Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Δυο δρόμοι προς την αληθινή θεολογια ΕΥΣΕ/ΟΥ ΒΙΤΤΗ

 

 

 
 β. Η μονολόγιστη ευχή ως δρόμος προς την αληθινή θεολογία ή θεογνωσία.
Δεν είναι βέβαια δυνατόν να δούμε εν πλάτει όλα όσα θαυμάσια μας λένε, στον περιορισμένο χώρο αυτής της σύντομης παρουσιάσεως αυτού του μεγάλου θέματος. Στο παρόν κείμενο θα χρειαστεί να επικεντρώσουμε τη προσοχή μας σε θέμα, το οποίο είναι, πιστεύουμε, σημαντικό ως εισαγωγική πρόσβαση στο χώρο της θεολογίας, όπου κατά τη πατερική διδαχή θεολογία είναι η ανάβαση του ανθρώπου προς το Θεό. Και ως οδός, αλλά και ως «χώρος» της αληθινής θεολογίας ορίζεται η προσευχή, η οποία αποτελεί «ανάβασιν νου προς Θεόν» (Νείλος ο Ασκητής, Λόγος περί προσευχής) . Και η προσευχή αυτή είναι η λεγόμενη μονολόγιστη προσευχή.
Στον περίφημο Περί προσευχής λόγο του Νείλου του Ασκητού, που περιλαμβάνεται στη γνωστή μας Φιλοκαλία (οι ειδικοί τον αποδίδουν στον Ευάγριο τον Ποντικό, ασκητικό συγγραφέα) σημειώνεται η σημαντικότατη για το θέμα μας φράση:
«Eι θεολόγος ει, προσεύξη αληθώς‡ και ει αληθώς προσεύχη, θεολόγος ει». Με άλλα λόγια: «Αν είσαι θεολόγος, θα προσευχηθείς. Και αν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι θεολόγος».
Και σε άλλο σημείο λέει:  «Αν προσεύχεσαι, αληθινά και σωστά, θα βρεις πολλή εσωτερική πληροφορία. Και θα έρθουν μαζί σου άγγελοι, όπως και στον Δανιήλ, και θα σε φωτίσουν για να κατανόησης τους λόγους των πραγμάτων».
Με τους λόγους αυτούς και μόνο υπογραμμίζεται ιδιαίτερα η σημασία της προσευχής ως σημαντικότατου μέσου για την είσοδό μας στο χώρο της θεολογίας. Μερικά ουσιώδη στοιχεία της θα επιχειρήσουμε να δούμε στη συνέχεια.
                                                            * * *
Η μονολόγιστη προσευχή, που οφείλει το όνομα της στη χαρακτηριστική συντομία της, λέγεται: προσευχή του Ιησού, νοερά προσευχή, καρδιακή προσευχή, καθαρά προσευχή κλπ. Η προσευχή αυτή ταιριάζει προ πάντων στο σημερινό πολυάσχολο άνθρωπο, όποια κι αν είναι η κύρια απασχόλησή του και τυχόν άλλες δευτερεύουσες. Είναι η προσευχή, που μπορεί να πραγματοποιείται πάντοτε από το καθένα μας και να προσαρμόζεται σε κάθε τόπο και τρόπο.
Όλες οι θείες ενέργειες αποτελούν τη ρίζα και τη πηγή των όντων και πραγμάτων. Για τον άνθρωπο όμως υπάρχει κάτι βαθύτερο και καταπληκτικότερο. Πρέπει ο άνθρωπος να γίνει μέχρι και αυτή τη δομή και το ρυθμό του σώματός του, μέχρι την τελευταία του ίνα, ναός του Παναγίου Πνεύματος. «Ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος έστιν, ου έχετε από Θεού και ουκ έστε εαυτών; Δοξάσατε δη τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, ατινά έστι του Θεού»(Α Κορ. ς' 19, 20).
Για το θέμα μας έχουν βασική σημασία ο ρυθμός της αναπνοής μας και η καρδιά μας. Και καλούνται να παίξουν σημαντικότατο ρόλο για τη διάχυση της χάριτος σε όλη μας την ύπαρξη.
Υπάρχει μια πραγματική αντιστοιχία ανάμεσα στην αναπνοή μας και στην πνοή του Θεού.
Η ανθρώπινη αναπνοή αποτελεί σύμβολο και όχημα της θείας πνοής.
Η ίδια αντιστοιχία υπάρχει ανάμεσα στη καρδιά μας και τον Ιησού Χριστό.
Η καρδιά αποτελεί το κέντρο της υπάρξεώς μας. Και λέγοντας καρδιά δεν πρέπει να εννοούμε μόνο τη σωματική καρδιά, αλλά και την πνευματική, που είναι έδρα και κέντρο του πνεύματός μας. Η καρδιά μας φωτίζει όλη την ύπαρξη και χάρις σ' αυτήν λειτουργεί και σωματικά και πνευματικά.
Αντίστοιχα ο Ιησούς Χριστός είναι το κέντρο του πνευματικού του Σώματος που λέγεται Εκκλησία. Από αυτό το κέντρο αναβλύζουν ως από αενάως ακένωτη πηγή το φως και η χάρη στην Εκκλησία, αλλά και σε ολόκληρο το σύμπαν, αφού «πάντα δι' αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονε» (Ιω. α' 3).
Με την καρδιά συνάπτεται το αίμα. Και το αίμα αντιστοιχεί προς το αρχέγονον ύδωρ, που διαποτίζεται από το πυρ του Αγίου Πνεύματος. «Και Πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος» (Γεν. α' 2). Επίσης το αίμα είναι κόκκινο σαν τη φωτιά και θερμό. Και, όπως είναι γνωστό, στην Εκκλησία μας κοινωνούμε το θερμό αίμα του Κυρίου. Γι' αυτό μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων προστίθεται στο άγιο Ποτήριο το ζέον ύδωρ, που συμβολίζει τη «ζέσιν Πνεύματος Αγίου».
Έτσι βλέπουμε να καθορίζεται στην ορθόδοξη πνευματικότητα η σχέση πνοής - καρδιάς και Πνεύματος Αγίου.
Δεν χρειάζεται όμως να ζητούμε στα ζητήματα αυτά μια επεξήγηση ή κατανόηση σύμφωνα με την οριζόντια ανθρώπινη επιστήμη, που ασχολείται με αίτια και αιτιατά. Τα θέματα αυτά αποτελούν αντικείμενο γνώσεως άλλου επιπέδου και άλλης κατευθύνσεως. Αυτά τα κατανοεί κανένας στο βαθμό, που μπορεί να τα χωρέσει η περιορισμένη ανθρώπινη φύση μας κατά γνώση πνευματική, κάθετο και υπερφυή, που έχει τους δικούς της νόμους και τη δική της λογική. Και αυτό οπωσδήποτε με τη βοήθεια του θείου φωτός εν Πνεύματι Αγίω.
Με την καρδιά συνάπτεται ο νους και η διάνοια μας. Κατά την πατερική αντίληψη έδρα του νου είναι η καρδιά, και ο νους δεν είναι μόνο η λογική ενέργεια, αλλά και η βουλητική και συναισθηματική με έδρα πάντα την καρδιά.
Ο νους ενεργεί προς τα έξω, διαχέεται και διασκορπίζεται. Στη φυσική του δε κατάσταση θα βρίσκεται μόνο με την επιστροφή του στο κέντρο του, στην καρδιά του, οπότε μεταπηδά από το παρά φύσιν, στο οποίο τώρα βρίσκεται, στο κατά φύσιν του.
Όταν ο νους επιστρέψει πίσω στην καρδιά και ενωθεί μαζί της, τότε και η καρδιά γίνεται το κατάλληλο όργανο για ολοκληρωμένη υπαρξιακή γνώση, γνώση ολοτελή και παμμερή. Γι' αυτό και δεν είναι γνώση ξερή, διανοητική, ξένη ως προς το γινωσκόμενο, αλλά γνώση αγαπητική. Γιατί μόνον η αγάπη αποτελεί την αποκλειστική γνωστική δύναμη, την ενοποιό και συνδέουσα γνωστικό υποκείμενο και γινωσκόμενο αντι(ή υπο-)κείμενο. Και αυτό σημαίνει μεταφορά του όλου ανθρώπου μέσα στο φως της θεϊκής γνώσεως εν Πνεύματι Αγίω.
Ο Θεός με τη θεία του πνοή, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα, έδωσε ζωή στο άψυχο ανθρώπινο σώμα του ανθρώπου. Το ίδιο επαναλαμβάνεται πνευματικά και τώρα. Όταν αφυπνισθεί ο άνθρωπος και αντιληφθεί «πόθεν έρχεται και πού υπάγει», αισθάνεται, ότι μόνο με τη ζωοποιό χάρη του Αγίου Πνεύματος μπορεί να μεταμορφωθεί το «ψυχικόν σώμα» του σε «πνευματικόν σώμα» (Α' Κορ. ιε',44) ήδη από τη παρούσα ζωή.
Αφετηριακή ενέργεια του Θεού ως προς τον άνθρωπο στο σημείο αυτό είναι το ότι πλάσθηκε «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» του Θεού. Με την πτώση του όμως «αχρειώθη» το «κατ' εικόνα» στον άνθρωπο. Αυτή δε η εικόνα αποκαταστάθηκε διά του Ιησού Χριστού. Η σπουδαιότητα και η μοναδικότητά της έγκειται στο γεγονός της συνειδητοποιήσεως εκ μέρους μας της ενσωματώσεως μας σ' Αυτόν, που ξανανοίγει για μας την θεανδρική οδό του αγιασμού και της τελειώσεώς μας. Και η επίκληση είναι: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέ­ησον με τον αμαρτωλόν». Καιρός να επιχειρήσουμε μια πολύ σύντομη θεολογική ανάλυσή της.
Σε όλες τις θρησκείες η επίκληση του ονόματος του Θεού παρουσιάζεται να έχει ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα και σημασία, γιατί το όνομα είναι φορέας μιας ζωντανής και δρώσης παρουσίας. Λίγο διαφορετικότερα έχουν τα πράγματα στο χώρο της Παλαιάς Διαθήκης (Π.Δ.). Η Π.Δ. αποκαλύπτει τον ζώντα Θεό στην καταναλίσκουσα απροσιτότητα και υπερβατικότητά του. Αποτελεί φοβερότατο μυστήριο το όνομά του. Στην Π.Δ. δεν έχουμε οικειοποίηση του Ονομαζόμενου, αλλά καθιέρωση του ονομάζοντος και επικαλουμένου. Οι Εβραίοι δεν έχουν δικαίωμα να προφέρουν το όνομα του Θεού. Μόνον ο μέγας Αρχιερέας, και αυτός μόνο μια φορά το χρόνο, μπορούσε να προφέρει το φοβερό όνομα του Θεού κατά την εορτή του Εξιλασμού. Γι' αυτό και είχε αντικατασταθεί το όνομα του Θεού με το όνομα Αδωναΐ, Κύριος. Και για τους Εβραίους ο αγιασμός του ονόματος του Θεού σήμαινε το μαρτύριο.
Ο πέρα από κάθε όνομα Κύριος, που είναι ο Ων, έγινε από άπειρη αγάπη για το πλάσμα του άνθρωπος. Και ως άνθρωπος ονομάσθηκε Ιησούς, που σημαίνει πως ο αιώνιος σώζει, ελευθερώνει, τοποθετεί εν ευρυχώρω τον μέχρι χθες συνθλιβόμενο άνθρωπο.
Η επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού είναι υπόμνηση της ζωοποιού παρουσίας του και προσφέρεται στην Εκκλησία του ως μυστήριο του Αναστάντος. «Και ιδού εγώ μεθ' ημών είμι πάσας τας ημέρας, έως της συ­ντελείας του αιώνος» (Ματθ. κη', 20). Η επίκληση του ονόματος του Κυρίου Ιησού Χρίστου ως προσευχή πια καρδιακή, «ως προσευχή του Ιησού», διαμορφώθηκε τελικά κατά τον 13ο αιώνα στον Άθω και έχει
α) δοξολογικό χαρακτήρα και
β) χαρακτήρα επικλήσεως εν μετάνοια.
 α. Ο δοξολογικός χαρακτήρας της καρδιακής προσευχής
 «Κύριε». Η λέξη «Κύριος» υπογραμμίζει τη Θεότητα του Ιησού Χριστού και την αναγνωρίζει ως κυρίαρχο ολόκληρης της κτίσεως. «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. κη' 18). Με την δοξολογική αυτή επίκληση εξορκίζεται κάθε δύναμη στον κόσμο αυτόν και σχετικοποιείται.
«Ιησού Χριστέ». Ο τίτλος του Ιησού είναι «Χριστός», δηλαδή Μεσσίας. «Ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν, ειμή εν Πνεύματι Αγίω». (Α' Κορ. ιβ' 3). Η αναγνώριση της κυριότητος του Ιησού, το ότι είναι Μεσσίας, δεν είναι καρπός της γνωστικής δυνάμεως του ανθρώπου, άλλα αποκαλύψεως Αγιοπνευματικής.
Έτσι στην Επίκληση αυτή έχουμε την παρουσία όλης της Αγίας Τριάδος και βίωση του μυστηρίου της Χριστολογικά και σωτηριολογικά. Τέλος η φράση:
«Υιέ του Θεού». Οι λέξεις αυτές της επικλήσεως μας παραπέμπουν στον ουράνιο Πατέρα, που είναι η πηγή και η ρίζα της Θεότητος.
«Ελέησόν με τον (την) αμαρτωλόν (-ην)».
Η ικεσία αυτή συνάπτεται με τη μετάνοια του προσευχομένου, που ζητάει το έλεος του Κυρίου και την αποκατάσταση της διαταραγμένης από κάθε προσβολή αγάπης του Κυρίου με τον όλο του βίο.
Σύμφωνα με όσα μας λένε οι μεγάλοι δάσκαλοι της προσευχής αυτής, παλιοί και νέοι, μπορεί η προσευχή αυτή να συντομευθεί στην επίκληση μόνο του ονόματος του Ιησού υπονοώντας όλα τα άλλα. Τότε ακριβώς είναι ουσιαστικά «μονολόγιστη» προσευχή, αφού αποτελείται από μια και μόνο λέξη. Το πολύ μπορεί να γίνει η μορφή της «Ιησού μου», με δυό μόνο λέξεις.
                                                       * * *
Η ευχή έχει σκοπό να ενεργοποιήσει μέσα μας τη βαπτισματική χάρη.
Η αιώνιος ζωή αρχίζει από τη στιγμή, που ο άνθρωπος δέχεται τη «δεύτερη γέννηση», την «παλιγγενεσίαν», την «μικράν ανάστασιν», δηλαδή το Άγιο Βάπτισμα.
Όταν βαπτιζόμαστε καταδυόμαστε στο αγιασμένο νερό και έτσι κατεβαίνουμε ως άμορφη και ακατέργαστη ύλη και αναδυόμαστε αποκτώντας μορφή όλη ωραιότητα, έκπαγλη και υπερφυσική. Ανασταινόμαστε και αφυπνιζόμαστε ύστερα από θάνατο.
Όμως ο φωτισμός και ο αγιασμός και η εξανάσταση αυτή κατακρύπτεται στα βάθη του ασυνειδήτου, που παύει πια να είναι ό,τι ήταν, γιατί κρύβει μέσα του την παρουσία του Θεού, η οποία ανορθώνει και ενοποιεί το πρόσωπο. Και όπως παρατηρεί ο άγιος Διάδοχος ο Φωτικής, πριν από το Βάπτισμα κρύβεται στα βάθη της καρδιάς του ανθρώπου ο σατανάς, ενώ έξω από αυτήν παραμένει ο Θεός. Με το Βάπτισμα διώχνεται από την καρδιά ο διάβολος και εγκαθίσταται σ' αυτήν ο Θεός. (Διαδόχου Φωτικής, Λόγος ασκητικός).
Ο αγιασμός όμως αυτός απαιτεί πάντοτε μια όλο και πιό συνειδητή μετοχή στο θάνατο και στην ανάσταση του Ιησού Χριστού, γιατί και στα δυο αυτά στοιχεία βα­πτισθήκαμε ως μέτοχοι τους «ίνα, ώσπερ ηγέρθη Χρι­στός εκ νεκρών διά της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν. Ει γαρ σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού, αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα» (Ρωμ. ς', 4-5).
Η αγιότητα δεν είναι ψηλή νοητική συνειδητότητα, αλλά ανάσταση και μεταμόρφωση εν Χριστώ Ιησού αναστάντι. Και χριστιανική ζωή σημαίνει τελικά πρόσκτηση Πνεύματος Αγίου. Γι' αυτό το άγιο Βάπτισμα είναι αχώριστα συνδεδεμένο με το Μυστήριο του Χρίσματος. Χριόμενος ο βαπτιζόμενος σε διάφορα σημεία του σώματός του καθίσταται καταγώγιο και κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος ενεργοποιούμενος με τη χάρη του και μεταμορφωνόμενος εις Χριστόν Ιησούν.
Όλα όμως συμπληρώνονται με τη μετοχή μας και στη Θεία Ευχαριστία. Με το μυστήριο αυτό, που ανανεώνει στα βάθη της υπάρξεώς μας το σπόρο της θεώσεώς μας, γιατί μας ενσωματώνει στον Ιησού Χριστό κάνο­ντας μας ένα μαζί του, ζούμε μια αιώνια Πεντηκοστή ...; «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον ...;» ψάλλουμε μετά τη θεία Κοινωνία στη θ. Λειτουργία. Και η θ. Κοινωνία έγινε «εις Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν».
Η προσευχή λοιπόν του Ιησού αποτελεί μια βιωματική αναθεώρηση και αναβίωση κάθε φορά του όλου μυστηρίου της σωτηρίας μας. Γι' αυτό και οι καρποί της είναι πολλαπλοί. Όταν η προσευχή αυτή ασκείται, όπως πρέπει, και γίνει ένα με τη ψυχή, τότε ανακαλύπτει ο προσευχόμενος
-«Τον κρυπτόν της καρδίας άνθρωπον» (Α' Πέτ. γ'4).
 -Την «εν Πνεύματι και αληθεία» προσκύνηση και λατρεία του Θεού» (Ίω. δ' 23).
-Την «εντός ημών βασιλείαν του Θεού» (Λουκά ιζ'21).
-Τη συναντίληψη του Άγ. Πνεύματος‡ «το Πνεύμα συναντιλαμβάνεται ταις ασθενείαις ημών‡ το γαρ τι προσευξόμεθα ουκ οίδαμεν, αλλ' αυτό το Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. η'26). -Την (παρα)μονήν του Ιησού στην καρδιά μας κατά τη διαβεβαίωση του‡ «μείνατε εν εμοί καγώ εν υμίν (Ιω. ιε'4).
-Την παράδοση της καρδιάς στο Θεό‡ «υιέ μου, δος μοι σην καρδίαν» (Παροιμ. κγ'26).
-Το «ενδύσασθαι τον Χριστόν» (Ρωμ. ιγ' 14).
«Η προσευχή του Ιησού» ή η «καρδιακή προσευχή» βιωνόμενη οδηγεί τη ψυχή σε «κατάστασιν εξ Ιησού συνεστώσαν», όπως τονίζουν με έμφαση και από προσωπική πείρα οι Νηπτικοί Πατέρες.
«Από την αδιάκοπη μνήμη και επίκληση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δημιουργείται μία σταθερή κατάσταση στο νου μας, αν δεν παραμελούμε την ακατάπαυστη νοερή δέηση, τη συχνή νήψη και το έργο της προσοχής. Όμως ας έχουμε ως συνεχές έργο μας την επίκληση του Κυρίου μας Ιησού κάνοντας την με καρδιά, που πυρωμένη κράζει, ώστε κυριολεκτικά να μεταλάβει το όνομα Ιησούς» (Ησυχίου προς Θεόδουλον).
Και άλλου προσθέτει:
«Είναι πραγματικά μακάριος όποιος έχει κολλήσει έτσι με τη διάνοιά του στην ευχή του Ιησού και του μι­λάει αδιάκοπα με δυνατή φωνή στη καρδιά του, όπως έχει ενωθεί ο αέρας με τα σώματά μας ή όπως είναι ενωμένη η φλόγα με το κερί. Ο υλικός ήλιος περνώντας πάνω από τη γη κάνει να γίνεται ημέρα. Το άγιο και σεβάσμιο όνομα του Κυρίου λάμποντας συνεχώς στη διάνοια γεννά αναρίθμητα σαν τον ήλιο φωτεινά νοήματα».
 «Όταν σκορπίσουν τα σύννεφα, φαίνεται καθαρή η ατμόσφαιρα. Και όταν σκορπίσει τις φαντασίες και τις παραστάσεις των παθών ο ήλιος της δικαιοσύνης Ιησούς Χριστός, είναι φυσικό να γεννιούνται πάντα στην καρδιά ολόφωτα και αστερόμορφα νοήματα, γιατί η ατμόσφαιρα της φωτίσθηκε διά μέσου του Ιησού».
«Με αδιάκοπη ευχή καθαρίζει η ατμόσφαιρα της διάνοιας από σκοτεινά νέφη, από ανέμους των πονηρών πνευμάτων. Όταν δε καθαρίζει η ατμόσφαιρα της καρδιάς, είναι αδύνατο να μη λάμπει σ' αυτήν το θεϊκό φως του Ιησού».

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι η τρομακτική επίδραση, που ασκεί το κοινωνικό περιβάλλον στο καθένα μας. Γνωστά τα μέσα αυτής της επιδράσεως. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη μνεία τους. Μας ενδιαφέρει το γεγονός, ότι αυτή η επίδραση εξασκείται και στο πιστό της εποχής μας με ιδιαίτερες επιπτώσεις στη πνευματικότητά του και στον όλο του βίο. Και δεν είναι περίεργο γι' αυτό το ότι διαπιστώνουμε μια έντονη πνευματική σύγχυση, μια ληθαργώδη κατάσταση, που προκαλεί σοβαρότατη ανησυχία σε όποιο πνευματικό άνθρωπο πονά από ό,τι διαπιστώνει.
Δεν είναι όμως η εξωτερική επίδραση, που αναφέρουμε πιό πάνω, η μόνη αιτία της φθαρτικής αλλοιώσεως και του εκφυλισμού του εσωτερικού φρονήματος των πιστών μας σήμερα. Έχουμε και εσωτερικά αίτιά της. Και αυτά προ πάντων συντελούν σε μια αναβίωση του παλαιού μέσα μας ανθρώπου, ο οποίος ζητάει με βιαιότητα και πάθος ασυγκράτητο χαμένα «δικαιώματα».
Πόσοι, αλήθεια, από μας δε θρηνούμε την εσωτερική έκπτωση, που διαπιστώνουμε στον εαυτό μας και δεν νοσταλγούμε ημέρες αρχαίες, γεμάτες ιερό ζήλο και άγιες αποφάσεις, που για την εκπλήρωσή τους θα δίναμε τότε χωρίς καθόλου να διστάσουμε και την ίδια τη ζωή μας με το χειρότερο ακόμη μαρτύριο! Και τώρα; Τώρα φυτοζωούμε, για να μην πω πως γίναμε -ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός, που τον εφαρμόζω πρώτα στον εαυτό μου- βοσκηματώδεις, χοιρώδεις, γεώδεις και ζωώδεις, «παρασυμβεβλημένοι τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ομοιωθέντες αυτοίς» ετσι ή αλλιώς! (πρβλ. Ψαλμ. 48, 13).
Αυστηρή η διαπίστωση αυτή ή οι σκληροί αυτοί χαρακτηρισμοί; Ας μου συγχωρηθεί η τόλμη αυτή, που δεν είναι προσωπική, αλλά γενική για τους πιό πολλούς δυστυχώς από εμάς. Όποιος βρίσκει πως του ταιριάζει, αυτός ας βγάλει τις συνέπειες από τη διαπίστωση αυτή για τον εαυτό του. Γιατί κάποιες συνέπειες προκύπτουν από αυτή την αυτοαναγνώριση. Και μια συνέπεια, που θα μπορούσε να προκύψει είναι κι ετούτη:
Πώς θα μπορούσαμε να αντιδράσουμε διαπιστώνοντας αυτή τη φθορά στον μέσα μας ή και στον έξω μας άνθρωπο;
Ποιά άλλη αντίδραση θα ήταν πιό ενδεδειγμένη από το τίναγμα από πάνω μας αυτού του πνευματικού λήθαργου, από τη βίαιη εξανάσταση εναντίον του και από την ενεργό προσπάθεια εγρηγόρσεως; Και η αντίδραση αυτή στην αγιογραφική και πατερική πνευματική γλώσσα λέγεται νήψη, η οποία κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο χαρακτηρίζεται ως «γρηγόρσεως επίτασις», δηλαδή πολύ έντονη και εντατική εγρήγορση και άγρυπνη προσοχή.
Πολλές και έντονες παραγγελίες μας απευθύνει η Θεία Γραφή για το θέμα αυτό καθώς και η Εκκλησία μας, που τις μετουσιώνει σε θερμή ικεσία και προσευχή. Εδώ θα αρκεστούμε σε μια εύγλωττη διαπίστωση-προτροπή του αγίου αποστόλου Παύλου:
«Εσείς, αδελφοί μου, λέει ο άγιος Απόστολος, δεν βρισκόσαστε στο σκοτάδι για να σας καταλάβει ξαφνικά η ημέρα της παρουσίας του Κυρίου. Όλοι σας είστε παιδιά του φωτός και της ημέρας. Δεν βρισκόμαστε και δεν ανήκουμε στη νύχτα ούτε στο σκοτάδι. Συνεπώς, ας μη κοιμόμαστε τον ύπνο της αμέλειας και ραθυμίας, όπως εκείνοι που, μακριά από το Χριστό, ζουν σ' αυτή τη κατάσταση. Αντίθετα, ας είμαστε άγρυπνοι και προσεκτικοί. Αυτοί, που κοιμούνται, κοιμούνται τη νύχτα και όσοι μεθούν, τη νύχτα μεθούν. Εμείς όμως, που είμαστε παιδιά της ημέρας, ας είμαστε άγρυπνα προσεκτικοί».
Τη ζωτικότατη σημασία της νήψεως τονίζει πολυτρόπως και η λειτουργική προσευχή. Αρκεί, για να το διαπιστώσει κανένας, να φυλλομετρήσει απλώς το λειτουργικό βιβλίο που λέγεται Παρακλητική. Ακριβώς δε μετά το καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων η Εκκλησία ανάμεσα στα άλλα βασικά και απαραίτητα πνευματικά στοιχεία, που ζητάει για τη ζωή των μετόχων του Ποτηρίου της Ζωής παρακαλεί να αποβεί γι' αυτούς η θεία Κοινωνία «εις νήψιν ψυχής».
Επειδή το περί νήψεως θέμα είναι ένα από τα κεφαλαιοδέστερα της ορθόδοξης πνευματικότητος, είναι πολύ επίκαιρο πάντα και ιδιαίτερα για το καθένα από μας, που διαπιστώνουμε την έλλειψη του στην πνευματική μας ζωή, να βλέπαμε το θέμα αυτό με όση προσοχή χρειάζεται. Βέβαια δεν είναι δυνατή η, σε ανάλογη με τη σημασία του θέματος αυτού έκταση, παρουσίαση του στα περιορισμένα όρια του σύντομου αυτού κειμένου. Μερικές επόψεις του μόνο θα αναφερθούν εδώ και επομένως όχι ολοκληρωμένα. Ελπίζουμε όμως να το παρουσιάσουμε εν καιρώ, αν ο Κύριος ευδοκήσει, με μια πολύ ευρύτερη και λεπτομερέστερη ανάλυσή του, που σχεδιάζουμε.
Για τη θεώρηση του θέματος αυτού νομίσαμε πως καταλληλότατος χειραγωγός μας για τη κατανόησή του είναι μια οσιακή πατερική μορφή, ο Όσιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος ο Ιεροσολυμίτης, που στη γνωστή μας Φιλοκαλία, περιλαμβάνεται μια δική του θαυμάσια διαπραγμάτευση του θέματος αυτού. Αυτής της διαπραγματεύσεως απόψεις θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε στη συνέχεια.
1. Τί είναι η νήψη;
Πρέπει να τονίσουμε ευθύς εξ αρχής πως δεν είναι εύκολος ο ορισμός της λεκτικά, αφοί είναι κυρίως ζωή. Και η ζωή, το ξέρουμε, δεν ορίζεται με λόγο ούτε στο σύνολο της ούτε στα επί μέρους της. Αυτό φυσικά το γνωρίζει ο Όσιος Ησύχιος, γι' αυτό και προσπαθεί να μας παρουσιάσει τη νήψη από διάφορες πλευρές της, ώστε κάπως να τη κατανοήσουμε. Όμως, ας το ξέρουμε, δεν πρόκειται ποτέ να κατανοήσουμε σωστά και σε έκταση και σε βάθος, «το γε εφ' ημίν», όσο δηλαδή μπορούμε, αν η νήψη, όπως βέβαια και κάθε άλλο πνευματικό θέμα, δεν αποτελέσει αντικείμενο ζωτικού και πρακτικού πνευματικού ενδιαφέροντος μας, δηλαδή, αν δεν επιδιώξουμε να τη γευτούμε και εμπειρικά, στην πράξη με άλλα λόγια. Αυτό είναι κανόνας απαράβατος για όλα τα θέματα της πνευματικότητος εν Χριστώ.
Να, λοιπόν, τι μας λέει ο όσιος Ησύχιος για τη νήψη: «Η Νήψη είναι μέθοδος πνευματική». Αυτή είναι ή γενικότατη θεώρησή της. Καθορίζοντας περισσότερο συγκεκριμένα το περιεχόμενο της λέει: «Η νήψη είναι κυρίως η καθαρότητα της καρδιάς, που εξαιτίας του μεγαλείου της και της πνευματικής ομορφιάς της ή, για να μιλήσω κυριολεκτικά, λόγω της αμέλειάς μας σήμερα είναι σπάνια».
Φαντασθείτε, τί θα έλεγε σήμερα για μας ο Όσιος! Και συνεχίζει: «Η νήψη είναι δρόμος για την απόκτηση κάθε αρετής και εντολής του Θεού. Η νήψη λέγεται και καρδιακή ησυχία».
Καθορίζοντας το νόημα της καρδιακής ησυχίας ο Όσιος συνεχίζει:
«Η καρδιακή ησυχία λέγεται και προσοχή. Και αρνητικά μεν σημαίνει διαρκή και αδιάκοπη ηρεμία και έλλειψη ενοχλήσεως της καρδίας από λογισμούς κάθε είδους. Θετικά δε είναι μόνιμη κατάσταση της ψυχής, που τη χαρακτηρίζει η ένωση με τον Ιησού. Στη κατάσταση αυτή η ψυχή πάντα και χωρίς καμιά διακοπή μόνον Αυτόν αναπνέει, Αυτόν επικαλείται, Αυτόν περιπτύσσεται πνευματικά συνεχώς με μυστική στα βάθη της καρδιάς επίκληση του Ονόματός του, γιατί Αυτός γνωρίζει τις καρδιές ως τα κατάβαθα τους».
Αλλά και αυτά τα στοιχεία είναι λίγα. Γι' αυτό και συνεχίζει ο Όσιος: «Νήψη είναι επίσης μόνιμη και σταθερή κατάσταση του λογισμού και στάση του στη πύλη της καρδίας, ένα είδος δηλαδή φρουράς σ' αυτήν, για να γίνεται έλεγχος των λογισμών εκείνων, που έρχονται με σκοπό να κλέψουν ό,τι πολύτιμο μέσα της και για να εξακριβώνει με ποιό τρόπο χαράζουν οι πνευματικοί εχθροί παραστάσεις στη φαντασία μας».
Το ίδιο διατυπώνει με μια λιτή φράση: «Νήψη είναι η τέλεια φύλαξη του νου».
Η πρόσκληση σε νήψη δεν είναι αυθαίρετη, όπως αναφέραμε ήδη. Αποτελεί ρητή αγιογραφική εντολή. Ο Όσιος μας τη στηρίζει σε ειδική εντολή της Παλαιάς Διαθήκης: «Πρόσεχε σεαυτώ, μήποτε γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου ανόμημα» (Δευτ. ιε' 9).
«Επειδή η λέξη ρήμα σημαίνει εδώ επίμονη παράσταση στο νου κάποιου κακού πράγματος, το όποιο αποστρέφεται και δεν θέλει με κανένα τρόπο ο Θεός και το οποίο προσβάλλει τη καρδιά υπό μορφή κακών λογισμών και τήν οδηγεί σε μολυσμένο πνευματικά διάλογο, η εντολή σημαίνει: Πρόσεχε μέσα σου, μήπως κάποια επίμονη παράσταση μέσα σου κακού πράγματος μεταβληθεί σε αμαρτία».
Η νήψη σύμφωνα με αυτά έχει δυό γενικά χαρακτηριστικά στοιχεία, ένα στατικό και ένα κινητικό - δυναμικό σε μια αέναη εναλλαγή τους.

2. Επί μέρους χαρακτηριστικά της νήψεως, που εξαίρουν τη σημασία και σπουδαιότητά της
Η νήψη κατά τον Όσιο μας είναι άμεμπτος (αψεγάδιαστη), καθαρά, περιεκτική (τέτοια που περιλαμβάνει μέσα της και άλλες αρετές), υψοποιός (ικανή να ανεβάζει στα ύψη αυτόν που την ασκεί), αγαθή, τερπνή (ευχάριστη),νοητή ηδύτης (πνευματική ευχαρίστηση),καρδιακή γλυκεία ησυχία (γλυκεία ησυχία της καρδιάς),ωραία και πάγκαλος αρετή (πανέμορφη αρετή) θαυμαστή εργασία (αξιοθαύμαστη πνευματική εργασία),αγλαοφανής (λαμπρή), φωτοτόκος (φωτογεννήτρα),αστραπητόκος(αστραπογεννήτρα),φωτοβόλος(τέτοια, που σκορπάει γύρω της φως),πυρφόρος (όλη φωτιά και θέρμη πνευματική),αφάνταστος(ελεύθερη από παραστάσεις και εικόνες της φαντασίας κακές), μακαρία της ψυχής κατάστασις, και όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, για να μιλήσουμε σύμφωνα με τη πραγματικότητα γι' αυτήν, την κάνουν να ξεπερνά αναρίθμητες αρετές, που έχουν σωματικό χαρακτήρα, αλλά και πολλές άλλες πειραματικότερου χαρακτήρα αρετές.
3. Η αναγκαιότητα της νήψεως
Πολλές φορές, και με ιδιαίτερη έμφαση κάθε φορά, τονίζει ο άγιος Πατήρ, την αναγκαιότητα της νήψεως για μια σωστή και αληθινή πνευματικότητα. Τονίζει γι' αυτό, ότι
α. Η νήψη είναι τόσο αναγκαία για την πνευματική μας ζωή, όσο αναγκαία είναι για τη σωματική μας ζωή η τροφή και το νερό. «Όπως είναι αδύνατο να ζει κανένας στο κόσμο αυτό χωρίς να φάει και να πιει, έτσι είναι αδύνατο να ζήσει κανένας πνευματικά χωρίς τη φύλαξη του νου και τη καθαρότητα της καρδιάς, με άλλα λόγια χωρίς τη νήψη. Χωρίς αυτή την αρετή δεν μπορεί να πραγματοποιήσει η ψυχή ό,τι πνευματικό και αρεστό στο Θεό ή να ελευθερωθεί από την αμαρτία, που γίνεται με τη σκέψη στο νου, έστω κι αν ασκεί κανένας βία πάνω στον εαυτό του, για να μην αμαρτήσει, από φόβο να μην πάει στη κόλαση».
β. Η νήψη αποτελεί εσωτερική αφετηρία για την ολοτελή και πλήρη εφαρμογή του θείου θελήματος.
«Εβουλήθην το θέλημα σου και τον νόμον σου ποιήσαι εν μέσω της κοιλίας μου», λέει ο προφητάναξ Δαβίδ. (Ψαλμ. 39, 2). Και επεξηγεί ο άγιος:
« Εάν ο άνθρωπος δεν τηρήσει το θέλημα του Θεού και τον Νόμο του μέσα στην καρδιά του, ούτε πρακτικά μπορεί να τον εφαρμόσει» και· «Δεν βγαίνει το υποζύγιο από τον κύκλο του δεμένο στη μυλόπετρα για άλεσμα. Το ίδιο και ο νους. Δεν προχωρεί σε αρετή, που τελειοποιεί, αν δεν διόρθωσει το εσωτερικό του. Και αυτό, γιατί έχει πάντα τυφλά τα εσωτερικά του μάτια. Γι' αυτό και δεν μπορεί να βλέπει την αρετή και τον Ιησού, που αστράφτει από φως».
4. Απόκτηση νήψεως
Η νήψη, όπως και κάθε άλλη αρετή, δεν είναι ούτε πρέπει να αποτελεί αντικείμενο θεωρητικής απασχολήσεως μας. Είναι, παρά το απροσδιόριστο πνευματικό της βάθος, πρακτική αρετή με κατεύθυνση και προς τα μέσα και προς τα έξω. Είναι ανάγκη γι' αυτό να ιδούμε πως θα μπορούσε να γίνει και δικό μας χαρακτηριστικό. Βέβαια δεν πρέπει να αγνοήσουμε την ιδιοτυπία της μοναχικής ζωής, που προσφέρεται για ένα τέτοιον αγώνα. Όμως η νήψη, όπως και κάθε άλλο αντίστοιχο πνευματικό επίτευγμα, δεν αποτελεί και δεν πρέπει να αποτελεί κατόρθωμα μόνο των μοναχών, γιατί ένα είναι το θέλημα του Θεού για όλους μας και μια η πνευματική καρποφορία, που ζητιέται από όλους μας. Ας ιδούμε ποιούς τρόπους, άμεσους και έμμεσους, για την απόκτηση της νήψεως μας συνιστά ο όσιος Ησύχιος.
α. «Πρέπει να γίνεται συχνός έλεγχος και παρακολούθηση της φαντασίας. Και αυτό σημαίνει παρακολούθηση της προσβολής, δηλαδή της εμφανίσεως μιας εικόνας στη φαντασία, γιατί ο σατανάς δεν μπορεί να δημιουργήσει λογισμούς χωρίς τη χρησιμοποίηση της φαντασίας. Με το τρόπο αυτό δείχνει στο νου τέτοιες εικόνες για να εξαπατήσει το νου. Με τον πυκνό όμως έλεγχο βλέπει ο πνευματικός αγωνιστής με διεισδυτικό και έντονο βλέμμα, ώστε να κατανοεί την ποιότητα αυτών, που μπαίνουν στο νου του. Προσπάθησε να ασκείς συνεχώς την αρετή της προσοχής όσο γίνεται πιο πολύ. Αυτή η προσπάθεια είναι αυτό, που λέμε φύλαξη του νου, δηλαδή τήρηση και τελειοποίηση του νου, και επομένως και της γλυκείας ησυχίας και ηρεμίας της καρδιάς».
β. «Σιωπή των σωματικών και πνευματικών χειλέων. Και αυτό σημαίνει να έχει κανένας συνεχώς πολύ σιωπηλή την καρδιά, ήρεμη και ελεύθερη από κάθε λογισμό».
γ. «Να έχει εσωτερικά αδιάλειπτη μνήμη θανάτου». Η μνήμη του θανάτου βοηθάει όχι μόνο στη συναίσθηση της ευτέλειας και παροδικότητάς μας, άλλα και στον αγώνα κατά του εχθρού, γιατί ενισχύει το ταπεινό φρόνημα.
«Καλός και χρήσιμος παιδαγωγός και του σώματος και της ψυχής είναι η συνεχής και διαρκής στο νου μνήμη του θανάτου, Με τη μνήμη του θανάτου πετυχαίνει κανένας να βάζει στην άκρη τις φροντίδες και όλες τις ματαιότητες, οπότε γεννιέται μέσα μας η φύλαξη του νου. Η μνήμη του θανάτου περιλαμβάνει μέσα της πολλές αρετές, είναι βρύση συνεχούς ετοιμότητας του πνεύματος στον αγώνα μαζί με διάκριση και νήψη».
δ. «Στο νου μας πραγματοποιείται μια θεϊκή κατάσταση από τη συνεχή μνήμη και επίκληση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ας έχουμε λοιπόν το έργο αυτό της επικλήσεως κράζοντας με πυρωμένη και ολόθερμη την καρδιά, ώστε να «μεταλαβαίνουμε» κυριολεκτικά το άγιο όνομα του Ιησού».
Όλα αυτά πρέπει να χαρακτηρίζουν μεταξύ των άλλων και τα εξής γνωρίσματα:
1. Η προθυμία, η θερμή προθυμία, η πρόθυμος όδευσις.
2. Η επιστημοσύνη.
3. Η φρόνηση.
4. Η πάση δυνάμει προσπάθεια.
5. Η πολλή ένταση.
6. Η αποφασιστικότητα. « Μόλις καταλάβεις πως μπήκαν στη σκέψη σου κακοί λογισμοί, χωρίς να χάσεις καιρό, αμέσως να προβάλεις τις αντιρρήσεις σου και την αντίθεσή σου σ' αυτούς, να τσακίσεις το κεφάλι του φιδιού».
7. Το ανύστακτο. «Δεν είναι δυνατόν, αδελφοί, να το ρίχνει στον ύπνο, όποιος θέλει να μένει για πάντα απλήγωτος».
8. Η ταπείνωση. «Ας φροντίζουμε να βλέπουμε τις αμαρτίες μας και την προηγούμενη ζωή μας, ώστε να νιώθουμε συντριβή καθώς θα θυμόμαστε τις αμαρτίες μας. Και ταπεινωνόμενοι με το τρόπο αυτό θα έχουμε τη βοήθεια του Ιησού Χριστού σε πόλεμο, που είναι αόρατος.
9. Η συνέχεια. Η νήψη πρέπει να είναι «χρονίζουσα», διαρκής και ακατάπαυστη, χωρίς διακοπές. «Πρέπει να μένουμε διαρκώς με οπλισμένο το νου, γιατί ο εχθρός μας στέκει πάντα έτοιμος για πόλεμο με την παράταξή του. Η συνέχεια δε στη προσοχή και νήψη καταλήγει σε μόνιμη συνήθεια. Έτσι αποκτιέται μια φυσική πυκνότητα νήψεως, γιατί η νήψη είναι αποκρυστάλλωση του λογισμού και στάση του φρουρητική στη πύλη της καρδιάς».
10. Η με επιμέλεια επιδίωξη της νήψεως με τη καλλιέργεια στη ψυχή του θεϊκού έρωτα. «Τότε δεν θα βαδίζουμε πρόθυμα για κάτι άλλο με την καρδιακή ησυχία, παρά από τη γλυκεία ευχαρίστηση και τέρψη της ψυχής και από την απέραντη αγάπη της και για τον εγκάρδιο θείο έρωτά της προς το πρόσωπό Του».

5. Καρποί της νήψεως
Η αξία και η σπουδαιότητα της νήψεως φαίνεται προ πάντων από τους καρπούς και τα επιτεύγματα, που πραγματοποιούνται με την πιστή βίωση της σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά της εργασίας για την απόκτησή της, που αναφέρθηκαν πιό πάνω. Πιό συγκεκριμένα ανάμεσα στους άλλους καρπούς της νήψεως θα μπορούσαν να αναφερθούν κάποιοι από αυτούς.
1. Η νήψη γίνεται οδηγός ορθού και θεάρεστου βίου.
«Η νήψη βοηθάει στην εφαρμογή κάθε εντολής του Θεού, που υπάρχει στη Παλαιά και στη Καινή Διαθήκη. Αυτή παρέχει στον άνθρωπο, που θα την αποκτήσει, και κάθε αγαθό της μέλλουσας ζωής. Η νήψη θα σε διδάξει με τη βοήθεια του Θεού αυτά, που δεν ήξερες, και θα σε βοηθήσει να μάθεις, θα σε φωτίσει και θα σε κάνει ικανό να αποκτήσεις πνεύμα μαθητείας για να βάλεις στο νου σου αυτά, που προηγουμένως αδυνατούσες να ξέρεις, επειδή ζούσες και πορευόσουν στο σκοτάδι των παθών και των σκοτεινών έργων, καθώς σε σκέπαζε η άβυσσος της λήθης και της συγχύσεως». «Η νήψη απαλλάσσει με τη βοήθεια του Θεού τελείως από νοήματα των διαφόρων παθών και από πονηρά έργα, γιατί αποτρέπει και απομακρύνει από μας κάθε κακό, π.χ. την πολυλογία, την υβριστική συμπεριφορά και κακολογία, την κατάκριση καθώς και όλο το πλήθος των αισθητών κακών, γιατί ο νους δεν ανέχεται ούτε για λίγο να στερηθεί εξαιτίας τους τη γλυκύτητα, που νιώθει. Προ πάντων όμως, γιατί όποιος φροντίζει με επιμέλεια να τηρεί την καθαρότητα της καρδιάς, θα έχει δάσκαλο του τον νομοθέτη της Χριστό, ο οποίος του μιλεί και του λέει μυστικά το θέλημα του Θεού».
2. Η νήψη ισορροπεί τη ψυχή
«Η νήψη μας διδάσκει να κινούμε ισόρροπα τα τρία μέρη της ψυχής και επίσης να κινούμε σωστά και με κάθε ασφάλεια και τις τέσσερες γενικές αρετές, δηλαδή τη φρόνηση, που αναφέρεται στο θυμικό της ψυχής, τη σοφία, που αναφέρεται στο νοητικό ή νοητικό της ψυχής, τη δικαιοσύνη, που αναφέρεται στο επιθυμητικό της ψυχής και την ανδρεία, που αναφέρεται στις σωματικές αισθήσεις. Τις αρετές αυτές τις αυξάνει κάθε μέρα, εφόσον την έχουμε κάνει κτήμα μας».
Ειδικότερα βοηθά η νήψη:
α. Το θυμικό της ψυχής, «για τη διεξαγωγή μέσω αυτού της εσωτερικής μάχης και για αυτοέλεγχο και αυτομεμψία».
β. Το λογιστικό της ψυχής «για να αποκτήσει το λογικό μέρος της ψυχής τη νήψη και την πνευματική Θεωρία».
γ. Το επιθυμητικό, να κατευθύνει τη βούληση προς την αρετή και το Θεό.
δ. Τις πέντε αισθήσεις. «Η νήψη βοηθάει τις αισθήσεις να κυβερνούνται, για να μη μολύνεται δια μέσου τους ο εσωτερικός άνθρωπος, δηλαδή η καρδιά, και ο εξωτερικός άνθρωπος, δηλαδή το σώμα».
«Ο νους, που δεν αμελεί την κρυφή εσωτερική εργασία και τα υπόλοιπα πνευματικά αγαθά, τα οποία θα επιτύχει με την αδιάκοπη εργασία της προσοχής, θα πετύχει να έχει και τις πέντε αισθήσεις σε κατάσταση τέτοια, που να μην ενεργούν τα εξωτερικά κακά. Έχοντας δηλαδή στραμμένη τη προσοχή του στην αρετή και θέλοντας να εντρυφά και να απολαμβάνει τα καλά νοήματα, δεν ανέχεται να ξεκλέβεται και να παρασύρεται από τους υλικούς και μάταιους λογισμούς δια των αισθήσεων. Αντίθετα, ξέροντας πόσο απατηλοί είναι, τις συγκρατεί συνήθως μέσα του».
Γενικότερα πλεονεκτήματα από τη νήψη.
1. «Οι διάφορες θάλασσες έχουν πολύ νερό. Και η έκταση και το δυνάμωμα της νήψεως και της καταστάσεως του ανθρώπου, που τη βιώνει, και η βαθειά ησυχία, είναι άβυσσος πνευματικών θεωριών εξαίρετων και ανείπωτων, ταπεινώσεως με πλήρη αυτεπίγνωση ευθύτητας και αγάπης».
2. «Η νήψη απλώνει τα κλήματα της μέχρι την άβυσσο των ιερών θεωριών και μέχρι τους ποταμούς τερπνών και θείων μυστηρίων τις παραφυάδες της και ποτίζει δροσίζοντας τον νου, πού επί πολύ χρόνο έχει υποστεί την αρνητική επίδραση πνευματικού καύσωνα».
3. «Όποιος ζει συνεχώς την εσωτερική ζωή και ασχολείται με τα θέματα του εσωτερικού του, ζει με σωφροσύνη, και όχι μόνο, αλλά βιώνει και πνευματικές θεωρίες και ασχολείται με τα θεία, προσεύχεται και νιώθει ευχαρίστηση θεϊκή και πνευματικά και σωματικά. Ακόμη τον γλυκαίνει με το βαθύ αίσθημα κάποιας γλυκύτητας και μακάριας αγαλλιάσεως. Ο άνθρωπος φωτίζεται για να κατανοεί βαθιά πνευματικά μυστήρια από τον ίδιο το Χριστό, στον οποίο είναι κρυμμένοι οι θησαυροί της σοφίας. Και αυτό, γιατί θα νιώσει από την ενέργεια αυτή του Ιησού, ότι το Άγιο Πνεύμα ήρθε στη ψυχή του. Το Άγιο Πνεύμα φωτίζει το νου του ανθρώπου φανερά. Και τον πλουτίζει με θεία γνώση και τον φωτίζει το μακάριο φως της Θεότητος, όταν απαλλαγεί από όλα και ελεύθερος από αυτά μένει ασχημάτιστος και ανεικόνιστος. Και πορεύεται από τη μια βαθμίδα πρακτικής φιλοσοφίας - καθόσον αρνείται τον εαυτό του, σε ανώτερη βαθμίδα, και τον ικανώνει να βιώνει άρρητες πνευματικές αρετές. Ο νους αυτός δεχόμενος μέσα του βάθος πνευματικών εννοιών του απείρου, θα έχει την ευλογία να του φανερωθεί ο Ύψιστος Θεός στο βαθμό, που ο ίδιος αντέχει. Κατάπληκτος ο νους από τέτοιες ευλογίες δοξάζει αγαπητικιά το Θεό, ο οποίος βλέπεται και βλέπει και προσφέρει τη σωτηρία σ' αυτόν που τον βλέπει με αυτό το τρόπο.
Αυτοί, που πετυχαίνουν τη βίωση της νήψεως, αφού αποκτήσουν το δώρο των θείων θεωριών, πλέουν στο καθαρότατο αυτό φώς, το αγγίζουν άρρητα και απερίγραπτα και μαζί με το φώς αυτό ζουν σε κατάσταση μόνιμη, με αυτό ζουν και πολιτεύονται. Γιατί προκόβοντας σε νήψη θα βρουν σ' αυτή την ίδια την επουράνια Ιερουσαλήμ και θα δουν νοερά και καθαρά το Βασιλέα των πνευματικών δυνάμεων του αληθινού Ισραήλ, με άλλα λόγια το Χριστό, μαζί με τον ομοούσιο Γεννήτορα του, τον Ουράνιο Πατέρα, και το προσκυνητό Πανάγιο Πνεύμα».
(+Ιερομονάχου Ευσεβίου Βίττη, Δύο δρόμοι προς την αληθινή θεολογία, Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη).

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Το Μυστήριο της Αναστάσεως

          

christrisen 

Ο κόσμος ολόκληρος -ορατός και αόρατος- έγινε για τη Σάρκωση, η δε Σάρκωση για την Ανάσταση, λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Ο σκοπός δηλαδή όλων των δημιουργημάτων, από το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, ήταν να συμβάλουν το καθένα με τον δικό του τρόπο, στην πραγματοποίηση του γεγονότος της ενανθρώπησης του Υιού και Λόγου του Θεού, η δε ενανθρώπηση στην Ανάσταση. Έτσι θα νικηθεί ο πιο μεγάλος εχθρός, ο θάνατος, και θα λυτρωθεί ο άνθρωπος από τα δεσμά του.
Η Ανάσταση είναι ο τελικός σκοπός όλης της δημιουργίας. Πρώτα του ανθρώπου, που είναι καλεσμένος στην «κατά χάριν» θέωση και μετά όλου του κόσμου, που θα ακολουθήσει την «εν Χριστώ» ανακαίνιση του ανθρώπου.
Για να προσεγγίσει κανείς την αλήθεια της Ανάστασης, ως ζωής «εν τω Θεώ», αθάνατης και ατελεύτητης, είναι ανάγκη να μυηθεί στην «απόρρητον δύναμιν της Αναστάσεως», όπως λέγει στη συνέχεια ο άγιος Μάξιμος.
Πώς ο Χριστός και ως άνθρωπος νίκησε το θάνατο και τον Άδη; Πώς τον μεταποίησε σε ζωή αιώνια; Πώς το σκοτάδι μεταποιήθηκε σε φως; Πώς η πικρία και η οδύνη μεταποιήθηκαν σε χαρά και ευφροσύνη αιώνια; Πώς ο άνθρωπος, ο αιχμάλωτος της αμαρτίας και του θανάτου, ανήλθε λυτρωμένος ατό θείο και ουράνιο ύψος;
Όλα έγιναν κατορθωτά, γιατί ο Χριστός και σαν άνθρωπος έμεινε απόλυτα αναμάρτητος. Όλη η δύναμή Του βρίσκεται στην αναμαρτησία Του (Μ. Αθανάσιος), στην απόλυτη πιστότητα και υπακοή Του στο Θεό Πατέρα. Και όταν ακόμη «ελήλυθεν η ώρα Του» και έφτασε μπροστά σ’ εκείνα τα φοβερά «παραδώσουσιν, εμπαίξουσι, μαστιγώσουσιν, εμπτύσουσιν, αποκτενούσι», δεν «απέστη Θεού». Αποδέχτηκε το θέλημα του Θεού Πατέρα. Πριν νεκρωθεί το Σώμα Του, ήταν «νεκρός τη αμαρτία», για κάθε τι «απαρέσκον Θεώ». Ούτε για μια στιγμή δε χωρίστηκε από το Θεό Πατέρα. Πάντοτε «ην προς τον Θεόν». Εδώ βρίσκεται η «απόρρητος δύναμις» της Αναστάσεως. Μ’ αυτή τη ζωοποιό νέκρωση από όλα τα αισθητά, που έφτασε «μέχρι θανάτου Σταυρού» και της φυσικής Του ζωής, «κατέκρινε» (=καταδίκασε) μέσα στο ίδιο το σώμα Του την αμαρτία, κάθε λογής αμαρτία, που έφερε το θάνατο στον άνθρωπο και «πάτησε» το θάνατο «θανάτω», με το θάνατό Του.
Επειδή το Σώμα του Χριστού ήταν απόλυτα αναμάρτητο, όταν με το θάνατο χωρίστηκε από τη ψυχή, η θεότητα δεν χωρίστηκε απ’ αυτό, μυστήριο που δεν το γνώριζε ο διάβολος, και προσπαθώντας να αιχμαλωτίσει το Σώμα του Χριστού, συνάντησε τη θεότητα, που βρισκόταν σ’ αυτό και έπαθε πανωλεθρία.
Ο Χριστός με την Ανάστασή Του άνοιξε το δρόμο για την αθανασία και την αιώνια ζωή για όλους τους ανθρώπους, για τον «Αδάμ παγγενή». Αυτό μπορεί να γίνει πραγματικότητα στον καθένα μας, αν η «οδός» του Χριστού, ο τρόπος δηλαδή της ζωής Του, γίνει και δική μας «οδός». Αν αυτό δεν γίνει, θα αναστηθούμε μεν όλοι, αφού η ανθρώπινη φύση του Χριστού έγινε η απαρχή, αλλά δεν θα δοξαστούμε όλοι, δεν θα γίνουμε «κατά χάριν» θεοί. Θα δοξαστούν με το Χριστό όσοι με την άσκηση που ορίζει η Εκκλησία, φθάρθηκαν από τα αμαρτωλά πάθη και έζησαν την πρώτη ανάσταση εδώ στη γη, δηλαδή με μετάνοια, που είναι η ανάσταση της ψυχής από τη δουλεία της αμαρτίας. Όσοι έκαναν προσωπικό Βίωμα την ανάσταση από τα νεκρά έργα της αμαρτίας.
Η Ανάσταση, ως υπέρβαση, τούτου του κόσμου
Η Ανάσταση του Κυρίου είναι μυστήριο, που δεν μετριέται και δεν προσεγγίζεται με τα μέτρα τούτου του κόσμου. Υπερβαίνει τον κόσμο αυτό, τα έργα του και τους σκοπούς του. Είναι η έναρξη της «καινής κτίσεως», του μυστηρίου της ογδόης και ατελεύτητης ημέρας, που είναι αδιάδοχη, αιώνια και αναλλοίωτη. Η ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, εισήλθε πρώτη στο μυστήριο αυτό του καινούργιου κόσμου. Ο Χριστός είναι το ξεκίνημα, η απαρχή αυτής της ζωής.
Ο Χριστός δεν ήταν δυνατό να ελκυσθεί από τη ζωή αυτού του κόσμου, ζωή φθαρτότητας και θανάτου, αφού και ως άνθρωπος ζούσε την καινή ζωή της Αναστάσεως, την τέλεια ζωή. Ούτε και ήλθε να φέρει στον κόσμο ευημερία, ή τεχνολογική πρόοδο για «καλύτερες μέρες». Ήλθε να μας απαλλάξει από το θάνατο, να μας βοηθήσει να υπερβούμε αυτή τη ζωή, για να μας «ενδύση αφθαρσίας ευπρέπειαν». Γι’ αυτό ο «κόσμος αυτόν ουκ έγνω» και «οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον». Αν περιοριζόταν στην κατάκτηση τούτου του κόσμου, ίσως να μη σταυρωνόταν, αλλά και δεν θα νικούσε το θάνατο. Γι’ αυτό, για να εισέλθει στη ζωή της Αναστάσεως, «κατέπαυσε από πάντων των έργων αυτού», που είχαν σχέση με τον αισθητό κόσμο. Η γύμνωσή Του στο σταυρό, σήμαινε νέκρωση από «παντός του κόσμου». Αυτός είναι ο τρόπος για να μυηθεί ο άνθρωπος στην «απόρρητον δύναμιν της Αναστάσεως». Είναι η συνειδητοποίηση, ότι «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν». Υπερβαίνει τις κοσμικές επιδιώξεις και τις πολύμοχθες φροντίδες.
Μετά το Χριστό «εισήλθαν» στη ζωή, αφού νεκρώθηκαν για τον κόσμο, το «νέφος» των Μαρτύρων και όλων των Αγίων και συνεχίζουν να εισέρχονται οι «εκ νεκρών ζώντες» στη ζωηφόρο νέκρωση. Αυτοί που «καθ’ ημέραν» αποθνήσκουν για τον κόσμο και ζουν για το Χριστό. Δεν τους βλέπουμε, δεν τους αντιλαμβανόμαστε, γιατί ζούμε κοσμικά, «κατά σάρκα», όπως λέγει ο απόστολος Παύλος. Κυκλοφορούν στον κόσμο μας, αλλά ζουν πνευματικά, «εν ετέρα μορφή» και προγεύονται σε κάθε θεία Λειτουργία τη ζωή της ογδόης ημέρας, του Καινού Πάσχα.
Μεταξύ εκείνων που ασκούνται και νεκρώνουν την αμαρτία «έν τη σαρκί αυτών» και προγεύονται τη χαρά της Αναστάσεως, είθε ο Αναστάς Κύριος να συμπεριλάβει «κατά χάριν» κι’ εμάς.
Ποιος είδε πρώτος τον  Αναστάντα. Χριστό
Με πολύ σαφή τρόπο ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ερμηνεύει τις σχετικές περικοπές των ευαγγελίων και αποδεικνύει ότι η Παναγία είναι πρώτη και στη θέα του Αναστάντος Χριστού, γιατί ήταν η καθαρωτέρα και αγιωτέρα όλων. Λέγει λοιπόν:
«Τον Χριστό, όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς», κανένας από τους ανθρώπους δεν τον είδε, αφού δεν ήταν παρών κανένας. Μετά όμως την Ανάσταση τον είδε η Μαρία η Μαγδαληνή, σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Μάρκο που λέγει: «Αναστάς ο Ιησούς πρωί πρώτη Σαββάτου, εφάνη πρώτον Μαρία τη Μαγδαληνή».
Δεν είναι όμως έτσι, γιατί πιο πάνω ο ίδιος Ευαγγελιστής, λέ­γει πως η Μαρία η Μαγδαληνή πήγε και προηγουμένως στον τάφο με άλλες Μυροφόρες και τον βρήκαν αδειανό και έφυγαν. Ώστε ο Κύριος αναστήθηκε πολύ πριν από το πρωί εκείνο, που τον είδε η Μαρία επισημαίνοντας δε και την ώρα εκείνη που πήγε για πρώτη φορά, λέγει «λίαν πρωί», ο δε Ιωάννης λέγει «σκοτίας έτι ούσης».
Και σύμφωνα πάλι με τον Ιωάννη, δεν ήλθε απλώς στο μνήμα η Μαρία, αλλά και έφυγε, χωρίς να δει τον Κύριο ακόμη. Τρέχει μάλιστα και έρχεται στον Πέτρο και τον Ιωάννη και τους αναγγέλλει, όχι πως ανέστη ο Κύριος, αλλά ότι τον σήκωσαν από τον Τάφο και δεν ξέρουμε πού τον έβαλαν. Ώστε ακόμη δεν είχε δει τον Αναστάντα. Επομένως ο Κύριος εμφανίστηκε στη Μαρία με τον πλήρη ερχομό της ημέρας. Υπάρχει λοιπόν κάτι, που αναφέρεται σκιασμένο από τους Ευαγγελιστές, το οποίο εγώ θα σας φανερώσω.
Πραγματικά το χαρμόσυνο μήνυμα για την Ανάσταση του Κυρίου, πρώτη από όλους τους ανθρώπους, όπως ήταν σωστό και δίκαιο, το δέχτηκε από τον ίδιο τον Κύριο η Θεοτόκος και αυτή πρώτη τον είδε Αναστημένο και πρώτη απόλαυσε τη θεία Του λαλιά. Και δεν τον είδε μόνο με τα μάτια της και τον άκουσε με τα αυτιά της, αλλά και με τα χέρια της τον άγγιξε πρώτη, τα δε άχραντα πόδια Του, μόνη αυτή τα άγγιξε. Έστω και αν οι Ευαγγελιστές, όλα αυτά δεν τα λένε καθαρά, επειδή δεν θέλουν να φέρουν τη Μητέρα Του ως μάρτυρα της Αναστάσεως, για να μη δώσουν καμιά υποψία σε κείνους που δεν πίστευαν στην Ανάσταση. Επειδή όμως τώρα απευθυνόμαστε σε πιστούς, θα το φανερώσουμε και αυτό.
Όταν ενταφίασαν το Χριστό κι’ έβαλαν μεγάλη πέτρα στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν εκεί κατά τον Ευαγγελιστή Ματθαίο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, «καθήμενοι απέναντι του τάφου». Με τη φράση «η άλλη Μαρία», εννοεί ο Ευαγγελιστής τη Θεομήτορα. Σύμφωνα πάλι με τον Ευαγγελιστή, τα χαράματα της Κυριακής ήλθαν στον τάφο η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία.
Όπως εγώ συμπεραίνω, σύμφωνα και με όσα είπα προηγουμένως, πρώτη από όλες τις Μυροφόρες ήλθε η Θεοτόκος στον Τάφο του Υιού και Θεού της και έφερε μαζί της και τη Μαρία τη Μαγδαληνή. Η Θεομήτωρ ήταν η «άλλη Μαρία». Στη συνέχεια έγινε σεισμός μεγάλος. Διότι Άγγελος Κυρίου, αφού κατέβηκε από τον ουρανό, απεκύλισε την πέτρα από τη θύρα του μνημείου.
Όλες οι άλλες γυναίκες ήλθαν μετά τον σεισμό και βρήκαν τον τάφο ανοικτό και την πέτρα αποκυλισμένη. Η Παρθενομήτωρ όμως έφθασε, ενώ γινόταν ο σεισμός. Και ενώ οι φύλακες έφυγαν από το φόβο, η Θεοτόκος εντρυφούσε (εσωτερικά) στη θέα. Εγώ πάντως νομίζω ότι γι’ αυτήν πρώτα ανοίχθηκε ο τάφος (γιατί γι’ αυτήν πρώτη και διά μέσου αυτής ανοίχθηκαν όλα σ’ εμάς, όσα είναι πάνω στον ουρανό και κάτω στη γη). Ακόμη, χάριν αυτής άστραπτε τόσο πολύ ο Άγγελος ώστε, ενώ ακόμη ήταν σκοτάδι, με το πλούσιο φως του.
Αυτή, όχι μόνο είδε τον τάφο αδειανό, αλλά και τα εντάφια  τακτοποιημένα να μαρτυρούν την Ανάσταση.
Ο άγγελος δε αυτός ήταν ο Γαβριήλ. Μόλις δηλαδή την είδε να σπεύδει προς τον τάφο, αυτός που στον Ευαγγελισμό της είπε «μη φοβάσαι, Μαρία, διότι βρήκες χάρη από το Θεό», σπεύδει και τώρα και κατεβαίνει να της αναγγείλει τα καλά νέα, την εκ νεκρών Ανάσταση αυτού που γεννήθηκε ασπόρως απ’ αυτή και να σηκώσει την πέτρα και να δείξει τον τάφο αδειανό και έτσι να επιβεβαιώσει το χαρμόσυνο μήνυμα.
Η Παναγία απέκτησε τη μεγάλη χαρά της Αναστάσεως  και έγινε ολόκληρη φως, γιατί έφθασε στην άκρα καθαρότητα και χαριτώθηκε από τη θεία Χάρη και γνώρισε την Αλήθεια και πίστεψε στον Αρχάγγελο.
Πώς λοιπόν τώρα, που ήταν και παρούσα, να μη καταλάβαινε αυτά που έγιναν, δηλαδή τον μεγάλο σεισμό, τον άγγελο που κατέβαινε από τον ουρανό και μάλιστα να αστράφτει, τη μετάθεση της πέτρας, τον αδειανό τάφο, τα εντάφια που έμειναν άθικτα και συγκρατημένα με σμύρνα και αλόη και συγχρόνως έφαίνοντο αδειανά από το σώμα;
Όταν βγήκαν από το μνήμα, μετά το χαρμόσυνο μήνυμα του Αγγέλου, η μεν Μαρία η Μαγδαληνή, σαν να μην άκουσε καν τον άγγελο, διαπιστώνει μόνο το άδειασμα του τάφου, χωρίς να αναφέρει καθόλου τα εντάφια και τρέχει στον Πέτρο και στον Ιωάννη και τους είπε απλώς ότι «πήραν τον Κύριο από τον τάφο και δεν ξέρουμε πού τον έβαλαν». Πώς δε, αν τον έβλεπε και τον άγγιζε με τα χέρια της και τον άκουε να μιλά, δεν θα το έλεγε στους Μαθητές;
Επομένως πρώτη από όλες τις γυναίκες συνάντησε τον Αναστάντα, τον αναγνώρισε και προσπίπτοντας, μόνη αυτή άγγιξε τα πόδια Του. Η Μαρία μετά, όταν πρωτοσυνάντησε τον Ιησού, της είπε «μη μου άπτου», δηλαδή μη με αγγίξεις. Πώς λοιπόν ήταν δυνατό, όταν λέγει ο Ευαγγελιστής «εκράτησαν Αυτού τους πό­δας», να εννοεί και τη Μαρία τη Μαγδαληνή, αφού ο Κύριος δεν την άφησε να τον αγγίξει, όταν της φανερώθηκε;
Επομένως μόνο στην Παναγία ο Χριστός επέτρεψε να του «κρατήσει τους πόδας». Απλώς αποφεύγει ο Ευαγγελιστής να μιλήσει καθαρά για την Παναγία, για να μη φανεί ότι η Ανάσταση είναι είδηση που κυκλοφόρησε από τη μητέρα του.
(Παύλου Μουκταρούδη, θεολόγου, «Διήρχετο δια των σπορίμων», τ. Α΄, εκδ. Ι.Μ.Λεμεσού)
 

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Ποιους θα εμπιστευτείς; – π. Ανδρέας Γκατζέλης

 



cultsmixencore

Ποιους θα εμπιστευτείς;

π. Ανδρέας Γκατζέλης

          Γράφει το Γεροντικό για τον Άγιο Παΐσιο τον Μέγα ότι είχε έναν μαθητή που έγινε αιρετικός. Και ο Άγιος του Θεού προσευχόταν με πολλά δάκρυα στον Χριστό για τον μαθητή του. Πάνω στην ζέση μιας τέτοιας προσευχής εμφανίστηκε ο Χριστός στον Μέγα Παΐσιο και με αυστηρότητα του λέει:
  • Παΐσιε για ποιον προσεύχεσαι; Δεν ξέρεις ότι αυτός με αρνήθηκε;
Ο Άγιος όμως άρχισε τότε με περισσότερα δάκρυα και στεναγμούς να προσεύχεται για τον μαθητή του. Και ξαναεμφανίζεται ο Χριστός μας και του λέει:
  • Εύγε Παΐσιε, έγινες όμοιος με Εμένα στην αγάπη.

Αυτή είναι η στάση που κρατάει η Ορθόδοξη Εκκλησία μας απέναντι στους ανθρώπους που αρνήθηκαν τον Χριστό και την ίδια. Στάση αγάπης, στάση προσευχής  μετά δακρύων. Διότι το να αρνηθεί κανείς τον Χριστό και την Εκκλησία Του σημαίνει ότι αρνείται την Αλήθεια. Και αυτό οδηγεί σε τρομερή αιχμαλωσία και αρρώστια την καρδιά του ανθρώπου, η οποία γίνεται ανίκανη να αγαπήσει με όλη της τη δύναμη και να ζήσει με τρόπο που της ταιριάζει και της αρμόζει. Η Αγία Γραφή ξεκαθαρίζει πως όποιος γνωρίζει την Αλήθεια δηλαδή τον Χριστό, είναι ελεύθερος: «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Λουκάς 18,18). Ελεύθερος να αγαπά, ελεύθερος να αυτοπροσδιορίζεται, ελεύθερος να εκφράζει τον πραγματικό του εαυτό, ελεύθερος να ζει με κάθε πληρότητα ζωής.
Αντίθετα, ο άνθρωπος που παρασύρεται από τις αιρέσεις δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό «καθώς εστί» και κατά συνέπεια δεν μπορεί να ελευθερωθεί από την τυραννία του εαυτού του, των παθών του και των φαντασιών του. Κι αν αυτό ίσχυε για τις παλαιότερες αιρέσεις, που ήταν κατασκευάσματα εγωιστικά ανθρώπων υπερήφανων και ανυπάκουων προς την Εκκλησία, πολύ περισσότερο ισχύει για τις σύγχρονες αιρέσεις.
Οι σύγχρονες ομάδες που ονομάζουμε αιρέσεις, είναι οργανωμένες σέκτες με εγκληματικά δόγματα, στόχους και διδασκαλίες. Αποτελούν ένα διεγνωσμένο παγκόσμιο κοινωνικό πρόβλημα διότι δεν έχουν απλώς μια άλλη άποψη για τον Χριστό και την Εκκλησία Του, αλλά χρησιμοποιώντας ως δόλωμα την θρησκεία εισάγουν τα θύματά τους σε εγκληματικές και καταστροφικές πρακτικές. Με διαδικασίες «πλύσεως εγκεφάλου» εξουσιάζουν ανθρώπινες υπάρξεις και κατευθύνουν απόλυτα τις ζωές των θυμάτων τους με γνώμονα το κέρδος (τις περισσότερες φορές το οικονομικό) του αρχηγού ή της ομάδας.
Ανάμεσα στις πρώτες καταστροφικές ομάδες, που χρησιμοποιούν δόλιες, κρύφιες και ύπουλες πρακτικές, είναι οι πολύ γνωστοί και κατά τα φαινόμενα αθώοι «πιστοί» της Εταιρείας Σκοπιά οι λεγόμενοι «Μάρτυρες του Ιεχωβά». Αυτοί οι άνθρωποι έχουν πιστέψει ότι ο Θεός έβαλε ένα στοίχημα με τον Διάβολο σε ότι αφορά στην κυριαρχία του κόσμου. Ποιος είναι αυτός τον οποίο ακολουθούν ανά τους αιώνες οι άνθρωποι; Ο Διάβολος, λένε, προκάλεσε τον Θεό ισχυριζόμενος ότι είναι περισσότερο αγαπητός στους ανθρώπους. Και ο Θεός έδωσε στον Διάβολο 6.000 χρόνια καιρό για να αποδείξει τον ισχυρισμό του. Τα 6.000 χρόνια κοντεύουν να τελειώσουν και ο Θεός παραλίγο να χάσει το στοίχημα, διότι όλοι οι λαοί και όλες οι θρησκείες ακολουθούν τον Εωσφόρο. Την τελευταία στιγμή όμως εμφανίζονται στο προσκήνιο της Ιστορίας η Εταιρεία Σκοπιά και οι οπαδοί της, που αναλαμβάνουν το «ιερό» έργο να «σώσουν» τον Θεό από το ρεζιλίκι.
Αυτή η αφελής ιστορία είναι στη βάση της Θεολογίας της Εταιρείας Σκοπιά. Νομίζουμε πως είναι αυτονόητα τα τρομερά αδιέξοδα που προκαλεί αυτή η θεωρία, αν γίνει πιστευτή κι αν νοηματοδοτήσει  τη ζωή μας και τη συμπεριφορά μας. Σκεφτείτε μόνο τον εγωισμό που έχει ένας άνθρωπος, όταν αισθάνεται πως είναι αυτός που θα σώσει τον Θεό, ότι οφείλει να χρησιμοποιήσει τον χρόνο του, το χρήμα του, τις ικανότητές του, τη ζωή του ολόκληρη για να σώσει τον ίδιο τον Θεό από την ντροπή ενώπιον του διαβόλου.
Παράλληλα σκεφτείτε την αφοσίωση που δείχνει ένας πιστός της πιο πάνω θεωρίας  στις  υποδείξεις της Εταιρείας Σκοπιά, αφού από τη δική του συμπεριφορά και υπακοή εξαρτάται η σωτηρία όχι των ανθρώπων, όχι του κόσμου αλλά αυτού του ίδιου του Θεού. Έτσι έχουμε το πρώτο γενικό χαρακτηριστικό που συναντάμε σε όλες αυτές τις καταστροφικές λατρείες: τον ύψιστο σκοπό της ζωής. Δεν ασχολούμαστε με το να καλυτερεύουμε τον εαυτό μας προσπαθώντας να αφομοιώσουμε τη διδασκαλία και τη ζωή του Χριστού. Αυτό είναι δύσκολο. Δεν παλεύουμε με τα πάθη και την πολύμορφη αμαρτία προσπαθώντας να εκφραστούμε ελεύθερα και αγαπητικά σύμφωνα με τη φύση μας, ως εικόνες Θεού δηλαδή. Αυτό είναι δύσκολο. Είναι πιο εύκολο να νομίζουμε ότι σώζουμε τον Θεό και όχι ότι έχουμε ανάγκη να μας σώσει Αυτός. Έτσι διατηρούμε ίσως και την «αξιοπρέπεια» μας.
Αφού λοιπόν καταλάβαμε ποιος είναι ο ύψιστος σκοπός που πρέπει να υπηρετήσουμε, ας βρούμε τώρα και τα κατάλληλα μέσα. Αυτά είναι τα περιοδικά, τα βιβλία, τα φυλλάδια και τα λοιπά προϊόντα της Εταιρείας Σκοπιά. Η Εταιρεία Σκοπιά έτσι, «εξ ανάγκης» μεταμορφώνεται σε εμπορική επιχείρηση και σε πολυεθνικό κολοσσό με τεράστια κέρδη, αφού για όλα τα εμπορεύματά της έχει σταθερούς και σίγουρους πελάτες να τα αγοράζουν. Και αυτοί δεν είναι άλλοι από τους οπαδούς – θύματά της, τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι οποίοι χωρίς αντίρρηση και χωρίς την παραμικρή υποψία, αγοράζουν σε όποια τιμή τους ζητηθεί όλα ανεξαιρέτως τα προϊόντα του βορειοαμερικανικού εργοστασίου και είναι υπερήφανοι γι’ αυτό.
Δεν σταματάει όμως το θέμα μόνο ως εδώ. Ταυτόχρονα οι πελάτες – οπαδοί της Εταιρείας Σκοπιά είναι και οι απλήρωτοι διανομείς – πλασιέ τον προϊόντων της σε όλο τον κόσμο. Το χειρότερο όμως απ’ όλα είναι ότι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά έχουν πειστεί να θεωρούν όλη αυτή την αγοροπωλησία ως την αγνή λατρεία του Θεού. Δεν τους χρειάζονται προσευχές, νηστείες, αγρυπνίες, ελεημοσύνες (είναι η μόνη ίσως οργάνωση στον κόσμο που χρησιμοποιεί το Ευαγγέλιο και δεν παρουσιάζει ούτε ένα φιλανθρωπικό έργο) κ.λ.π. Η λατρεία τους και η αγάπη τους προς τον Θεό εκφράζεται με την αφοσίωσή τους στο εργοστάσιο – Εταιρεία Σκοπιά.
Και φυσικά μια πολυεθνική εμπορική επιχείρηση δεν ασχολείται με τίποτε άλλο παρά με το πώς θα αυξήσει τα κέρδη της. Αλλάζει λοιπόν διδασκαλίες αρκετά συχνά ανάλογα με το τι πουλάει περισσότερο. Εκπαιδεύει τους πιστούς πλασιέ της στις συναθροίσεις και στις συνελεύσεις της για να γίνουν πιο αποδοτικοί στις πωλήσεις. Αν κανείς παρακολουθήσει συγκέντρωση των Μαρτύρων του Ιεχωβά αμέσως θα αισθανθεί ότι βρίσκεται σε σεμινάρια πωλήσεων των μεγάλων εταιρειών (Amway, Herbal life κ.λ.π), μόνο που εδώ το προϊόν είναι ο Θεός και η πίστη. Έτσι βλέπει κανείς να παίζονται σκετσάκια, να μοιράζονται βιβλία και να γίνονται εκπαιδευτικές ομιλίες για το πώς θα απαντήσουν στις ερωτήσεις των ανθρώπων που προσεγγίζουν ως πελάτες τους. Για το τι θα πουν στις κλισέ φράσεις που μπορεί να γίνουν «φραγμοί στη συζήτηση». Για το πώς τελικά θα μπορέσουν να μπουν στα σπίτια του κόσμου και να παρουσιάσουν τα προϊόντα τους γράφοντας όσο το δυνατόν περισσότερους συνδρομητές. Ας μην μας ξεγελάει το γεγονός ότι τα περιοδικά και τα βιβλία τους μας τα δίνουν δωρεάν. Αυτό είναι μόνο για αρχή. Εξάλλου οι ίδιοι τα έχουν προπληρώσει όταν τα πήραν από την οργάνωση.
Ας μην μας ξεγελάει το γεγονός ότι δεν αναγράφονται τιμές στα προϊόντα τους. Μέχρι το 1992 τιμολογούνταν τα προϊόντα της Εταιρείας Σκοπιά. Κατάλαβαν όμως οι οικονομικοί σύμβουλοι και διαχειριστές της Εταιρείας ότι με αυτό τον τρόπο δεν έβγαζαν πολλά κέρδη. Διότι δεν έχουν έμμισθους υπαλλήλους σε καμία φάση της παραγωγικής διαδικασίας. Ούτε συγγραφείς πληρώνουν, ούτε τυπογράφους, ούτε βιβλιοδέτες, ούτε μακετίστες, ούτε διανομείς, ούτε, ούτε, ούτε. Αλλά και η ποιότητα του χαρτιού είναι μηδαμινή. Σκέφτηκαν λοιπόν και είπαν στους αφοσιωμένους οπαδούς τους ότι θα δίνουν δωρεάν τα περιοδικά και τα βιβλία, τα οποία ούτως ή άλλως πουλούσαν σε εξευτελιστικές τιμές αλλά και σε τεράστιες ποσότητες και με κολοσσιαία ποσοστά κέρδους. Προς στιγμήν χάρηκαν οι ταλαίπωροι και ταλαιπωρημένοι «σκλάβοι» της Εταιρείας Σκοπιά. Στη συνέχεια όμως της ανακοίνωσης, τους ζητήθηκε να συνεισφέρουν οικονομικά στην Εταιρεία όχι με γνώμονα το κόστος των προϊόντων αλλά με κοστολόγηση «του έργου που γίνεται παγκοσμίως» όπως είπαν. Έτσι οι οπαδοί – θύματα αντί να καταβάλουν την οικονομική αξία των περιοδικών που αγόραζαν καλούνται να υπολογίσουν σε χρήματα το μεγάλο έργο της σωτηρίας του Θεού που γίνεται σε παγκόσμια κλίμακα. Τι λέτε, ποιο κοστίζει περισσότερο;
Φυσικά όταν έχεις τέτοια επιχείρηση και όταν διακυβεύονται τόσο μεγάλα ποσά δεν αφήνεις τα πράγματα ανεξέλεγκτα και στην τύχη τους. Φροντίζεις να ελέγχεις τα πάντα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Έτσι, αφού έχεις πείσει τους οπαδούς ότι υπηρετούν έναν μεγάλο σκοπό και αφού τους έπεισες ότι η διαδικασία της αγοροπωλησίας αποτελεί την πιο αγνή και ύψιστη έκφραση λατρείας του Θεού,  τώρα πρέπει να ελέγχεις και τις αποδόσεις τους. Έτσι και ο πιο απλός Μάρτυρας του Ιεχωβά οφείλει να συμπληρώνει αμέτρητα δελτία και καρτέλες στα οποία περιγράφει τις επιδόσεις του στο «έργο» και τα οποία καταθέτει στους ανωτέρους του, για να φτάσουν τελικά στα κεντρικά της Εταιρείας Σκοπιά στην Αμερική. Με βάση τα νούμερα και τον αριθμό πωλήσεων των προϊόντων γίνεται η εκτίμηση της ποιότητας του ανθρώπου και εξελίσσεται στην ιεραρχία μέσα στην οργάνωση. Αν για παράδειγμα σε μία πόλη υπάρχουν τρεις υποψήφιοι για να γίνουν πρεσβύτεροι των Μαρτύρων του Ιεχωβά, τότε τα κριτήρια της εκλογής είναι πολύ παράξενα. Πρώτα – πρώτα δεν εκλέγονται από την τοπική κοινότητα που τους γνωρίζει καλύτερα. Δεν εκλέγονται με βάση τη συμπεριφορά, τον χαρακτήρα ή τα έμφυτα χαρίσματα καλοσύνης και αλτρουισμού. Εκλέγονται από την Αμερική, βάσει των ωρών που διέθεσαν στο έργο της πώλησης των προϊόντων της Εταιρείας Σκοπιά και βάσει του αριθμού πωλήσεων και νέων συνδρομών.
Αυτό βέβαια σημαίνει πως πρέπει να καταγράφουν πόση ώρα μιλάνε για τον Ιεχωβά Θεό στους ανθρώπους και να γράφουν την αλήθεια. Γι’ αυτό πάνε πάντοτε δύο – δύο, γι’ αυτό σε κάθε ευκαιρία και στην πιο ανθρώπινη κοινωνική συναναστροφή με φίλους και συγγενείς και γείτονες μιλάνε για την πίστη τους, γι’ αυτό η επιμονή τους να πάρουμε τα περιοδικά τους. Έχουν χωρίσει την κάθε πόλη και το κάθε χωριό σε τομείς και περιφέρειες. Έχουν χαρακτηρίσει και φακελώσει το κάθε σπίτι ανάλογα με τη  δεκτικότητα ή την άρνηση. Έχουν προγραμματίσει επισκέψεις και επανεπισκέψεις με κάθε λεπτομέρεια και συντονισμό. Έχουν εκπαιδευτεί σκληρά για να τα μάθουν όλα αυτά. Υποχρεούνται να διαβάζουν το λιγότερο ένα βιβλίο το μήνα, να μελετούν 3-4 περιοδικά, να παρακολουθούν για 6-7 ώρες κάθε εβδομάδα τα σεμινάρια πωλήσεων που τα ονομάζουν συναθροίσεις, να διαθέτουν το λιγότερο 11 ώρες το μήνα σε από πόρτα σε πόρτα προώθηση των προϊόντων, πράγμα το οποίο ονομάζουν έργο και λατρεία του Θεού. Και βέβαια οπωσδήποτε πρέπει να καταθέτουν εκθέσεις αναφοράς  εβδομαδιαίες και  μηνιαίες με κάθε λεπτομέρεια. Αμέτρητες καρτέλες στις οποίες αναφέρουν τη δραστηριότητά τους και την πρόοδό τους στις ιερές πωλήσεις.
Φυσικά ο εργοδότης τους δεν δείχνει κατανόηση και συμπάθεια στις πολλές δυσκολίες που έχει το εγχείρημα. Πιέζει απίστευτα και απειλεί αφάνταστα τους καημένους πιστούς του. Δεν τους απειλεί με τις συνηθισμένες απειλές, αλλά τους τρομοκρατεί με αιώνιο αφανισμό αν δεν κάνουν ότι τους ζητά, με τον τρόπο που τους το ζητά και την ώρα που τους το ζητά. Γι αυτό οι πολλές ημερομηνίες καταστροφής του κόσμου για την περαιτέρω ενεργοποίηση των σκλάβων – οπαδών και την επακόλουθη αύξηση των κερδών. Και μόνο να ξεφυλλίσει κανείς τα περιοδικά και τα βιβλία της Εταιρείας Σκοπιά θα καταλάβει αμέσως τη φρικτή τρομοκρατία και πίεση που δέχονται οι δύστυχοι οπαδοί της.
Ας σταθούμε όμως πιο αναλυτικά στο θέμα αυτό της τρομοκρατίας για να το καταλάβουμε καλύτερα. Αρχικά πιστεύουν πως ο Θεός δεν είναι ο Θεός της αγάπης, της καλοσύνης, της ελευθερίας και της ειρήνης που διαβάζουμε στην Αγία Γραφή. Το μόνο που Τον ενδιαφέρει είναι η δικαίωση του Ονόματός του απέναντι στον Διάβολο. Δεν νοιάζεται για την σωτηρία των ανθρώπων παρά μόνο ψυχρώς και δευτερευόντως. Γι’ αυτό τόση εμμονή με το «Ιεχωβάς». Αυτός λοιπόν ο Θεός, που κατασκεύασε η Εταιρεία Σκοπιά, θα έρθει από στιγμή σε στιγμή να καταστρέψει με τον πιο σκληρό τρόπο και για πάντα όσους αρνούνται το κήρυγμα των Μαρτύρων του Ιεχωβά και δεν ακολουθούν την Εταιρεία Σκοπιά.
Θα γίνει λοιπόν ένας μεγάλος πόλεμος, ο Αρμαγεδώνας, στον οποίο θα πολεμήσουν από την μια πλευρά τα αόρατα στρατεύματα του Θεού με αρχηγό τους τον Ιησού Χριστό που λένε ότι είναι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, και από την άλλη πλευρά θα είναι όλοι όσοι δεν ανήκουν στους Μάρτυρες του Ιεχωβά και οι οποίοι δεν θα βλέπουν φυσικά ποιους πολεμάνε. Οι οπαδοί της Εταιρείας Σκοπιά θα κάθονται αμφιθεατρικά και θα παρακολουθούν την μάχη με χαιρέκακη ευχαρίστηση. Μετά την σφαγή της ανθρωπότητας θα έχουν το προνόμιο να πλύνουν τα πόδια τους και να γλείψουν το αίμα των εχθρών τους, όλων όσων δεν συμφωνούν μαζί τους δηλαδή. Αυτά γράφει το περιοδικό «Σκοπιά» στο τεύχος 1 Φεβρ. 1968 στη σελίδα 83. Βέβαια θα καταστραφούν και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά που δεν έτρεξαν αρκετά για την Εταιρεία Σκοπιά. Και φυσικά η ώρα αυτή πλησιάζει και γι’ αυτό πρέπει να τρέξουν και να προωθήσουν τα προϊόντα της Εταιρείας.
Στη συνέχεια, μετά τον μεγάλο αυτό πόλεμο, οι επιζήσαντες Μάρτυρες του Ιεχωβά θα ζήσουν στον Παράδεισο στη Γη. Αλλά τι Παράδεισος θα είναι αυτός; Κατ’ αρχήν θα πρέπει να δημιουργήσουν μόνοι τους τις παραδεισένιες συνθήκες ζωής. Υποτίθεται ότι η Γη είναι κατεστραμμένη από τον μεγάλο πόλεμο, τον «θερμοπυρηνικό Αρμαγεδώνα» και γεμάτη πτώματα. Δεδομένου ότι «σε τέτοιους βδελυκτούς εχθρούς καμία κόσμια ταφή δεν θα δοθεί» («Σκοπιά» το τεύχος 1 Φεβρ. 1968 στη σελίδα 83), θα πρέπει να περιμένουν να μας φάνε τα θηρία (αλήθεια αυτά πως επέζησαν;;) και στη συνέχεια να φυτέψουν τον Παράδεισο.
«….όταν φυτευθεί ο παράδεισος η γη θα αποδίδει. Ο Θείος Κηπουρός, Κηπουρός ο Ιεχωβά θα διευθύνει το φύτευμα» (Από τον απολεσθέντα Παράδεισο, σελ. 220-21).
«…οι επιζώντες από τον Αρμαγεδώνα θα ετοιμάσουν όλο τον ρουχισμό για να ντύσουν τούς επιστρέφοντας νεκρούς με κατάλληλη περιβολή» (Παγκόσμια ασφάλεια κάτω από τον Άρχοντα Ειρήνης, σελ. 168).
«θα πληρώνουν μικρό, ελάχιστο φόρο…Όλος ο πλούτος και όλη η δύναμις εις τας χείρας του δικαίου Κυβερνήτου, θα χρησιμοποιηθή δια την γενική ευτυχία. Πάντες οι άνθρωποι θα λάβουν εργασία. θ\Θα διδαχθώσι τι είναι ορθόν να τρώγουν και πώς, πώς να κοιμούνται και περί υγιεινών συνθηκών» (Κυβέρνησις, σελ. 341-5).
«….Χωρίς αμφιβολία σ” ολόκληρη τη γη θα δοθούν προγράμματα στεγάσεως όχι κατασκευές απαισίων οικοδομών τετραγώνων με διαμερίσματα πολυκατοικιών, αλλά ωραίες οικογενειακές κατοικίες… χαρωπή προοπτική για γάμο και για γέννηση παιδιών…» (Ελθέτω η Βασιλεία Σου, σελ. 177-8).
Σίγουρα όλα αυτά δεν ακούγονται και πολύ «παραδεισένια». Αν θα πρέπει να φυτεύω, να χτίζω, να πληρώνω φόρους, να πηγαίνω σχολείο και κυρίως να υπακούω έναν ουράνιο Κυβερνήτη που θα αποφασίζει ακόμη και το τι θα τρώω αυτό δεν το ονομάζω Παράδεισο!
Και βέβαια μαζί με τον ουράνιο Κυβερνήτη συγκυβερνούν και οι ανώτεροι των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Οι διευθυντές και τα επίσημα στελέχη της Εταιρείας Σκοπιά. Αυτοί δεν είναι σαν του υπόλοιπους ανθρώπους αλλά είναι οι εκλεκτοί του Ιεχωβά. Έχουμε λοιπόν μία οργάνωση που διδάσκει πως υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων. Βασική διαφορά μεταξύ τους είναι ότι οι απλοί άνθρωποι θα κληρονομήσουν τον Παράδεισο που μόλις αναφέραμε, ενώ οι εκλεκτοί 144.000 θα κληρονομήσουν έναν ουράνιο Παράδεισο. Και αυτό διότι μόνο αυτοί είναι παιδιά του Θεού, μόνο γι’ αυτούς σταυρώθηκε ο Χριστός, μόνο αυτοί αποτελούν την Εκκλησία και μόνο αυτοί κοινωνάνε. Το τραγικότερο είναι ότι μόνο αυτοί έχουν ψυχή που πάει στον ουρανό ενώ οι υπόλοιποι έχουν όπως τα ζώα μόνο σώμα.
Οι απλοί άνθρωποι λοιπόν οφείλουν τυφλή υποταγή στις διαταγές των 144.000 εκλεκτών και από αυτή την υπακοή κρίνεται το αιώνιο μέλλον τους. Και οι διαταγές αυτές έρχονται μέσα στα περιοδικά και στα άλλα προϊόντα της Εταιρείας Σκοπιά που είναι το όργανο το οποίο χρησιμοποιείται από τους 144.000 εκλεκτούς για να επιβάλλουν την Βασιλεία του Ιεχωβά στον κόσμο, την μόνη αληθινή και νόμιμη Κυβέρνηση, μια καθαρή Θεοκρατία. Γι’ αυτό και απαγορεύεται δια ροπάλου οποιαδήποτε κριτική στα δημοσιεύματα της Εταιρείας και οποιαδήποτε αντίρρηση.
Σε  μια τέτοια περίπτωση μία επιπλέον τρομακτική απειλή έρχεται να προστεθεί. Η αποκοπή. Όποιος ακόλουθος της Εταιρείας Σκοπιά δεν υπακούει τυφλά στις εντολές της, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ως ανάξιος και να αποβληθεί από τους κύκλους της. Να αποκοπεί δηλαδή. Ίσως να μην ακούγεται τόσο τραγικό αλλά, αν σκεφτούμε ότι η Εταιρεία φροντίζει να περιορίσει όλο τον κοινωνικό περίγυρο και όλη την ζωή των οπαδών της αποκλειστικά μέσα στους κόλπους της για να τους ελέγχει καλύτερα, τότε καταλαβαίνουμε πόσο τρομακτική είναι αυτή η απειλή. Σημαίνει ότι οι φίλοι, οι γνωστοί, οι συγγενείς σε απαρνούνται. Μπορεί να χάσεις την δουλειά σου αλλά και την υπόληψή σου, διότι όποιος φεύγει από αυτή την Εταιρεία κατασυκοφαντείται με τις πιο απίθανες και ευφάνταστες κατηγορίες. Αυτή είναι η μαρτυρία και η εμπειρία όλων ανεξαιρέτως των θυμάτων της Εταιρείας Σκοπιά που θέλησαν να απαγκιστρωθούν από τον θανατηφόρο εναγκαλισμό της.
Εν κατακλείδι σημειώνουμε ότι οι σύγχρονες αιρέσεις – σέκτες είναι εγκληματικές οργανώσεις που ασελγούν με  βάναυσο τρόπο στα σώματα και στις ψυχές των θυμάτων τους. Όλες ανεξαιρέτως ακολουθούν την ίδια συνταγή.
  • Υπερβολικά φιλική προσέγγιση και ευφυή αλλά αναπόδεικτα επιχειρήματα προκειμένου να σε πείσουν να ακολουθήσεις τον πιο υψηλό σκοπό ζωής
  • Τυφλή και απόλυτη εμπιστοσύνη στον αρχηγό ή στην ομάδα
  • Κοινωνική απομόνωση μόνο στους κόλπους της ομάδας και μόνο με άτομα της ομάδας
  • Φρικτή τρομοκρατία για ότι δεν ανήκει στην ομάδα ή έρχεται σε αντίθεση με τη διδασκαλία της
  • Έλεγχος της ενημέρωσης και προγραμματισμός του χρόνου και της ζωής σου ώστε να μην «παραστρατήσεις»
  • Συκοφάντηση και δαιμονοποίηση όλων των πρώην οπαδών της ομάδας
Όλα αυτά τα στοιχεία τα εντοπίσαμε στην πρακτική και τη διδασκαλία της εμπορικής  επιχείρησης που εμπορεύεται την Πίστη και την Ελπίδα και ακούει στο όνομα «Εταιρεία Σκοπιά».
Αν κανείς μπλέξει σε αυτούς τους δρόμους μόνο με την βοήθεια των ειδικών μπορεί να ελευθερωθεί με το μικρότερο ψυχικό και πνευματικό κόστος. Αλλά και για να βοηθήσει ανθρώπους που αγαπά κι έχουν παγιδευτεί σε τέτοια ομάδα, δεν επαρκούν οι τυχόν γνώσεις που μπορεί να συγκεντρώσει από τα βιβλία και το διαδίκτυο. Χρειάζεται να εκπαιδευτεί και να μάθει τον τρόπο και τον χρόνο που θα χρησιμοποιήσει  αυτές τις γνώσεις.
Ευτυχώς σήμερα υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που γνωρίζουν και μελετούν το φαινόμενο των αιρέσεων κι έχουν αφιερώσει την ζωή τους στην διακονία των δυστυχισμένων θυμάτων αυτών των καταστροφικών λατρειών. Αυτούς αναζητήστε κι εμπιστευτείτε.

Ο ιερός Χρυσόστομος και η καθημερινή ζωή της εποχής μας


Ξεκινώ στο ιστολόγιο ένα μικρό αφιέρωμα στον Ιερό Χρυσόστομο, πού θα ολοκληρωθεί την Παρασκευή 15 Νοεμβρίου.



Από τους μεγάλους πατέρες της Εκκλησίας μας, και από τους Τρεις Ιεράρχες ειδικότερα, ο ιερός Χρυσόστομος περιλαμβάνει, στους λοβούς και τα συγγράμματά του, τις περισσότερες και τις εκτενέστερες πληροφορίες για την καθημερινή ζωή της εποχής του. Ο μαχητικός και πολυγράφος ιεράρχης, ασκώντας συστηματικό έλεγχο στις ειδωλολατρικές συνήθειες της εποχής του και αποζητώντας να τις καταργήσει, να τις μεταστοιχειώσει επί το χριστιανικότερον ή να τις αντικαταστήσει με άλλες, ακραιφνώς χριστιανικές, περιγράφει τα τότε ισχύοντα, δίνοντάς μας μια πλήρη λαογραφική εικόνα για την εποχή του.
Την πραγματικότητα αυτή πρόσεξε και η σύγχρονη βιβλιογραφία. Ήδη το 1921 ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας Ν. Γ. Πολίτης μελέτησε τις λαογραφικές ενδείξεις που περιλαμβάνονται στον Α’ και Β’ Κατηχητικό λόγο του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ενώ το 1937 ο Στίλπων Κυριακίδης δημοσίευσε μελέτημα για τον Χρυσόστομο ως λαογράφο. Το 1940 ο Δημήτριος Χ. Λουκάτος συγκέντρωσε και μελέτησε τις πληροφορίες για τον θάνατο και τα έθιμά του, που διασώζονται και σχολιάζονται στο χρυσοστομικό έργο, ενώ το 1948 ο Μ. Striedl συνέθεσε ειδική διδακτορική διατριβή για έθιμα με αρχαία καταγωγή, που αναφέρονται, στηλιτεύονται ή μνημονεύονται στους λύγους και τις συγγραφές του Χρυσοστόμου. Τέλος, το 1951 ο Βernhard Wyss μελέτησε τη στάση του ιερού Χρυσοστόμου έναντι των λαϊκών δεισιδαιμονιών και προλήψεων.
Ασφαλώς, πολλά θα μπορούσαν ακόμη να γραφούν, καθώς το χρυσοστομικό έργο αποτελεί ακένωτη δεξαμενή λαογραφικών πληροφοριών. Ο λόγιος άγιος ιεράρχης ελέγχει βεβαίως συγκεκριμένες δοξασίες και μεμονωμένες εθιμικές πρακτικές, παραλλήλως, όμως, διατυπώνει σκέψεις και κρίσεις για την αντιπαράθεση μεταξύ των συνηθειών των πολλών και των έργων των λίγων. Με τον τρόπο αυτό ο Χρυσόστομος αποτυπώνει στα έργα του σκέψεις για την ομαδικότητα των λαογραφικών δεδομένων, για τον παραδοσιακό χαρακτήρα των λαογραφικών εκδηλώσεων αλλά και για τα λεγόμενα «διαβατήρια έθιμα», που οριοθετούν το πέρασμα του ανθρώπου από τη μία οριακή κατάσταση της ζωής του στην άλλη, ιδίως στις σημαντικές στιγμές του κύκλου της ανθρώπινης ζωής, που συνοψίζονται στο τρίπτυχο γέννηση – γάμος – θάνατος.
Για τους λόγους αυτούς ο Στίλπων Κυριακίδης χαρακτηρίζει τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο σύγχρονο λαογράφο, αφού διατυπώνει πως δεν αποθησαυρίζει στα έργα του απλώς λαογραφικές συνήθειες και περιγραφές, αλλά ταυτοχρόνως προχωρεί σε σημαντικές λαογραφικές παρατηρήσεις: «Η άντίθεσις όμως του δήμου προς τους δοκούντας είναι σοφωτάτους, αντίθεσις επί της οποίας θεμελιούται ολόκληρος η λαογραφία και η φρασεολογία, την οποίαν χρησιμοποιεί προς χαρακτηρισμόν της δόξης και της συνηθείας των πολλών και η αναγνώρισις της δυνάμεως και της σημασίας, την οποίαν αύται έχουν διά τον βίον του λαού, ελέγχουσιν παρατηρησιν και αντίληψιν της φύσεως αυτών βαθυτέραν, η οποία και δικαιολογεί το όνομα» (ενν. του λαογράφου).
Παραλλήλως με την ανίχνευση των όψεων της λαϊκής ζωής και με τα στοιχεία λαογραφικής θεωρίας, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω, ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνειδητή αξιοποίηση του έντεχνου λαϊκού λόγου στο χρυσοστομικό έργο: παροιμίες, παραδόσεις, φράσεις και διηγήσεις, που περιλαμβάνονται στα γραφόμενα του λόγιου ιεράρχη, ώστε μέσα από τους λαϊκούς αυτούς εκφραστικούς τρόπους να γίνεται το πνευματικό μήνυμα και το ποιμαντικό περιεχόμενο του λόγου εύληπτο και κατανοητό. Στον τομέα μάλιστα αυτό πρέπει να γίνει συστηματική έρευνα, με μια εκ νέου συνολική ανάγνωση του έργου των μεγάλων χριστιανών Πατέρων, μεταξύ των οποίων και ο ιερός Χρυσόστομος.
Η αναφορά στην καθημερινή ζωή της εποχής γίνεται, στα έργα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, υπό το πρίσμα της ορθόδοξης χριστιανικής ζωής και πράξης: ο συγγραφέας πρόσεξε την δυστυχία και την καθημερινότητα του βυζαντινού όχλου, σε αντιπαράθεση με την προκλητική πολυτελή ζωή των δυνατών, αλλά και αγανάκτησε για τις δεισιδαιμονίες του λαού, την κενοδοξία των ισχυρών και την σκληροκαρδία των αρχόντων. Παραλλήλως, θέλησε να συμβάλει στην αποβολή των εθνικών συνηθειών, που είχαν επιβιώσει ακέραιες στους χριστιανούς της εποχής του, αφού ο λαός τότε, κατά την διατύπωση του Δημητρίου Λουκάτου, «νεωστί κατηχηθείς εις τον χριστιανισμόν, δεν είχεν εισέτι αποσπασθή των εθνικών αυτού συνηθειών», Γι’ αυτό και η σχετική πολεμική του Χρυσοστόμου είναι «συχνότατη και σφοδρά» πληροφορώντας μας παραλλήλως για την πολύτροπη βυζαντινή λαογραφία.
Έτσι, ο ιερός Χρυσόστομος αποτελεί σημαντική πηγή και για την καθημερινή ζωή του 4ου και των αρχών του 5ου αιώνα, εποχή κατά την οποία και πατριάρχευσε στον πρωτοκορυφαίο θρόνο της Κωνσταντινούπολης (398-404). Πανεπιστήμων ο ίδιος, και από τα λαμπρότερα πνεύματα της εποχής του, δεν θα μπορούσε να μην προσέξει τον λαϊκό και παραδοσιακά βίο των συγχρόνων του. Καθώς μάλιστα την παρατήρησή του αυτή την αξιοποίησε συγγραφικά, ποιμαντικά και εκκλησιαστικά, μέσα από το συγγραφικό του έργο, μας έδωσε μια ακόμη ευκαιρία να εξάρουμε την μοναδική προσφορά του στην διαμόρφωση του ελληνορθόδοξου πολιτισμού, που το Γένος και η πίστη μας πρόσφεραν στην παγκόσμια ιστορία, ως κληρονομιά πολύτιμη και συμβολή μοναδικά λαμπερή στην ιστορία της ανθρωπότητας.
πηγή: Μ. Γ. Βαρβούνης, Αναπληρωτής Καθηγητής του Δημοκριτείου Παν/μίου Θράκης.


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/search/label/%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%AD%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1%20%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD%20%CE%99%CE%B5%CF%81%CF%8C%20%CE%A7%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF?updated-max=2013-11-12T08:56:00-08:00&max-results=20&start=11&by-date=false#ixzz3JQ86AQny

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

ENA ΔΑΚΡΥ

 

« Ένα δάκρυ... »

   
Επειδή είμαστε άνθρωποι και έχουμε συναισθήματα και ζούμε και στιγμές εξαιρετικής ευαισθησίας σ’ αυτό τον κόσμο, θάθελα να αξιολογήσουμε μέσα απ’ αυτές τις γραμμές αυτού του μικρού άρθρου, πόσην αξία μπορεί νάχη ένα δάκρυ, το οποίο έτρεξε μια στιγμή και κανένας δεν το είδε και κανείς δεν το κατάλαβε. Αυτός που δάκρυσε όμως! Αυτός δεν το ξέχασε το δάκρυ του.


Το δάκρυ για να τρέξη γίνεται μια ολόκληρη διεργασία. Κινείται όλος ο συναισθηματικός κόσμος του ανθρώπου και στο τέλος ανταποκρίνεται ο οργανισμός του. Κι απ’ το μάτι, απ’ το όργανο της ηγεμονικώτερης των αισθήσεων, απ’ την πρώτη αυτή και σπουδαία θυρίδα, βγαίνει προς τα έξω ο πόνος, ο στεναγμός, η συμπόνοια, το έλεος, η οργή, η απογοήτευσι, η χαρά, η αγαλλίασις, ο θρίαμβος. Το πρώτο δάκρυ όταν ερχόμαστε στον κόσμο. Το πρώτο κλάμα. Κλάμα ζωής. Κλάμα χαράς. Για το νεογέννητο, κλάμα γιατί βγήκε ξαφνικά απ’ τη βολή του σ’ ένα κόσμο άγνωστο κι αφιλόξενο, άβολο κατ’ αρχήν. Για τη μάνα και τον πατέρα κλάμα χαράς. Έγιναν συνδημιουργοί του Θεού.Άπλωσαν κλάδους σ’ αυτό τον κόσμο. Να! Το νέο τους βλαστάρι. Το τελευταίο δάκρυ στον τάφο.

 Πόσες φορές είχα κλάψει όταν συνώδευα κεκοιμημένους στο Κοιμητήριο ως κληρικός κι έβλεπα τους οικείους να κλαίνε τον άνθρωπό τους. Προ πάντων με τραυμάτιζαν οι λεπτομέρειες. Το σκληρότερο, ν’ απλώνη η μάνα το χεράκι της να χαιρετάη το παιδάκι της με λιγμούς την ώρα που το κατεβάζουν στον τάφο! Αλλά κι άλλα πολλά δάκρυα.

Στους διαδρόμους των Νοσοκομείων, στα λιμάνια, στους σταθμούς, στ’ αεροδρόμια. Αλλά και στις παρελάσεις, στα στάδια, στις αίθουσες της χαράς. Αλλά και πόσα δάκρυα μπροστά σε θαυματουργές Εικόνες του Δεσπότου Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων, των Ιερών Λειψάνων τους. Το πιο πικρό δάκρυ; Το δάκρυ της απόγνωσης. Το δάκρυ της μοναξιάς. Το δάκρυ της απαξίωσης. Το δάκρυ της απογοήτευσης από την αγνωμοσύνη. Όταν κυττάς γύρω και δεν μπορεί κανείς να σε βοηθήση, γιατί η ασθένειά σου είναι ανίατη. Γιατί ξαφνικά καταδικάστηκες! Όταν είναι κλεισμένη η πόρτα σου και δεν την χτυπάει κανείς απ’ έξω. Όταν δείχνεις τα έργα των χεριών σου, έργα ζωής, όταν αναλώνεσαι σ’ αυτά, κι οι άνθρωποι που περίμενες να χειροκροτήσουν κουνάνε τους ώμους αδιάφορα. Όταν έχης επενδύσει στη ζωή ενός παιδιού, στη φιλία ενός φίλου, στη συνεργασία ενός συνεταίρου, στη δουλειά ενός εργοδότη, κι αυτοί δεν το γνώρισαν.

Όταν άνοιξες διάπλατα την αγκαλιά σου σε κάποιον κι αυτός σου άπλωσε απλά, αδιάφορα το χέρι, να σε χαιρετίση. Αλλά και πόσος πόνος και πόσα δάκρυα σε μια σχέσι που διαλύθηκε. Που πήγε ο πρώτος ενθουσιασμός; Οι όρκοι; Οι αγάπες; Ακόμα και μπροστά στο Θυσιαστήριο ενώθηκαν άνθρωποι κι έγιναν μία σάρκα μπροστά σε Θεό και ανθρώπους! Πως έφθασαν στα δάκρυα; Πως ξέχασαν τα πολλά δάκρυα στα οποία στερεώθηκε η σχέσι τους;

Επιλήσμονες τελικά είμαστε όλοι μας. Ξεχνάμε. Ξεχάσαμε τα τόσα δάκρυα; Τα δάκρυα της προδοσίας μας μας μένουν τώρα; Το μόνο που φέρνει αποτροπιασμό, τα ψεύτικα δάκρυα. Τα δάκρυα του υπολογιστή, του επίβολου, του υποκριτή, που πολλές φορές δεν τα καταλαβαίνουμε, γιατί τα δάκρυα πείθουν, συγκινούν, παραλύουν τας αντιστάσεις.

Μπροστά στα δάκρυα παραδίνεσαι. Αλλοίμονο αν αυτά μας φέρνουν συμφορά. Αλλοίμονο αν αυτά μας φέρουν ποταμούς δακρύων. «Βοήθησέ με ρε φίλε»! λέει δακρυσμένος κι ο χαρτοπαίχτης, κι ο απατεώνας, κι ο κάθε παθιασμένος. Βοηθάς και τότε. Και καλά κάνεις. Ας τις γράφη ο Ουρανός τουλάχιστον αυτές τις θυσίες. Αξιοδάκρυτες κι αυτές. Εδάκρυσε κι ο Κύριος. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, αναφέρει πόσες φορές, εννέα  φορές να έκλαυσε κι ο Κύριος. Ο Κύριος που τα βλέπει όλα, που ετάζει καρδίας και νεφρούς, δεν εγέλασε ποτέ. Έκλαυσε στο Λάζαρο. Έκλαυσε όταν είδε την Ιερουσαλήμ.

Και σκέφθηκε ότι πέτρα πάνω στην πέτρα δεν θα μείνη. Κι έγινε πράγματι όργωμα η Ιερουσαλήμ η Αγία. Λεηλατήθηκε η πόλις του Θεού. Το θηρίο,το βδέλυγμα της ερημώσεως κάθησε στον ιερώτερο τόπο! Εκεί όπου «εκάθισαν - άλλοτε - θρόνοι εις κρίσιν, θρόνοι επί οίκον Δαβίδ». Εδάκρυσεν η γυναίκα, που μας εκπροσώπησε, κι έφερε όλα τα δάκρυά μας, τα δάκρυα μετανοίας μας κι έπλυνε τα πόδια του Κυρίου μας Ιησού. Βγήκε έξω κι ο Πέτρος, ο Απόστολος ο Πρωτοκορυφαίος, κι έκλαυσε πικρώς».

Είναι λοιπόν δώρο Θεού και το κλάμα. Είναι δώρο Θεού τα δάκρυα. Ένα δάκρυ για τη μάνα, ένα δάκρυ για τον ήρωα της πατρίδος, ένα δάκρυ για τον άνθρωπό μας, ένα δάκρυ μας εξυψώνει. Μας δικαιώνει. Μας καταξιώνει. Μας λούζει. Μας καθαρίζει ψυχή και σώμα. Μας ομορφαίνει. «Λούσω καθ’ εκάστην την κλίνην μου εν δάκρυσίν μου την στρωμνήν μου βρέξω», λέει ο Προφήτης.

Το πρώτο μεγάλο, μοναδικό δάκρυ, το δάκρυ του Αδάμ. Αιώνιος θρήνος, ο Αδαμιαίος θρήνος. Ω, τι αποδοκιμασία! Τι πίκρα! Διωγμός με καταδίκη. Ο Άγγελος επιτιμητής με ρομφαία μας διώχνει απ’ τον Παράδεισο. Χάσαμε τη Βασιλεία μας. Αντίδοτο τα δάκρυα της Παναγίας, στο Σταυρό του Κυρίου. «Πως Σε κηδεύσω Θεέ μου; η πως συνδόσιν ειλήσω;».

Και από τότε ποτάμι τα δάκρυα της μετανοίας. Χρέος τώρα τα δάκρυα. Χρωστάμε πολλά δάκρυα για τη σωτηρία μας. Μεγάλη διδασκαλία τα δάκρυα της μετανοίας. Να λοιπόν ποιός βλέπει τα δάκρυα. Ποιός τα υπολογίζει και ποιός τα βραβεύει. Μόνον ο Κύριος. Ανοιχτή η αγκαλιά στον άσωτο υιό. Δάκρυα μετανοίας ο υιός. Δάκρυα μετανοίας εμείς. Δάκρυα συμπόνοιας, αγάπης, στοργής, δάκρυα χαράς ο Πατέρας, ο Θεός, ο Κύριος. Αυτοί είναι οι πρώτοι καρποί οι «άξιοι της μετανοίας». Το πρώτο
δάκρυ της μετανοίας είναι ικανό να κινήση ένα μηχανισμό να δουλέψη όπως δουλεύη μια μηχανή όταν την θέσουμε σε λειτουργία, δίνοντας την πρώτη κίνησι στον κινητήρα της, και να μας φθάση ψηλά. Όχι μόνο να μας αποκαταστήση ηθικά αλλά να μας δικαιώση, να μας σώση, να μας αγιάση. Να μας βγάλη στη χώρα του φωτός. Να μας δώση την επτάχορδη λύρα των Μυστηρίων της Πίστεώς μας, να άδουμε το άσμα, το νέο, το καινό στον Αγαπητό. Στον Κύριο και Θεό μας. Αδελφοί μου, ας μην ξεχνάμε τα δάκρυα στο χρέος. Ας κλαίμε για τα κρίματά μας, τις αμαρτίες μας, τις αμέλειές μας, τις παραλείψεις μας. Ας κλαίμε για το κλάμα που χρωστάμε.

Ας δακρύζουμε για τα δάκρυα που οφείλουμε. Κι ας στεκόμαστε υπεύθυνα, μπροστά στα δάκρυα. Ποιός είδε ένα δάκρυ που έτρεξε στο σκοτάδι; στη μοναξιά; Ποιός πήρε χαμπάρι για ένα δάκρυ που έτρεξε κρυφά, δειλά; Όμως τι καλλιέργεια δείχνει αυτό το δάκρυ! Τι καλλιέργεια φέρνει! Δεν τρέχει έτσι ένα δάκρυ. Δεν πάει χαμένο κανένα δάκρυ. Αλοίμονο μόνο σ’ αυτόν για τον οποίο έτρεξε ένα δάκρυ και δεν είχε την ευαισθησία, την αξία να το καταλάβη. Αυτός όμωςπού του χάρισε αυτό το δάκρυ τούδωσε ένα θησαυρό του οποίου την αξία δεν είναι εις θέσιν να καταλάβη. Κι αν είναι η μάνα, ο πατέρας αυτοί που δάκρυσαν για το παιδί τους,τότε όπως έλεγαν οι παλαιοί, «ένα μαγκάλι κάρβουνο αναμμένα βάζει στο κεφάλι του» αυτός ο γυιός κι αυτή η κόρη. Και μακάρι να προλάβουν να το εξοφλήσουν σ’ αυτό τον κόσμο αυτό το βάρος. Αλλά και πόση χάρι και αξία έχουν κάποια δάκρυα!

Για ένα παιδί αγαπημένο που έφυγε. Που το λαχτάραγες να το βλέπης, να το ζης, να το χαίρεσαι, κι αυτό κόπηκε σαν ένα λουλούδι πρώϊμα! Για ένα σύζυγο η μια σύζυγο που δεν πρόλαβες να τους χαρής, να τους ζήσης, που τους λαχταρούσες κι είχες κάνει όνειρα να γεράσης μαζί τους. Για μια μάνα η ένα πατέρα που θυσιάστηκαν σ’ αυτό τον κόσμο για την οικογένειά τους κι έγιναν δάσκαλοι της θυσίας. Για ένα παληκάρι γενναίο, που χάθηκε στους αιθέρες, στα βουνά, στις θάλασσες, για την πατρίδα, «υπέρ πίστεως και πατρίδος». Για ένα δάσκαλο που μας δίδαξε τα γράμματα τα ιερά και μας άνοιξε τα μάτια! Για έναν αδελφό η μια αδελφή που μας ενδυνάμωναν μ’ ένα χάδι τους, που μας εμψύχωναν μ’ ένα λόγο τους. Που τους είχαμε αποκούμπι. Για έναν συγγενή που ήξερε τις ανάγκες μας και στη δύσκολη ώρα άπλωνε το χέρι και μας έδινε ο,τι μπορούσε.

Αυτό όμως που για μας ήτανε βάλσαμο. Αλλά ένα δάκρυ χρωστάμε σ’ αυτούς που στερέωσαν αυτόν τον κόσμο με τον τρόπο τους. Που έφτιαξαν Νόμους, που τους υπερασπίστηκαν. Τους γιατρούς, τους θεράποντες, τους νοσηλευτές, τις νοσοκόμες, τους συνοδούς. Τους μεγάλους και μικρούς ευεργέτες της πατρίδος, του έθνους. Όλους όσους αγωνίστηκαν για ιδανικά. Αυτούς που μας παρέδωσαν Αρχές για να ζήσουμε. Που παγίωσαν παραδόσεις που μας δίνουν χαρές κι ομορφαίνουν τη ζωή. Που θυσιάσθηκαν σε διάφορους βωμούς. Της Επιστήμης, της Τέχνης, της φιλανθρωπίας. Όμως εμείς εκτός από τους γονείς μας τους αγιασμένους και τους οικείους μας, χρωστάμε πολλά δάκρυα σ’ αυ- τούς που μας δίδαξαν την πίστη. Στους Γεροντάδες μας. Στους Πνευματικούς μας Πατέρες. Στους Ιερείς των Ενοριών που μεγαλώσαμε. Στις Μοναχές που μεγαλώσαμε κοντά τους. Σ’ όλους αυτούς που στήριξαν και στηρίζουν την Εκκλησία. Με λόγο, με ομολογία, με παράδειγμα, με θυσίες. Και τέλος, ένα δάκρυ και για τον εχθρό. Γιατί διάλεξε να είναι εχθρός. Γιατί ζει το δράμα του. Ένα δάκρυ και γι’ αυτόν, για το χατήρι του Χριστού, αφού μας είπε να τον αγαπάμε.

Εμείς ωστόσο, τελειώνοντας, ας ευχηθούμε τα δάκρυα των ανθρώπων νάναι δάκρυα χαράς, μέχρι να βρεθούμε εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη, στεναγμός. Εκεί που θα γελάσουν και θα χαρούν οι κλαίοντες. Εκεί αφαιρεθήσεται «παν δάκρυον». Δεν έχουν θέσι εκεί τα δάκρυα...
του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιγνατίου

πηγή : To Tάλαντο
Περιοδικό που εκδίδεται από το Γραφείο Νεότητας της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου.