Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Ἅγιος Λουκᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Κριμαίας: Περί κενοδοξίας


Αγίου Λουκά Κριμαίας - Περί κενοδοξίαςΌταν ο Κύριος έφυγε από τη συναγωγή, πήγε στο σπίτι του Σίμωνα και εκεί θεράπευσε την πεθερά του. «Δύοντος δέ του ηλίου πάντες όσοι είχον ασθενούντας νόσοις ποικίλαις ήγαγον αυτούς προς αυτόν˙ δε ενί εκάστω αυτών τας χείρας επιτιθείς εθεράπευσεν αυτούς. Εξήρχετο δε και δαιμόνια από πολλών κραυγάζοντα και λέγοντα ότι σύ ει ο Χριστός ο Υιος του Θεού. Και επίτιμων ουκ εία λαλείν, ότι ήδεισαν τον Χριστόν αυτόν είναι» (Λκ. 4, 40-41).
Όχι μόνο εδώ ο Χριστός απαγορεύει να κάνουν γνωστά σε όλους τα θαύματά του, αυτό το συναντάμε πολλές φορές στο Ευαγγέλιο, βλέπουμε ότι σχεδόν σ' όλες τις περιπτώσεις ο Κύριος έτσι ενεργούσε. Γιατί; Μας το εξηγεί ο ευαγγελιστής Ματθαίος. «Όπως πληρωθεί το ρηθέν διά Ησαΐου του προφήτου λέγοντος ιδού ο παις μου, όν ηρέτισα, ο αγαπητός μου, εις όν ευδόκησεν η ψυχή μου θήσω το πνεύμα μου επ' αυτόν, και κρίσιν τοις έθνεσιν απαγγελεί ουκ ερίσει ουδέ κραυγάσει, ουδέ ακούσει τις εν ταις πλατείαις την φωνήν αυτού. κάλαμον συντετριμμένον ου κατεάξει και λίνον τυφόμενον ου σβέσει, έως αν εκβάλη εις νίκος την κρίσιν» (Μθ. 12, 17-20).
Γι' αυτό, λοιπόν διότι ο Κύριος είναι το πρότυπο της πραότητας και της ταπεινοφροσύνης. Αυτός που είναι Αληθινός Θεός, Θεός Λόγος, κατέβηκε από τους ουρανούς και έγινε άνθρωπος, ήταν τόσο ταπεινός πού δεν υπάρχει πιο ταπεινός απ' Αυτόν μεταξύ των ανθρώπων. «Εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών» (Φι. 2.7). Ζούσε σαν δούλος μεταξύ μας και μας έδωσε παράδειγμα ταπεινοφροσύνης. Ο Χριστός λέει «Μάθετε απ' εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαις υμών» (Μθ. 11, 29). Αν θέλουμε να βρούμε ανάπαυση για τις ψυχές μας πρέπει να είμαστε σαν Αυτόν πράοι και ταπεινοί. Γιατί ο Χριστός δεν επέτρεπε να διαλαλούν τα θαύματά του; Επειδή ήταν ταπεινός, γι' αυτό. Ήταν τελείως ξένος προς την κενοδοξία, δεν ήθελε να Τον επαινούν και δεν ζητούσε δόξα από τους ανθρώπους.
Και εμείς, τι κάνουμε εμείς; Δεν ζητάμε πάντα από τους ανθρώπους δόξα και έπαινο; Δεν είμαστε γεμάτοι από υπερηφάνεια; Ποιός από μας προσπαθεί να κρύψει τα καλά του έργα, όπως το έκανε ο Κύριος Ιησούς Χριστός; Ποιός περιφρονεί την ανθρώπινη δόξα και ζητάει δόξα μόνο από τον Θεό; Σχεδόν κανείς. Όλοι μας σχεδόν έχουμε αυτό το πάθος. Είναι πολύ δύσκολο να απαλλαχθούμε από την κενοδοξία. Μόνο οι άγιοι είναι ελεύθεροι απ' αυτή. Εμείς όλοι, αρχίζοντας από μένα, είμαστε γεμάτοι από υπερηφάνεια.
Η κενοδοξία είναι το πιο επικίνδυνο και το πιο ισχυρό πάθος. Υπάρχουν και άλλα πάθη εκτός από την υπερηφάνεια, η γαστριμαργία, η πορνεία, η οργή, η φιλαργυρία και άλλα. Αυτά όμως τα πάθη είναι τέτοιου είδους που, όταν τα νικάμε, μας αφήνουν για πάντα και δεν μπορούν στο έξης να μας πλησιάζουν. Τα δύο όμως ισχυρότερα πάθη η κενοδοξία και η υπε-ηφάνεια δεν μοιάζουν με τα υπόλοιπα. Μπορεί να τα πολεμάμε με όλες τις δυνάμεις μας, αυτά όμως με τίποτα δεν μας αφήνουν.
Δεν υπάρχουν άλλα πάθη κατά των οποίων ο αγώνας θα ήταν τόσο δύσκολος. Όλοι οι άνθρωποι έχουν κενοδοξία, και αυτοί που ζουν στον κόσμο, και μοναχοί, ακόμα και ερημίτες. Εμείς που ζούμε μέσα στον κόσμο για ποιά πράγματα περηφανευόμαστε; Γι' αυτά που δεν πρέπει να δίνουμε καμία σημασία και ούτε πρέπει να τα προσέχουμε.
Περηφανευόμαστε λοιπόν για την καλή μας φωνή, την εξωτερική μας ομορφιά, τα ακριβά ρούχα, τον πλούτο, την ευγένεια. Περηφανευόμαστε επίσης για την εξυπνάδα μας και την πρόοδο στις επιχειρήσεις μας. Κάθε μας βήμα είναι συνδεδεμένο με την κενοδοξία. Όλοι μας περηφανευόμαστε.
Οι μοναχοί για ποιά πράγματα περηφανεύονται; Αυτοί πού άφησαν τον κόσμο και αφιέρωσαν την ζωή τους στον Θεό για ποιά πράγματα μπορούν να περηφανεύονται; Και όμως περηφανεύονται. Αλλά η υπερηφάνειά τους είναι πιο εκλεπτυσμένη. Μοναχός που νηστεύει πολύ και κάνει πολλές προσευχές μπορεί να περηφανεύεται επειδή ξεπέρασε στην νηστεία και προσευχή τους άλλους μοναχούς. Μπορεί κάποιον μοναχό, να τον κάνουν ηγούμενο και να περηφανεύεται για την προαγωγή του. Προσεύχεται μοναχός, όμως το πάθος αυτό δεν τον αφήνει. Και δεν θα τον αφήσει ώσπου να γίνει τέλειος μοναχός και να νικήσει αυτό το πιο λεπτό και το πιο ισχυρό από τα ανθρώπινα πάθη.

Η Μεγάλη Σαρακοστή: «Ένας τρόπος ζωής»


Η Μεγάλη Σαρακοστή: «Ένας τρόπος ζωής»
Η Μεγάλη Σαρακοστή στη ζωή μας Alexander Schmemann Απόσπασμα από το βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή - Πορεία προς το Πάσχα» του Α. Σμέμαν Η Μεγάλη Σαρακοστή: «Ένας τρόπος ζωής» Με την παρακολούθηση των ακολουθιών, με τη νηστεία, ακόμα και με την προσευχή σε τακτά διαστήματα δεν εξαντλείται η όλη προσπάθεια στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Ή μάλλον για να είναι όλα αυτά αποτελεσματικά και να έχουν νόημα, πρέπει να υποστηρίζονται και από αυτή την ίδια τη ζωή. Χρειάζεται δηλαδή ένας «τρόπος ζωής» πού να μην έρχεται σε αντίθεση με όλα αυτά και να μην οδηγεί σε μια «διασπασμένη» ύπαρξη. Στο παρελθόν, στις ορθόδοξες χώρες η ίδια η κοινωνία πρόσφερε μια τέτοια υποστήριξη με τον συνδυασμό που είχε στα έθιμα, στις εξωτερικές αλλαγές, με τη νομοθεσία, με τους δημόσιους και ιδιωτικούς κανονισμούς, με όλα δηλαδή όσα περιλαμβάνονται στη λέξη πολιτισμός. Κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή ολόκληρη η κοινωνία υποδεχόταν ένα συγκεκριμένο ρυθμό ζωής, ορισμένους κανόνες που υπενθύμιζαν στα άτομα-μέλη της κοινωνίας την περίοδο της Σαρακοστής. Στη Ρωσία, λόγου χάρη, δεν μπορούσε κανείς εύκολα να ξεχάσει τη Σαρακοστή γιατί οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν διαφορετικά αυτή την περίοδο· τα θέατρα έκλειναν και, σε παλιότερους καιρούς, τα δικαστήρια ανέβαλλαν τη λειτουργία τους. Φυσικά όλα αυτά τα ερεθίσματα από μόνα τους, είναι φανερό, ότι δεν ήταν δυνατό να αναγκάσουν τον άνθρωπο να οδηγηθεί στη μετάνοια ή σε μια πιο ζωντανή θρησκευτική ζωή. Αλλά όμως δημιουργούσαν μια ορισμένη ατμόσφαιρα - ένα είδος σαρακοστιανού κλίματος - όπου η ατομική προσπάθεια γινόταν ευκολότερη. Ακριβώς επειδή είμαστε αδύναμοι χρειαζόμαστε τις εξωτερικές υπενθυμίσεις, τα σύμβολα, τα σημάδια. Φυσικά πάντα υπάρχει ο κίνδυνος αυτά τα εξωτερικά σύμβολα ν' αποκτήσουν αυτοτέλεια, να γίνουν αυτοσκοπός, και έτσι αντί να είναι απλά μια υπενθύμιση, να γίνουν για την κοινή αντίληψη το μόνο περιεχόμενο της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτόν τον κίνδυνο τον έχουμε επισημάνει παραπάνω όταν μιλήσαμε για τις εξωτερικές συνήθειες και τα πανηγύρια που αντικαθιστούν τη γνήσια προσωπική προσπάθεια. Αν όμως καταλάβουμε σωστά αυτές τις συνήθειες τότε θα γίνουν ο «κρίκος» που συνδέει την πνευματική προσπάθεια με τη ζωή. Δεν ζούμε σε μια ορθόδοξη κοινωνία [Ο συγγραφέας, Ρώσος στην καταγωγή, ζει σήμερα στην Αμερική] και φυσικά δεν είναι δυνατό να δημιουργηθεί αυτό το «κλίμα της Σαρακοστής σε επίπεδο κοινωνικό. Είτε είναι Σαρακοστή είτε όχι, ο κόσμος που μας περιβάλλει, που αποτελούμε και μεις δικό του αναπόσπαστο κομμάτι, δεν αλλάζει. Κατά συνέπεια ζητιέται από μας μια νέα προσπάθεια να σκεφτούμε την απαραίτητη θρησκευτική σχέση ανάμεσα στο «εξωτερικό» και το «εσωτερικό». Η πνευματική τραγωδία της εκκοσμίκευσης είναι εκείνη που μας σπρώχνει σε μια πραγματική θρησκευτική «σχιζοφρένεια» - ένα σπάσιμο δηλαδή της ζωής μας σε δυο κομμάτια: το θρησκευτικό και το κοσμικό, που έχουν όλο και λιγότερη αλληλοεξάρτηση. Έτσι η πνευματική προσπάθεια είναι απαραίτητη για να μεταθέσει τα παραδοσιακά έθιμα και τις συνήθειες, πού είναι βασικά μέσα στην προσπάθειά μας κατά την περίοδο τής Σαρακοστής. Μ' ένα πειραματικό και αναγκαστικά σχηματικό τρόπο θα μπορούσε κανείς να δει αυτή την προσπάθεια σε δυο πλαίσια: στη ζωή μέσα στο σπίτι και στη ζωή έξω απ' αυτό. Για την ορθόδοξη αντίληψη, το σπίτι και η οικογένεια αποτελούν την πρώτη και βασικότερη περιοχή της χριστιανικής ζωής ή της εφαρμογής των χριστιανικών αρχών στην καθημερινή ζωή. Το σπίτι, δηλαδή το στυλ και το πνεύμα της οικογενειακής ζωής και όχι το σχολείο, ακόμα ούτε και η Εκκλησία, είναι εκείνο που σχηματίζει μέσα μας τη θεμελιακή αντίληψη για τον κόσμο· που μορφοποιεί στο εσωτερικό μας το βασικό προσανατολισμό τον οποίο ίσως για αρκετό

Η μετά θάνατον ζωή!...


Απ’ τα μαθητικά μας χρόνια μαθαίναμε τι συμβαίνει μετά τον θάνατο του ανθρώπου και πώς η ψυχή του πηγαίνει στην Κόλαση ή στον Παράδεισο! Αλήθεια, τι μας εδίδασκαν οι διδάσκαλοί μας για την σωματική ανάσταση και αφθαρτοποίηση των νεκρών, που είναι ένας ερχομός του ανθρώπου απ’ τη γη;
«Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν τον μέλλοντος αιώνος».
Από μαθητές ακόμη της Β΄ Λυκείου, υπήρχαν φωτισμένοι δάσκαλοι που μας εδίδασκαν πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα για τον θάνατο, την ανάσταση και την Δευτέρα Παρουσία, μέσα από πολλά ευαγγελικά ή πατερικά κείμενα. Εντύπωση, ωστόσο, μας προκαλούσε το μάθημα της Ορθόδοξης Πίστης και Λατρείας, που μας εδίδασκαν οι Καθηγητές μέσα από διάφορα βιβλία, όπως για παράδειγμα αυτό του γνωστού Μοναχού Νικοδήμου (κατά κόσμον Βασιλείου Γ. Μπιλάλη), θεολόγου και Φιλόγου, του οποίου τις σημειώσεις κρατάμε ακόμη «ως κόρην οφθαλμού» στα διάφορα συρτάρια των βιβλιοθηκών μας.
Δράττομαι, λοιπόν, αυτής της ευκαιρίας να καταχωρίσω εδώ τις σημειώσεις που υπήρχαν για το θέμα της μετά θάνατον ζωής, που μπορεί να τις βρει κανείς «αλώβητες» μέσα στο ομώνυμο βιβλίο του γνωστού Μοναχού («Ορθόδοξη Πίστη και Λατρεία»), όπου, μεταξύ άλλων, γράφει και τα εξής:
1. Ο σωματικός θάνατος και η αθανασία της ψυχής.
Η πανανθρώπινη πίστη στη μεταθανάτια ζωή, και μάλιστα μακαριότερη και τελειότερη απ' την παρούσα, είναι τρανότατο δείγμα πως η ζωή είναι η μόνη φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Και ο μεγαλύτερος άπιστος είναι δυσκολότατο να παραδεχθεί αληθινά πως όλα τερματίζουν με τη βαριά και ψυχρή πλάκα του τάφου! Ακριβώς, πολλοί άπιστοι και αδιάφοροι πριν, ατενίζοντας το φρικτό θέαμα του θανάτου και μη θέλοντας να πιστεύσουν στην εξαφάνιση του ανθρώπου, ζήτησαν να ερευνήσουν καλύτερα το μέγα θέμα και βρήκαν την αληθινή και μόνη εξήγησή του στην πίστη του Χριστιανισμού. Γι' αυτό και όσο και αν φαίνεται ίσως για μερικούς αποκρουστικό στην αρχή, είναι πολύ καλό και παρήγορο να μελετήσουν την ωραιότατη νεκρική ποίηση της Εκκλησίας μας, τη Νεκρώσιμη Ακολουθία, για να δουν πώς φιλοσοφεί ο Χριστιανισμός και ποια είναι η πραγματική φιλοσοφία του θανάτου!
Δεν είναι λοιπόν απαισιόδοξος ο Χριστιανισμός, όταν λέγει ότι «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα» στη γη αυτή, αλλ' αντίθετα αισιοδοξότατος, γιατί βλέπει και ζητεί την ουσία, την πραγματική και αιώνια ζωή ψυχής και σώματος.
Η παρούσα ζωή έχει νόημα μόνο σαν προπαρασκευή για την αιώνια και μακάρια ζωή, την «ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Είναι στάδιο πνευματικού αγώνα και περίοδος, η μοναδική μάλιστα, μετάνοιας. Το ότι η μέλλουσα ζωή είναι αόρατη, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει και επομένως δεν πρέπει να μας απασχολεί. Και το μέλλον της ζωής αυτής είναι άγνωστο, αλλά και δεν υπάρχει τίποτε άλλο που τόσο μας απασχολεί όσο αυτό. Η παρούσα ζωή λοιπόν δεν είναι ούτε μπορεί να είναι μόνιμη κατοικία μας, αλλά γέφυρα και πύλη προς την αιωνιότητα.
2. Η ζωή και η κατάσταση της ψυχής μετά το θάνατο.
α'. Μερική κρίση.
Είναι πανανθρώπινη, αλλά κυρίως χριστιανική πίστη πως μετά το σωματικό θάνατο η ψυχή ζει και υπάρχει αθάνατη.
Αλλά πού και πώς ζει η ψυχή μετά θάνατον; «Μεταβαίνει» στον Παράδεισο ή στην Κόλαση, ευτυχισμένη δηλαδή ή δυστυχισμένη;
Η θεία Αποκάλυψη μας αποκαλύπτει πως μετά το θάνατο η ψυχή του ανθρώπου κρίνεται για την ηθική διαγωγή της στην παρούσα ζωή : «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Εβρ. 9, 27. Πρβλ. Σ. Σειρ. 11, 26, 28).
Η κρίση αυτή είναι μερική, δηλαδή όχι τελική. Είναι μία πρόγευση της μελλοντικής καταστάσεως της ψυχής και ανάλογη πάντοτε με τα έργα της ζωής αυτής. Το τελικό κριτήριο της μερικής κρίσεως είναι η στιγμή του θανάτου, το τελευταίο περιθώριο μετάνοιας και λήψεως θέσεως για την άλλη ζωή.
β'. Μέση κατάσταση.

Περί των κεκοιμημένων


π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Το Σάββατο, πριν την Κυριακή της Απόκρεω, είναι αφιερωμένο σ’ όλους τους απ’ αιώνος κεκοιμημένους, γνωστούς και αγνώστους. Η Μάνα Εκκλησία θυμάται όλους όσοι έφυγαν απ’ αυτό το φθαρτό κόσμο και υπάρχουν, χωρίς το σώμα, στη «χώρα των ζώντων».
Δεν είναι, βέβαια, τυχαία η επιλογή εκείνου του Σαββάτου και η ονομασία του ως «Ψυχοσάββατο». Την Κυριακή θ’ ακούσουμε το «Ευαγγέλιο της Κρίσεως», όπου μας μιλά για τη τελική κρίση των ανθρώπων. Η κρίση θα στηριχθεί στην αγάπη προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο ως έκφραση της αγάπης μας στο Θεάνθρωπο. «Εφόσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. 25,40).
Η κόλαση, ως άρνηση της αγάπης και βίωση του εγωκεντρισμού, γίνεται βάσανο και φωτιά που επιλέγει μόνος του ο άνθρωπος. Δεν έφτιαξε κι ούτε στέλλει ο Θεός κανένα πλάσμα του στην κόλαση.
Ο Θεός μας, ως αγάπη που δεν αλλοιώνεται και δεν εξαρτάται από τη δική μας συμπεριφορά, προεκτείνει την αγάπη Του και τη χαρίζει σε όλους είτε τον αγαπούν είτε όχι.
Έτσι, και οι κεκοιμημένοι δέχονται την αγάπη του Θεού και ευφραίνονται, ανάλογα με τη δεκτικότητά τους. Στηριγμένοι σ’ αυτή την αγάπη του Μεγάλου Θεού μας, δεόμεθα κι εμείς υπέρ «πάντων των από περάτων έως περάτων της οικουμένης κεκοιμημένων ευσεβώς ορθοδόξων χριστιανών»[1]. Η αγάπη απευθύνεται στην Αγάπη, όχι για εξιλέωση αλλά για συντονισμό, συνεργασία, ώστε όλοι να χαρούν κι όχι να φοβηθούν κατά τη Β΄ παρουσία του Κυρίου που έρχεται «κρίναι ζώντας και νεκρούς» (Σύμβολο Πίστεως).
Είναι δεδομένο ότι οι νεκροί δεν μπορούν να κάνουν κάτι για τον εαυτό τους, να μετανοήσουν, να καθαρθούν, να αγιαστούν. Ό,τι έκαναν έκαναν. Γιατί δεν έχουν πια το σώμα ενωμένο με την ψυχή. Γι’ αυτό χρειάζεται να προσευχόμαστε γι’ αυτούς στο σπίτι ιδιαιτέρως, όπως και στην Εκκλησία κοινά. Τα μνημόσυνα με τα κόλλυβα με σιτάρι παραπέμπουν στην ανάσταση και αφθαρτοποίηση των σωμάτων. Η ελεημοσύνη «για την ψυχή τους», ως έκφραση αγάπης, τους αγγίζει ως να έγινε απ’ αυτούς.
Το όνομα του καθενός, κατά τη μνημόνευση από τους ιερείς, φανερώνει τη ζωντανή παρουσία τους, αφού το όνομα δείχνει την ύπαρξη-παρουσία του προσώπου.
Στα τρεχάματα και στα προβλήματά μας, που μας κάνουν να βλέπουμε αγχωμένοι και κοντόφθαλμα τον κόσμο, ας σταματήσουμε λίγο για να ασχοληθούμε με τους αγαπημένους κεκοιμημένους, που περιμένουν από μας τη μνημόνευση της αγάπης μας, για ν’ ανασάνουν, να αναπαυτούν, να υπάρξουν, να ζήσουν. Και μαζί τους κι εμείς, ώστε όλοι μας να γίνουμε ένα, μέσα στην παρουσία του ζώντος Κυρίου μας που νίκησε το θάνατο δια του θανάτου κι έκαμε το θάνατο ύπνο, τους πεθαμένους κεκοιμημένους, τα νεκροταφεία κοιμητήρια.
«Μνήσθητι, Κύριε, κι ανάπαυσε πάντας τους κεκοιμημένους αδελφούς ημών, εν χώρα ζώντων».

Κυριακή της Απόκρεω: Περί της φοβεράς Κρίσεως (Αγ. Λουκάς, Αρχιεπ. Κριμαίας)


(Αγ. Λουκάς, Αρχιεπ. Κριμαίας)

Τρεις μήνες συνεχίζεται τώρα στη Νυρεμβέργη η φοβερά δίκη στην οποία δικάζονται οι εγκληματίες που δεν έχει ξαναδεί ο κόσμος, δίκη φοβερά γι’ αυτούς, διότι ξέρουν ότι τους περιμένει η καταδίκη σε θάνατο. Την έσχατη ποινή γι’ αυτούς απαιτεί η συνείδηση όλων των λαών, όλης της ανθρωπότητος, διότι ο κόσμος έχει συνταραχθεί από τα αποτρόπαια εγκλήματά τους! Ποτέ πριν δεν ήταν τόσο συνταραγμένος από αυτά τα εγκλήματα, που δεν μπορεί να περιγράψει ο ανθρώπινος λόγος. Έχουν αφανιστεί δεκάδες εκατομμύρια αμάχου πληθυσμού – δεν αναφέρω αυτούς που σκοτώθηκαν στο μέτωπο – . Μόνο στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Οσβέντσιμ έχουν σκοτωθεί 5.121.000 άνθρωποι. Όλος ο κόσμος είναι γεμάτος αγανάκτηση και περιμένει την ώρα όταν το δικαστήριο θα βγάλει την απόφασή του γι’ αυτούς τους εγκληματίες…. Η συνείδηση των ανθρώπων απαιτεί γι’ αυτούς καταδίκη σε θάνατο, η συνείδηση των ανθρώπων απαιτεί αυτά τα φοβερά εγκλήματα να μην μείνουν ατιμώρητα.
Και τί να πούμε για την δικαιοσύνη του Θεού; Πώς ο Κύριος αντέχει αυτό το κακό; Κι αν είναι τόσο τρομερό και μεγάλο αυτό το κακό, είναι όμως, μόνο μία σταγόνα στον ωκεανό της κακίας που βλέπει ο οφθαλμός του Θεού και γνωρίζει ο πάνσοφος νους του Κυρίου, διότι αμέτρητα ποτάμια κακίας πνίγουν το ανθρώπινο γένος από την αρχή μέχρι σήμερα. Από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, μπροστά στα μάτια του Θεού γίνονταν αμέτρητα εγκλήματα, λέγονταν βλασφημίες και άσεμνοι λόγοι. Συνέχεια η ανθρώπινη αρετή, σ’ αυτό τον κόσμο τον άπιστο και αμαρτωλό, κατεπατείτο και διώκετο. Γνωρίζετε πόσο συχνά οι εγκληματίες θριάμβευαν και ευδαιμονούσαν, την στιγμή που οι καλοί και καθαροί άνθρωποι καταστρέφονταν. Και πάντα, σε κάθε εποχή, η συνείδηση των ανθρώπων ταραζόταν μ’ αυτό το γεγονός, και παντού οι άνθρωποι αναρωτιόταν: «Έως πότε, Κύριε; Πότε θα θριαμβεύσει η δικαιοσύνη;» Γιατί η καρδιά του ανθρώπου δεν αντέχει την αδικία, δεν αντέχει να μένει το κακό ατιμώρητο και να μην τιμάται η αρετή. Είναι δυνατόν όλα στον κόσμο να είναι τόσο παράλογα, τόσο ανυπόφορα άδικα, να θριαμβεύει η κακία σ’ αυτόν μέχρι το τέλος; Αυτό είναι αδύνατον και δεν θα γίνει ποτέ, διότι πάνω από τον κόσμο υπάρχει ο Δίκαιος Θεός, ο οποίος πολύ καλύτερα από μας γνωρίζει πόση κακία υπάρχει στην καρδιά των ανθρώπων. Ο Θεός, όμως, είναι μακρόθυμος. Ο Θεός μακροθυμεί και υπομένει την ασέβεια των ανθρώπων χιλιάδες χρόνια τώρα. Υπομένει διότι περιμένει μέχρι να ωριμάσουν σ’ έναν κόσμο γεμάτο ασέβεια και κακία οι πολύτιμοι καρποί ευλάβειας και καλοσύνης. Γιατί μόνο για χάρη αυτών των καρπών δημιούργησε η αγάπη του Θεού όλο τον κόσμο, για να λάμψει στην καρδιά των εκλεκτών και καθαρών το φως του Χριστού, να λάμψει η αγάπη του Χριστού, να φανερωθεί η δικαιοσύνη του Χριστού.
Γνωρίζετε ότι, όπως υπάρχουν οι κακούργοι, υπάρχει και αμέτρητο πλήθος καλών και καθαρών ανθρώπων, μια μεγάλη στρατιά των Αγίων του Θεού. Αξίζει να υπάρχει ο κόσμος, για να λάμψουν ανάμεσα στους σκοτεινούς ανθρώπους εκατοντάδες χιλιάδες, δεκάδες εκατομμύρια υιών του Θεού, υιών της χάριτος. Γι’ αυτό υπομένει ο Κύριος. Περιμένει να ωριμάσουν τα στάχυα στο χωράφι του Χριστού. Όταν, όμως, έλθει αυτή η στιγμή, όταν τα στάχυα θα ωριμάσουν, τότε θ’ αρχίσει ο θερισμός. Τότε θα στείλει ο Κύριος τους αγγέλους του να μαζέψουν τα στάχυα, και τα ζιζάνια να τα πετάξουν στο πυρ το αιώνιο. Τότε θα έλθει η ώρα της Φοβεράς Κρίσεως του Θεού, δίκης πολύ πιο φοβερής από αυτή που πραγματοποιείται τώρα από ανθρώπους στη Νυρεμβέργη.
Η κρίση αυτή θα ξεχωρίζει και για τον αριθμό των υπόδικων, διότι με τον ήχο της σάλπιγγας του Αρχαγγέλου, με τον οποίο θα προηγηθεί η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, θα αναστηθούν όλοι οι νεκροί και θα παρουσιαστούν στην Φοβερά Κρίση του Θεού, κρίση αναπόφευκτη, κρίση για την οποία άκουσε ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο οποίος έλαβε Αποκάλυψη για όσα θα συμβούν στο τέλος του κόσμου. Είδε στο θρόνο του Θεού τους μάρτυρες, οι οποίοι μαρτύρησαν για το όνομα του Χριστού. Αυτοί έκραζαν προς τον Θεό: «έως πότε, ο δεσπότης… ου κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών;» (Απ. 6, 10).

( ) ΤΡΙΩΔΙΟΝ- ΕΝΝΟΩ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑΝ ΕΚΕΙΝΗΝ...ΨΑΛΕΙ Η ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡ...


ΕΝΝΟΩ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑΝ ΕΚΕΙΝΗΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΩΡΑΝ…ΣΤΙΧΗΡΟ ΙΔΙΟΜΕΛΟΝ ΤΩΝ ΑΙΝΩΝ ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ.


Εννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὥραν, ὅταν μέλλωμεν πάντες, γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι, τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι, τότε σάλπιγξ ἠχήσει μέγα, καὶ τὰ θεμέλια τῆς γῆς σεισθήσονται, καὶ οἱ νεκροὶ ἐκ τῶν μνημάτων ἐξαναστήσονται, καὶ ἡλικίᾳ μίᾳ πάντες γενήσονται, καὶ πάντων τὰ κρυπτὰ φανερὰ παρίστανται ἐνώπιόν σου, καὶ κόψονται, καὶ κλαύσονται, καὶ εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον ἀπελεύσονται, οἱ μηδέποτε μετανοήσαντες· καὶ ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει, ὁ τῶν Δικαίων κλῆρος, εἰσελεύσεται εἰς παστάδα οὐράνιον.

ΨΑΛΕΙ Η 60ΜΕΛΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΟΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ-

Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής της Απόκρεω (της Κρίσεως)



Το αποστολικό και ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής της Απόκρεω (της Κρίσεως)- μετάφραση και ανάλυση:

Αγάπη: όχι ευκαιρία για ¨καλή πράξη¨, αλλά…



Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 15 Φεβρουαρίου 2015 – Της Απόκρεω

 Ἀλήθεια σᾶς λέγω,
ὅ,τι δὲν ἐκάνατε
εἰς ἕνα ἀπὸ
τοὺς ἀσήμαντους τούτους,
οὔτε εἰς ἐμὲ ἐκάνατε
(Ματθ. κε΄ 31 – 46)
Εἶπεν ὁ Κύριος· όταν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲἐρίφια ἐξ εὐωνύμων.
Τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με.
Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; Πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; Πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε;
Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε.
Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾿ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με.
Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢἀσθενῆἢἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι;
Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲἐμοὶἐποιήσατε.
Καὶἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

Απόδοση σε απλή γλώσσα:
Εἶπε ὁ Κύριος:
«Ὅταν θα ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μὲ ὅλην του τὴν δόξαν καὶ ὅλοι οἱ ἄγγελοι μαζί του, τότε θὰ καθήσῃ εἰς τὸν θρόνον τῆς δόξης του καὶ θὰ μαζευθοῦν ἐνώπιόν του ὅλα τὰ ἔθνη καὶ θὰ χωρίσῃ τοὺς μὲν ἀπὸ τοὺς δέ, ὅπως ὁ βοσκὸς χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ κατσίκια, καὶ θα τοποθετήσῃ τὰ μὲν πρόβατα πρὸς τὰ δεξιά του, τὰ δὲ κατσίκια πρὸς τὰ ἀριστερά του.
Τότε θὰ πῇ ὁ βασιλεὺς εἰς ἐκείνους, ποὺ θὰ εἶναι πρὸς τὰ δεξιά, «Ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατέρα μου, κληρονομῆστε τὴν βασιλείαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐτοιμασμένη γιὰ σᾶς ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. Διότι ἐπείνασα καὶ μοῦ ἐδώκατε νὰ φάγω, ἐδίψασα καὶ μ’ ἐποτίσατε, ξἐνος ἤμουνα καὶ μ’ ἐπήρατε εἰς τὸ σπίτι, γυμνὸς ἤμουνα καὶ μ’ ἐνδύσατε, ἀρρώστησα καὶ μ’ ἐπισκεφθήκατε, εἰς τὴν φυλακὴν ἤμουνα καὶ ἤλθατε σ’ ἐμέ».
Τότε θὰ τοῦ ἀποκριθοῦν οἱ δίκαιοι καὶ θὰ ποῦν, «Κύριε, πότε σὲ εἴδαμε νὰ πεινᾷς καὶ σ’ ἐθρέψαμε ἢ νὰ διψᾷς καὶ σ’ ἐποτίσαμε; Πότε δὲ σὲ εἴδαμε ξένον καὶ σ’ ἐπήραμε εἰς τὸ σπίτι ἢ γυμνὸν καὶ σ’ ἐνδύσαμε; Πότε σὲ εἴδαμε ἄρρωστον ἢ φυλακισμένον καὶ ἤλθαμε σ’ἐσέ;».
Ὁ βασιλεὺς θὰ ἀπαντήσῃ καὶ θὰ τοὺς πῇ, «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅ,τι ἐκάνατε εἰς ἕνα ἀπὸ τούτους τοὺς ἀσήμαντους ἀδεφλοὺς μου, σ’ ἐμὲ τὸ ἐκάνατε».
Τότε θὰ πῇ σ’ ἐκείνους, ποὺ θὰ εἶναι πρὸς τὰ ἀριστερά, «Φύγετε ἀπ’ ἐμέ, καταραμένοι, στὴν αἰώνια φωτιά, ποὺ ἔχει ἐτοιμασθῆ διὰ τὸν διάβολον καὶ τοὺς ἀγγέλους του, διότι ἐπείνασα καὶ δὲν μοῦ ἐδώκατε νὰ φάγω, ἐδίψασα καὶ δὲν μ’ ἐποτίσατε, ξένος ἤμουνα καὶ δὲν μ’ ἐπήρατε εἰς τὸ σπίτι, γυμνὸς ἤμουνα καὶ δὲν μ’ ἐνδύσατε, ἀσθενὴς ἤμουνα καὶ φυλακισμένος καὶ δὲν μ’ ἐπισκεφθήκατε».
Τότε θὰ ἀποκριθοῦν καὶ αὐτοὶ καὶ θὰ ποῦν, «Κύριε, πότε σὲ εἴδαμε νὰ πεινᾷς ἢ νὰ διψὰς καὶ νὰ εἶσαι ξένος ἢ γυμνὸς ἢ ἀσθενὴς ἢ φυλακισμένος καὶ δὲν σὲ ὑπηρετήσαμε;»
Τότε θὰ ἀποκριθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ θὰ πῇ, «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅ,τι δὲν ἐκάνατε εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς ἀσήμαντους τούτους, οὔτε εἰς ἐμὲ ἐκάνατε».
Καὶ αὐτοὶ θὰ μεταβοῦν εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον»

Ἐὰν δι’ ἄλλους
δὲν εἶμαι ἀπόστολος,
εἶμαι τοὐλάχιστον γιὰ σᾶς,
διότι σεῖς εἶσθε
ἡ σφραγίδα τῆς ἀποστολῆς μου
ἐν Κυρίῳ.

(Α´ Κορ. η΄8 – θ΄2)
Ἀδελφοί, βρῶμα ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύωμεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα.
Βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν. Ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν; Καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι᾿ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν. Οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε.
Διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω. Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; Οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; Οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ; Εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ.

Ἀπόδοση σε απλή γλώσσα:
Ἀδελφοί, ἐμᾶς δὲν μᾶς συνιστᾶ τὸ φαγητὸν εἰς τὸν Θεόν, διότι οὔτε ἐὰν φάγωμεν, ἔχομεν κανένα πλεονέκτημα, οὔτε ἐὰν δὲν φάγωμεν, χάνομεν τίποτε.
Προσέχετε ὅμως μήπως ἡ ἐλευθερία σας αὐτὴ γίνῃ αἰτία νὰ πέσουν οἱ ἀσθενεῖς κατὰ τὴν πίστιν. Ἐὰν κάποιος ἰδῇ ἐσένα ποὺ ἔχεις γνῶσιν, νὰ κάθεσαι εἰς τὸ τραπέζι ἑνὸς ναοῦ εἰδώλων, δὲν θὰ ἐνθαρρυνθῇ ἡ συνείδησίς του, ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατος εἰς τὴν πίστιν, εἰς τὸ νὰ τρώγῃ κρέατα τῶν θυσιῶν ποὺ προσφέρονται εἰς τὰ εἴδωλα; Καὶ ἐξ αἰτίας τῆς γνώσεώς σου θὰ χαθῇ ὁ ἀδύνατος ἀδελφὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἐπέθανε ὁ Χριστὸς. Ἁμαρτάνοντες δὲ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ πληγώντες τὴν συνείδησίν των ποὺ εἶναι ἀδύνατη, ἁμαρτάνετε εἰς τὸν Χριστόν.
Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐὰν φαγητὸν κάνῃ τὸν ἀδελφόν μου νὰ πέσῃ, δὲν θὰ φάγω κρέας ποτέ, διὰ νὰ μὴ γίνω αἰτία νὰ πέσῃ ὁ ἀδελφός μου. Δὲν εἶμαι ἀπόστολος; Δὲν εἶμαι ἐλεύθερος; Δὲν εἶδα τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριόν μας; Δὲν εἶσθε σεῖς τὸ ἔργον μου ἐν Κυρίῳ; Ἐὰν δι’ ἄλλους δὲν εἶμαι ἀπόστολος, εἶμαι τοὐλάχιστον γιὰ σᾶς, διότι σεῖς εἶσθε ἡ σφραγίδα τῆς ἀποστολῆς μου ἐν Κυρίῳ.
πηγή: Συνοδοιπορία