Του Αντωνίου-Αιμιλίου Ν. Ταχιάου, ομοτίμου καθηγητή του ΑΠΘ και αντεπιστέλλοντος μέλους της Ακαδημίας Αθηνών

Ήταν ένα πολύ ζεστό καλοκαίρι εκείνο του 1951. Μόλις είχα τελειώσει το δεύτερο έτος στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και βρέθηκα στην Αθήνα. Τότε έτυχε να γνωριστώ εκεί με τον γηραιό αρχιμανδρίτη π. Διονύσιο Μαυρία, διευθυντή της Ακαδημίας του Αγίου Βασιλείου στη Βοστώνη, και τον Βενεδικτίνο μοναχό π. Γρηγόριο Bainbridge, τον φημισμένο λειτουργιολόγο της Μονής του Chevetogne στο Βέλγιο.
Αποφασίσαμε, λοιπόν, να πάμε οι τρεις στο Άγιον Όρος. Όταν φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, προστέθηκε στη συντροφιά και ο φίλος μου Γιάννης Μάντακας, ο κατοπινός καθηγητής της μουσικής και διευθυντής της χορωδίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κινήσαμε οι τέσσερις με το λεωφορείο της γραμμής, γιατί τότε ιδιωτικά αυτοκίνητα είχαν ελάχιστοι, μόνο πολύ πλούσιοι άνθρωποι. Το ταξίδι μέχρι την Ιερισσό διαρκούσε τότε τεσσεράμισι έως πέντε ώρες και ήταν αρκετά κουραστικό, γιατί μετά την Αρναία και πριν από το Στρατώνι ο δρόμος έκοβε δεξιά και όχι μόνο δεν ήταν άσφαλτος, αλλά δεν είχε καν τα χαρακτηριστικά δρόμου. Ήταν ένα πέρασμα μέσα από ρέματα, πέτρες, λάσπες και ξεπλύματα από τα μέταλλα των πλησιόχωρων ορυχείων.
Αυτή η δύσκολη διαδρομή, με τις ατέλειωτες στάσεις που έκανε το λεωφορείο σε χωριά που περνούσαμε, όπως και στάσεις σε διασταυρώσεις για χωριά αθέατα, κρυμμένα στα ενδότερα του όρους Χολομώντα, έκαναν την αναμονή της άφιξης ακόμη πιο έντονη. Το Άγιον Όρος φαινόταν πολύ απόμακρο, χώρος που έπρεπε να κοπιάσεις πολύ για να τον κατακτήσεις, ένας θησαυρός αληθινός που έχει αξία επειδή είναι έξω από την εμπειρία της κοσμικής καθημερινότητας. Αυτή η απόσταση σου γεννούσε ακριβώς την αίσθηση ότι έφευγες έξω από αυτόν τον κόσμο και μετέβαινες σε έναν άλλο, ιερό και ανέγγιχτο από τη φθορά και την τύρβη.
Αργά το μεσημέρι φτάσαμε στην Ιερισσό, ένα συμπαθητικό, νεότευκτο τότε χωριό, ξανακτισμένο ύστερα από τον ισχυρό σεισμό που το είχε καταστρέψει πριν από 19 χρόνια. Εκεί τελείωνε το ταξίδι για εκείνη την ημέρα. Στη στάση του λεωφορείου περίμενε ένας αδύνατος άνδρας, ο Στέργιος Παππάς, ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης του μοναδικού πανδοχείου του χωριού. Τον ακολουθήσαμε συνολικώς έξι άτομα, διότι προστέθηκαν ακόμα δύο άγνωστοί μας πελάτες. Εμάς μας βόλεψε σε δύο δωμάτια. Αναπαυθήκαμε λίγο και το απόγευμα πήγαμε στην εκκλησία για τον Εσπερινό. Ο ιερέας ήταν ένας νέος συμπαθής άνθρωπος. Τον γνωρίσαμε και μας ξενάγησε στο αγίασμα του Αποστόλου Παύλου. Το βράδυ μαζευτήκαμε στο πανδοχείο και δεν τελείωναν οι ερωτήσεις μας προς στον Στέργιο. Θέλαμε να μάθουμε για το Άγιον Όρος όσο το δυνατόν περισσότερα. Πώς είναι η ζωή εκεί, πώς είναι οι μοναχοί, πώς τους προσφωνούμε, τι τους ρωτάμε, τι να προσέξουμε ιδιαιτέρως; Και ο Στέργιος μάς έδινε υπομονετικά εξηγήσεις. Τη νύχτα πέσαμε να κοιμηθούμε και δεν μου ερχόταν ο ύπνος. Σκεπτόμουν ότι θα έβλεπα τελικώς το Άγιον Όρος, αυτό που το είχε πλάσει η φαντασία μου με δικά μου μέτρα, αυτά που μου είχαν δημιουργήσει κυρίως τα γραψίματα του αείμνηστου Φώτη Κόντογλου. Η νεανική μου αντίληψη μου έλεγε ότι θα έβλεπα τελικώς τον αληθινό τόπο της Ορθοδοξίας.