοις κόλποις ορισμένων Προτεσταντικών Ομολογιών».
       Για να αποκτήσει και θεολογικό υπόβαθρο η εσφαλμένη αυτή απόφαση, να παράσχει επιχειρήματα στους οικουμενιστάς και οικουμενίζοντας και να καθησυχάσει τις ανησυχίες των Ορθοδόξων Εκκλησιών, συνεκλήθη στη Θεσσαλονίκη «Διεθνές Επιστημονικό Συμπόσιο», τυπικώς μεν από την Θεολογική Σχολή, ουσιαστικώς όμως από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», που μετείχε με εκπροσώπους του, και από οικουμενιστάς καθηγητάς της Θεολογικής Σχολής, τον Ιούνιο του 2003, παρουσία και του Μακαριωτάτου αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου. Αποδείχθηκε άλλη μία φορά ο μύθος της μαρτυρίας της Ορθοδόξου πίστεως. Στα πορίσματά του το οικουμενιστικό αυτό συμπόσιο προσβάλλει την Ορθόδοξη Θεολογία με την θέση του για την ιερωσύνη των γυναικών και ανατρέπει την κανονική λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας στο θέμα της συμπροσευχής. Διαπιστώνει στα Πορίσματά του την «αδυναμία της εναντίον της χειροτονίας των γυναικών θεολογικής επιχειρηματολογίας των Ορθοδόξων» και αποφαίνεται για το θέμα της συμπροσευχής ότι «η μόνη κοινή προσευχή που ρητά απαγορεύεται είναι η ευχαρι­στιακή». Στο τέλος μάλιστα ως συμπέρασμα αυτών των θέσεων διαπιστώνεται ότι, αφού δεν έχουμε επιχειρήματα στο θέμα της χειροτονίας των γυναικών, οι δε συμπροσευχές πλην της ευχαριστιακής επιτρέπονται, κακώς και αθεολογήτως απεχώρησαν μερικές Ορθόδοξες Εκκλησίες από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών». Γι' αυτό κάνουν έκκληση προς τις εκκλησίες Γεωργίας και Βουλγαρίας να επιστρέψουν «στην ευρεία παγκόσμια οικουμενική οικογένεια». Τον παντελώς αστήρικτο και έωλο αυτό θεολογικό λόγο αποδέχθηκε, ως φαίνεται, και ο παρών στις εργασίες του συμποσίου αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο οποίος εδήλωσε, με ή χωρίς συνοδική κάλυψη, ότι βλέπει «να απομακρύνεται η περίπτωση της αποχώρησης της Εκκλησίας μας (=Εκκλησίας της Ελλάδος) από το Π.Σ.Ε».
       Σχετικά με τα δύο σημαντικά θέματα της ιερωσύνης των γυναικών και της συμπροσευχής με τους ετεροδόξους στις σχετικές εισηγήσεις και στις συζητήσεις του παρόντος «Διορθοδόξου Θεολογικού Συνεδρίου» κατοχυρώθηκαν με συντριπτική επιχειρηματολογία το αδύνατο της χειροτονίας γυναικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία και η απαγόρευση κάθε είδους συμπροσευχής από τους ιερούς κανόνες και όχι μόνο της ευχαριστιακής. Προσευχόμεθα υπέρ των ετεροδόξων, για να επιστρέψουν στην Εκκλησία, όχι όμως μετά των ετεροδόξων.
 
5.  Ο διάλογος με τους Μονοφυσίτες.
       Η ίδια εικόνα όχι μόνο της παντελούς ακαρπίας αλλά και των σοβαρών παραχωρήσεων σε θέματα πίστεως υπάρχει και στον θεολογικό διάλογο με τους μέχρι σήμερα θεωρουμένους και όντας Μονοφυσίτας, τώρα όμως από «αγάπη» χαρακτηριζομένους ως «Αντιχαλκηδονίους», «Προχαλκηδονίους», «Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες», τελικώς δε και Ορθοδόξους. Στο Συνέδριο διαπιστώθηκε ότι ο διεξαχθείς διάλογος δεν απέφερε κανένα θετικό αποτέλεσμα. Οι τρεις «Δηλώσεις» Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων είναι κείμενα απαράδεκτα ορθοδόξως. Σοβαρώτατα ολισθήματα επίσης είναι η μυστηριακή διακοινωνία με τους Μονοφυσίτες, που αποφασίσθηκε από το Πατριαρχείο Αντιοχείας, η μερική αναγνώριση από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας των μυστηρίων των Μονοφυσιτών και οι εισηγήσεις περί καθάρσεως των λειτουργικών κειμένων και ορισμού τυπικού συλλειτουργίας Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών. Σε επίπεδο θεολογικής έρευνας φθάσαμε στο αδιανόητο και βλάσφημο για τις άγιες Συνόδους και τους αγίους Πατέρας, που καταδίκασαν τους αρχηγούς της αιρέσεως, εγχείρημα να εγκρίνονται από το Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δύο διδακτορικές διατριβές, που αποφαίνονται ότι οι Μονοφυσίτες Διόσκορος και Σεβήρος δεν ήσαν αιρετικοί, αλλά καταδικάσθηκαν για μη θεολογικούς λόγους.
 
6.  Ο διάλογος με τους Παλαιοκαθολικούς.
       Ο μόνος θεολογικός διάλογος που έληξε με υπογραφή των Ορθοδόξων θέσεων από ετεροδόξους είναι ο διάλογος με τους Παλαιοκαθολικούς. Τα υπογραφέντα κείμενα καταδικάζουν όλες τις βασικές πλάνες του Παπισμού, από τον οποίον αποχώρησαν μετά την Α' Βατικάνειο Σύνοδο του 1870 οι ονομασθέντες Παλαιοκαθολικοί, διαμαρτυρόμενοι για την ανακήρυξη σε δόγμα της διδασκαλίας περί του αλαθήτου του πάπα. Προφανώς μη φέρουσα αυτήν την εξέλιξη, δυσμενέστατη και μη ελεγχόμενη από την ίδια, η Ρώμη έκανε το παν, ώστε ο αισίως πε­ρατωθείς αυτός διάλογος να μη προχωρήσει σε ένωση των Παλαιοκαθολικών με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Θα ήταν η πρώτη φορά που τμήμα του δυτικού Χριστιανισμού θα ενσωματωνόταν και θα επέστρεφε στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, δείχνοντας παραδειγματικά σε ολόκληρη τη Δύση, Παπική και Προτεσταντική, το δρόμο της επιστροφής. Οι Παλαιοκαθολικοί διέπραξαν όμως και αυτοί το λάθος στον διάλογό τους με τους Αγγλικανούς να ταχθούν υπέρ της ιερωσύνης των γυναικών, αναιρούντες όσα μετά των Ορθοδόξων εδέχθησαν, και να εγείρουν έτσι σοβαρό εμπόδιο στην περαιτέρω θετική εξέλιξη των πραγμάτων.
 
7. Ο αληθής διάλογος και οι προϋποθέσεις του.
       Συμπερασματικά, σχετικά με τους θεολογικούς διαλόγους, διαπιστώθηκε ότι η Εκκλησία δεν αποφεύγει τον διάλογο· δεν τίθεται σε συζήτηση και αμφισβήτηση η σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας. Σε περίπτωση μη κατανοήσεως ή αρνήσεως εκ μέρους των ετεροδόξων αυτού του σωτηριώδους πλαισίου, δεν πρέπει να παρατείνεται χρονικά ο διάλογος, αλλά τηρουμένων των αναγκαίων χρονικών ορίων, όπως έκαναν οι Άγιοι Πατέρες στις συνόδους, να διακόπτεται ο διάλογος, όπως έπραξε και ο ίδιος ο Κύριος προς όσους δεν αντελήφθησαν την διδασκαλία Του και δυσανασχετούσαν: «Μη και υμείς θέλετε υπάγειν;»7. Έτσι μόνον υπάρχει ελπίς να συνειδητοποιήσουν την πλάνη οι ετερόδοξοι και να απαντήσουν και σήμερα στην Εκκλησία, που είναι ο Χριστός ο εις τους αιώνας επεκτεινόμενος: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; Ρήματα ζωής αιωνίου έχεις»8. Αυτήν την αξιομνημόνευτη και υποδειγματική στάση εκράτησε στον διάλογο με τους Προτεστάντες θεολόγους της Τυβίγγης ο πατριάρχης Ιερεμίας Β' ο Τρανός στη δεύτερη «Απόκρισή» του (1581). Όταν διεπίστωσε σύντομα ότι εμμένουν στις πλάνες και απορρίπτουν την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, «των φωστήρων και θεολόγων της Εκκλησίας», διέκοψε την επικοινωνία και τους άφησε να βαδίζουν τον δικό τους δρόμο: είναι ανοικτή εις όλους και τους καλεί να έλθουν σ' αυτήν για να σωθούν. Αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση και ο απαράβατος όρος κάθε διαλόγου.
      «Ώστε το καθ' υμάς απαλλάξατε των φροντίδων ημάς. Την υμετέραν ουν πορευόμενοι, μηκέτι μεν περί δογμάτων, φιλίας δε μόνης ένεκα, ει βουλητόν, γράφετε»9.
       Στο Συνέδριο τονίσθηκε ότι είναι εσφαλμένη, αδικαιολόγητη και μοναδική στην ιστορία της Εκκλησίας μέθοδος να διεξάγονται σήμερα διάλογοι όχι για τις διαφορές, για τα χωρίζοντα, αλλά για τις ομοιότητες, για τα ενούντα. Τί νόημα έχει να συζητούμε γι' αυτά, τα οποία δεχόμαστε και στα οποία συμφωνούμε; Απλώς κρύβουμε τις διαφορές και εξυπηρετούμε άλλες σκοπιμότητες. την μη φανέρωση του χάσματος και τον εφησυχασμό των καλοπροαιρέτων ετεροδόξων, ως και την διευκόλυνση του προσηλυτιστικού έργου εις βάρος των Ορθοδόξων. Είναι απαραίτητο επίσης οι οποιεσδήποτε αποφάσεις στις σχέσεις με τους ετεροδόξους να έχουν συνοδική κάλυψη, και να ενημερώνεται σχετικώς το πλήρωμα της Εκκλησίας, διότι υπάρχει σοβαρό έλλειμμα ουσιαστικής συνοδικότητος.
       Τελικώς οι σύνεδροι επεκρότησαν και επήνεσαν το σκεπτικό των Ορθοδόξων Εκκλησιών που αποχώρησαν ή επρόκειτο να αποχωρήσουν από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και τους θεολογικούς διαλόγους, όπως διατυπώνεται στο ιστορικό και ορθοδοξότατο γράμμα που έστειλε η Εκκλησία Ιεροσολύμων 22 Σεπτεμβρίου 1992 προς τους αρχηγούς των λοιπών αυτοκεφάλων Εκκλησιών, στο οποίο ανακοινώνει ότι διακόπτει τον θεολογικό διάλογο «μετά πάντων των ετεροδόξων γενικώς, ηγησαμένη ότι ούτος, ου μόνον ανώφελός εστιν, αλλά και επιζήμιος αποβαίνει διά την εν γένει Ορθόδοξον Εκκλησίαν και ιδιαιτέρως διά την Αγιωτάτην ημών Εκκλησίαν των Ιεροσολύμων».
 
8. Από τον διαχριστιανικό στον διαθρησκειακό συγκρητισμό.
        Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο Οικουμενισμός, μετά την επιτυχία που είχε στους διαχριστιανικούς διαλόγους με τις θεωρίες των «κλάδων», των «αδελφών εκκλησιών» και της «βαπτισματικής θεολογίας», έχει ήδη περάσει στην επόμενη επιδίωξη τον σχεδιαστών της «Νέας Εποχής», στην διαθρησκειακή ενότητα, με την προβολή της όντως δαιμονικής θέσεως ότι ο Χριστός δεν είναι η μόνη οδός σωτηρίας, η ζωή, το φως και η αλήθεια. και οι άλλες θρησκείες είναι οδοί σωτηρίας, ώστε στο τέλος να επιβληθεί η πανθρησκεία του Αντιχρίστου στα πλαίσια της παγκοσμιοποιήσεως και της Νέας Τάξεως Πραγμάτων. Οι πυκνούμενες και ενισχυόμενες από Χριστιανούς ηγέτες, και μερικούς Ορθοδόξους, διαθρησκειακές συναντήσεις και οι διαθρησκειακοί διάλογοι έχουν οδηγήσει σε ανεπίτρεπτο συγκρητισμό, αποτελούν άρνηση του Ευαγγελίου και προσβολή των Αγίων Μαρτύρων και Ομολογητών της πίστεως, των οποίων το μαρτύριο και η ομολογία υπέρ της μοναδικής αληθείας χάνουν πλέον κάθε νόημα, μεταβάλλονται δε και αυτοί εις ανοήτους «φουνταμενταλιστάς».
 
Β. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
       Μετά τις διαπιστώσεις αυτές και εκτιμήσεις το «Διορθόδοξο Θεολογικό Συνέδριο» προέβη στις ακόλουθες προτάσεις.
        1.   Επειδή είναι πανθομολογούμενο πλέον μετά από εκατό έτη το ανώφελο και επιζήμιο της συμμετοχής της Εκκλησίας, με όρους διομολογιακής και διαθρησκειακής ισότητας και ισοπεδώσεως, στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», στους διαχριστιανικούς και στους διαθρησκειακούς διαλόγους, προτείνεται να προχωρήσουν και οι λοιπές αυτοκέφαλες εκκλησίες σε αποχώρηση από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και σε διακοπή αυτού του είδους των διαλόγων. Για τον σκοπό αυτό δεν απαιτείται πανορθόδοξη απόφαση, αφού και η συμμετοχή αποφασίσθηκε μεμονωμένως. Ο μόνος διάλογος που δικαιολογείται βάσει του Ευαγγελίου και της Πατερικής Παραδόσεως είναι η απάντηση στο ερώτημα των προσερχομένων αυτοπροαιρέτως να σωθούν ετεροδόξων και ετεροθρήσκων: «Τι με δει ποιείν ίνα σωθώ;»10 ή «Τί ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;»11.
        2.   Να αναθεωρήσουν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, και προπαντός η προηγουμένη τη τιμή και ταις πρωτοβουλίαις Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, τις σχέσεις τους προς τον Παπισμό, τον οποίο όλοι οι Άγιοι Πατέρες, από τον Μ. Φώτιο, μέσω του Αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Μάρκου Ευγενικού, Κολλυβάδων Αγίων, μέχρι και του Αγίου Νεκταρίου και του Γέροντος Ιουστίνου Πόποβιτς, θεωρούν ως αίρεση και όχι ως «αδελφή εκκλησία».
       3.   Να τηρηθούν οι ιεροί κανόνες της Εκκλησίας, που απαγορεύ­ουν την συμπροσευχή με τους ετεροδόξους γενικώς, σε όλες τις περιπτώσεις, και όχι μόνο την ευχαριστιακή συμπροσευχή, όπως προβάλλεται εσχάτως. Η τήρηση των κανόνων επιβάλλεται κυρίως σε θέματα πίστεως και όχι μόνον σε θέματα διοικήσεως και δικαιοδοσιών.
       4.   Να γίνει έκκληση προς τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, που δεν δέχθηκαν μέχρι τώρα να επισκεφθεί ο πάπας τις χώρες τους, να εμμείνουν σ' αυτήν την απόφαση. Φαντάζεται κανείς κάποιον από τους Αγίους Πατέρες να οργανώνει υποδοχές, να τιμά και να ασπάζεται τον Άρειο, τον Νεστόριο, τον Ευτυχή κ.ά.; Να διαγραφεί από το Ημερολόγιο της Εκκλησίας της Ελλάδος (=Δίπτυχα) η απαράδεκτη αναγραφή της επισκέψεως του πάπα ως μεγάλου ιστορικού γεγονότος, και να αποτραπεί στο μέλλον κάθε ενέργεια για ανταπόδοση ή επανάληψη της επισκέψεως.
        5.   Να διερευνηθεί το θέμα της μυστηριακής διακοινωνίας του Πατριαρχείου Αντιοχείας με τους Μονοφυσίτας ως και το της αναγνωρίσεως μερικών μυστηρίων των αυτών αιρετικών από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και να εφαρμοσθεί στην περίπτωση αυτή η κανονική αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω».
      6. Να ενισχυθεί και ενθαρρυνθεί ο ενδοεκκλησιαστικός διάλογος στο πνεύμα της συνοδικότητος, που δεν περιορίζεται μόνον στους επισκόπους. Είναι τουλάχιστον λυπηρόν να επιδιώκεται ο διάλογος με τους ποικιλώνυμους αιρετικούς και ετεροθρήσκους, και να απορρίπτεται η διαφορετική άποψη αδελφών εν τη πίστει, που συκοφαντούνται ως φανατικοί.
        7. Να αποθαρρυνθούν και να σταματήσουν οι λειτουργικές αλλαγές και ανανεώσεις, γιατί αποτελούν εφαρμογή αρχών του Οικουμενισμού και αποβλέπουν σε δημιουργία αδογματικής λατρείας, ώστε να διευκολύνεται η αποδοχή των αιρέσεων. Άλλωστε ο λειτουργικός πλούτος της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν ανήκει σε κάποια τοπική εκκλησία. Εκφράζει την διαχρονική ζωή της Εκκλησίας και πρέπει να φυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού. Ειδικά για την Εκκλησία της Ελλάδος επέμειναν οι σύνεδροι στην επίκριση και απόρριψη του πρωτοφανούς και παντελώς αδικαιολογήτου εγχειρήματος να αναγινώσκονται συγχρόνως στο αρχαίο κείμενο και σε νεοελληνική μετάφραση τα αγιογραφικά αναγνώσματα σε ναούς της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
        8. Να διατρανωθεί προς τις εκκλησιαστικές ηγεσίες ότι σε περίπτωση που εξακολουθήσουν να συμμετέχουν και να ενισχύουν την παναίρεση του Οικουμενισμού, διαχριστιανικού και διαθρησκειακού, ο επιβεβλημένος σωτήριος, κανονικός και αγιοπατερικός δρόμος των πιστών, κληρικών και λαϊκών, είναι η ακοινωνησία, η διακοπή δηλαδή του μνημοσύνου των επισκόπων, οι οποίοι καθίστανται συνυπεύθυνοι και συγκοινωνοί της αιρέσεως και της πλάνης. Δεν πρόκειται περί σχίσματος, αλλά περί θεαρέστου ομολογίας, όπως το έπραξαν παλαιοί Πατέρες, αλλά και στις ημέρες μας ομολογηταί επίσκοποι, μεταξύ των οποίων ο γεραρός και σεβαστός μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Αυγουστίνος, και το Άγιον Όρος.
       9. Να διακηρυχθεί εν ήχω σάλπιγγος ότι ο Οικουμενισμός και οι απροϋπόθετοι διάλογοι με τους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους δεν ωφελούν αλλά βλάπτουν, επομένως δεν είναι έργο αγάπης, αλλά απλώς κοσμικής νοοτροπίας συμβατικές σχέσεις, που αποβλέπουν όχι σε πνευματικούς, αλλά σε ιδιοτελείς στόχους. Φθείρουν και νοθεύουν το ορθόδοξο φρόνημα με τον συμφυρμό και την σύγχυση, βλάπτουν επομένως τους ομοπίστους, αφού χωρίς καθαρότητα δογμάτων και στα πιο μικρά θέματα δεν μπορεί κανείς να σωθεί. Στους ετεροθρήσκους και ετεροδόξους κλείνουν την πύλη της σωτηρίας, αφού εμποδίζουν τους μεν πρώτους να δουν ότι ο Χριστός είναι η μόνη οδός σωτηρίας, τους δε δευτέρους ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η κιβωτός της σωτηρίας, η μόνη Εκκλησία. Την σωτηρία πάντων των ανθρώπων θέλει ο Θεός εν τη απείρω αγάπη Του προς τον κόσμο και τον άνθρωπο. Αντιθέτως την πολεμεί με πολλούς τρόπους ο Διάβολος, ο εχθρός της σωτηρίας, από φθόνο και μίσος προς τον άνθρωπο.
       Απορρίπτουμε λοιπόν εξ αγάπης τον Οικουμενισμό, διότι επιθυμούμε να προσφέρουμε στους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους εκείνο που εχάρισε πλούσια ο Κύριος σε όλους εμάς μέσα στην Αγία Ορθόδοξο Εκκλησία Του, δηλαδή την δυνατότητα να γίνουμε και να είμαστε μέλη του Σώματός Του.
 
 
 
  • 1.     Αρχιμ. Ιουςτινου Ποποβιτς, Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 224.
  • 2.     Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμαίους Ομιλ. 22,2, PG 60,611.
  • 3.     Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Φιλιπ. Ομιλ. 2,1, PG 62,191.
  • 4.     Ματθ. 23,13.
  • 5.     Βλ. Π. Μπρατςιωτου, «Ο Σάμου Ειρηναίος και το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών», Εκκλησία 40 (1963) 477.
  • 6.     Ματθ. 12, 33.
  • 7.    Ιω. 6, 67.
  • 8.    Αυτόθι 69.
  • 9.    Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Graz 1968, τόμ. 2ος, σελ. 489.
  • 10.  Πράξ. 16, 30
  • 11.  Λουκά 10, 25 και 18,18.
ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΤΟΣ ΣΤ . ΤΕΥΧΟΣ 4 . ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2004
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου