Τετάρτη 30 Μαρτίου 2022

Η μεγαλύτερη πλάνη είναι ότι μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς τον Θεό (Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης


483. Είμαι εν Θεώ, με τον Θεό, ενώπιον του Θεού, κάτω από τον Θεό. Αυτός είναι η ζωή μου. Για την υλική ζωή μου, μου δίνει τον αέρα να αναπνέω, τα προϊόντα της γης για να τρέφωμαι, το νερό για να πίνω. Ενώ για την ψυχή, ο Ίδιος είναι «πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν». Είναι ο αέρας μου, η αμβροσία, το νέκταρ μου. Είτε στέκομαι, είτε περπατώ, είτε κάθομαι, είτε κοιμάμαι, είτε τρώγω, είτε βρίσκομαι οπουδήποτε, πάντοτε ο Θεός με περιβάλλει με την αγάπη του τη ζωοδότειρα. Ας αφήσω λοιπόν για χάρι του κάθε ψεύδος, κάθε αμφιθυμία, κάθε γήϊνη προσκόλλησι. Σ’ Αυτόν ανήκω, σ’ Αυτόν χρωστώ τα πάντα.

484. Η μεγαλύτερη πλάνη μας, που πρέπει να την πολεμούμε σε όλη την επίγειο ζωή μας αδιάκοπα, μέρα και νύκτα, είναι η ιδέα ότι μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς τον Θεό. Πρέπει λοιπόν να στερεώσουμε την καρδιά μας στον Θεό και μην αφήνουμε τους λογισμούς της να του ξεφύγουν. Πραγματικά προοδεύει στη χριστιανική ζωή όποιος μπορεί να αναφωνή, μαζί με την Άννα, τη μητέρα του Σαμουήλ: «Ἐστερεώθη καρδία μου ἐν Κυρίῳ, ὑψώθη κέρας μου ἐν Θεῷ μου, ἐπλατύνθη ἐπ᾿ ἐχθρούς μου τὸ στόμα μου, εὐφράνθην ἐν σωτηρίᾳ σου» (Α’ Βασιλ. β’ 1).

(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 203-204)

Το φως που υπάρχει μέσα σε όλους μας είναι απο τον Χριστό


523. Το φώς της ψυχής σου, των λογισμών σου και της καρδιάς σου προέρχεται από το Ιησου Χριστό. Είναι το Φως αυτό διαφορετικό από το φως που εκπέμπει ο ήλιος, από το υλικό φως που εμφανίζεται και εξαφανίζεται και δεν μπορεί να διαπεράση τα πυκνά σώματα, αλλά αφήνει πολλά πράγματα στο σκοτάδι και δεν μπορεί να διαλύση το σκοτάδι της αμαρτίας ούτε σε μία και μόνη ψυχή. Ο Χριστός είναι το «φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον, ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ιω. α’ 9), φωτίζοντας το κυριώτερο συστατικό της υπάρξεώς μας, δηλαδή την ψυχή μας. Ναι, το φως του Χριστού φωτίζει τα πάντα, ακόμη και τους εθνικούς, τους λάτρεις δηλαδή των ειδώλων. «Φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν» (Λουκ. β’ 32). Λάμπει και στα σκότη της αμαρτίας, αλλά οι άνθρωποι που ζουν σ’ αυτά τα σκότη θεληματικά δεν το καταλαβαίνουν («καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν» (Ιω. α’ 5). Οι άπιστοι δεν αντιλαμβάνονται ότι το φως που υπάρχει μέσα τους είναι από τον Χριστό, αλλά το θεωρούν δικό τους, φυσικό φως. Με το φως αυτό -το λογικό τους- φθάνουν σε κάποες αλήθειες, πραγματοποιούν ωρισμένα έργα. Δεν αντιλαμβάνονται όμως ό,τι λέγει ο Ψαλμωδός στον Κύριο: «ἐν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμ. λε’ 10), το φως κάθε ευγενούς επιστήμης, κάθε ευγενούς τέχνης και κάθε άλλου καλού έργου.

(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 217-218)

Μυστική θεωρία Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης,


524. Έχουμε μέσα μας πνευματικά μάτια, που βλέπουν απείρως πιο καλά από ό,τι τα σωματικά μάτια. Ποια είναι τα αντικείμενα της πνευματικής μας οράσεως; Τα φαινόμενα του πνευματικού κόσμου. Πλάϊ στον ορατό κόσμο, υπάρχει ο Θεός, άπειρο Πνεύμα, άπειρος Νους, που δημιούργησε και δημιουργεί τα πάντα στον υλικό κόσμο. Υπάρχει και ο πνευματικός κόσμος, ο αγγελικός, με αναρίθμητες υπάρξεις, βυθισμένες στη θεωρία του Υψίστου και όλων των έργων της παντοδυναμίας του και της σοφίας του. Τα πνευματικά μας μάτια είναι στραμμένα προ παντός στον Κύριο, με τη μυστική θεωρία. Η μυστική θεωρία μπορεί να εκτείνεται επ’ άπειρον, γιατί και ίδιος ο Θεός είναι άπειρος. Με τη μυστική θεωρία, η ψυχή καθαρίζεται από την αμαρτία, τελειοποιείται και φέρεται ολοένα πιο κοντά στον Θεό, την πηγή του φωτός μας, των λογισμών μας, της ζωής μας.
Η μυστική θεωρία έχει επίσης αντικείμενο της τις τάξεις των Αγγέλων, κατά το μέτρο που μας δίνεται η θεία αποκάλυψις, την πνευματική και φωτεινή φύσι τους, την πνευματική τους αγαθότητα, την αγάπη τους για τον Θεό και του ενός για τον άλλο, καθώς και για το ανθρώπινο γένος, το προστατευτικό τους έργο στη γη, στα στοιχεία της ορατής κτίσεως, στις ανθρώπινες κοινότητες, στους ιερούς και άλλους τόπους και, ιδιαίτερα, στον κάθε χριστιανό.
Τέλος, τα πνευματικά μάτια είναι στραμμένα και στον ίδιο τον εαυτό μας και έτσι η λειτουργία τους λέγεται αυτοεξέτασις, αυτογνωσία, πνευματική προσοχή πάνω στους λογισμούς και τις επιθυμίες μας.

(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 218-219)

Τι σημαίνει να είσαι Εικόνα του Θεού; (Αγ. Ι. Πόποβιτς)


Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς
ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
(Αποσπάσματα)

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Σήμερα, αδελφοί και αδελφές, είναι η αγία Κυριακή της Ορθοδοξίας, μία από τις πενήντα δύο Κυριακές του έτους που ονομάζεται Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Μεγάλη και αγία Κυριακή. Κυριακή, κατά την οποία εορτάζεται η νίκη της Ορθοδοξίας εναντίον κάθε ψεύδους, εναντίον κάθε αναλήθειας, εναντίον κάθε αιρέσεως, εναντίον κάθε ψευδοθεού· νίκη της Ορθοδοξίας εναντίον κάθε ψευδούς διδασκαλίας, εναντίον κάθε ψευδούς φιλοσοφίας, επιστήμης, πολιτισμού, εικόνος. Αγία νίκη της Ορθοδοξίας. Και αυτό σημαίνει αγία νίκη της Παναληθείας.

Ποιος όμως είναι η Παναλήθεια σε αυτόν τον κόσμο; Ποιος είναι η Αλήθεια σε αυτόν τον κόσμο; Αυτός που είπε για τον εαυτό Του: Εγώ ειμί η αλήθεια! Ο Ιησούς Χριστός.

Ο Θεός εν σαρκί. Να, αυτή είναι η Αλήθεια στον γήινο κόσμο μας, αυτή είναι, η αλήθεια για τον άνθρωπο.
«Θεός εφανερώθη εν σαρκί». Ο Κύριος Ιησούς Χριστός έλαβε σώμα, ώστε με το σώμα μας να ειπή σε εμάς τους ανθρώπους τι είναι αλήθεια, πώς ζη κανείς εν αληθεία, πώς πεθαίνει γι' αυτήν, και πώς δι’ αυτής ζη αιωνίως. Ο Χριστός συνεκέντρωσε όλες τις αλήθειες και μας έδωσε την Παναλήθεια της Ορθοδοξίας [σελ. 81-82].

Όταν ο Θεός κατέβηκε σε αυτόν τον κόσμο, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, Αυτός έγινε ορατός για μας τους ανθρώπους. Ο Θεός έγινε ορατός. Και εμείς βλέποντάς Τον, στην πραγματικότητα βλέπουμε τον Ζώντα Θεό. Αυτός είναι, η ζώσα Εικών του Θεού στον κόσμο.

Διαφυλάσσοντας την ζώσα Εικόνα του Θεού σε αυτόν τον κόσμο, η Ορθόδοξος Εκκλησία διεφύλαξε τον άνθρωπο, διεφύλαξε τον Χριστό ως άνθρωπο. Ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να βρη σ' εμάς τους ανθρώπους την θεία Εικόνα, την ζώσα θεία Εικόνα, την οποία εμείς αμαυρώσαμε με τις αμαρτίες και τα πάθη, την παραμορφώσαμε, την καταξέσαμε όλη με την αμαρτωλή ζωή μας.

Όπως λέγεται, στους θαυμάσιους εκκλησιαστικούς ύμνους, ο Κύριος κατέβηκε σε αυτόν τον κόσμο, έγινε άνθρωπος, «ίνα την εαυτού αναπλάση Εικόνα», να ανακαίνιση την Iδική Του Εικόνα στον άνθρωπο· «φθαρείσαν τοις πάθεσι», που εφθάρη δηλαδή με τα ελαττώματά μας και με τις αμαρτίες μας, και ο άνθρωπος έγινε μία παραμορφωμένη, μία δύσμορφη, εικόνα του Θεού. Και ο Θεός, κατεβαίνοντας σε αυτόν τον κόσμο σαν καθαρή, ολοκάθαρη Εικόνα του Θεού, ως Θεός, έδειξε τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι ο τέλειος άνθρωπος, πώς πρέπει να είναι ο άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο [σ. 83].

Πώς πρέπει να είναι ο άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο;

Εμείς σε αυτόν τον κόσμο πραγματικά πολεμάμε, συνέχεια πολεμάμε γι' αυτήν την θεία Εικόνα που είναι μέσα στην ψυχή μας.

Ποιος μας την κλέβει;

Όλοι οι εικονομάχοι.

Πρώτος εικονομάχος είναι η αμαρτία. Η αμαρτία δεν θέλει τον Θεό. Δεν θέλει τον Θεό ούτε μέσα στον άνθρωπο, ούτε μέσα στον κόσμο γύρω από τον άνθρωπο. Και δια της αμαρτίας κατεξοχήν εικονομάχος είναι ο Σατανάς και οι άγγελοί του, οι απαίσιοι δαίμονες. Εκείνοι είναι που κλέβουν την ψυχή μας, που σωρεύουν αμαρτίες στην ψυχή μας και κατακαλύπτουν την θεία Εικόνα που είναι μέσα μας. Με το μαύρο κατράμι της αμαρτίας αλείφουν την θεία Εικόνα που είναι μέσα στην ψυχή μας. Και ο άνθρωπος, όταν ζη αμετανόητος μέσα στην αμαρτία, όταν δεν πολεμά κατά των αμαρτιών του, όταν μένει σε αυτές, όταν δεν τις εξομολογείται, τι απομένει από την ψυχή του; Απομένει η θεία Εικόνα πασαλειμμένη με το μαύρο πύον της αμαρτίας, των παθών, του θανάτου. Φρικτό θέαμα, φοβερή ντροπή!

Τι σημαίνει λοιπόν να είσαι Εικόνα του Θεού;

Σημαίνει, αδελφοί, το εξής:

Εμείς έχουμε νου, αλλά ο νους μας είναι, εικόνα του νου του Θεού μέσα μας.

Εμείς έχουμε θέλησι, αλλά η θέλησις είναι, εικόνα της θελήσεως του Θεού μέσα μας.

Εμείς έχουμε αίσθησι, έχουμε καρδιά, αλλά αυτά είναι εικόνα θείων αισθήσεων μέσα μας.

Εμείς ζούμε σε αυτόν τον κόσμο, αλλά αυτό είναι εικόνα της ζωής του Θεού.

Εμείς είμαστε ωσάν εικόνες του Θεού αθάνατες, αλλά αυτό είναι εικόνα της αθανασίας του Θεού.

Ο Θεός μας έπλασε θεοειδείς, για να ζούμε μέσα σε αυτόν τον κόσμο δι’ Αυτού, για να σκέπτεται πάντοτε ο νους μας: πρόσεχε από Ποιον είσαι, είσαι από τον Θεό, να κάνης καθαρές σκέψεις, σκέψεις θεϊκές.

Τότε το θέλημά μας είναι τέλειο και υγιές, όταν ευθυγραμμίζεται προς το θέλημα του Θεού, προς το πρωτότυπό του. Η αίσθησίς μας τότε είναι καθαρή, υγιής, θεϊκή, όταν ευθυγραμμίζεται προς την αίσθησι του Θεού [σ. 87].

Ας μας καθαρίση Αυτός από κάθε αμαρτία, από κάθε πάθος, από κάθε θάνατο. Ας μας ελευθερώση από κάθε διάβολο, για να μπορούμε να είμαστε πραγματικά ζώσες εικόνες του Θεού, για να μπορή ο άνθρωπος να είναι επί της γης ένα θείο μεγαλείο.

Άνθρωπε! Αδελφέ! Ποτέ μην ξεχνάς ότι είσαι μικρός Θεός μέσα στην λάσπη! Μέσα στην λάσπη του σώματός σου εσύ έχεις την ζώσα Εικόνα του Θεού. Πρόσεχε πώς ζης. Πρόσεχε τι κάνεις με την Εικόνα του Θεού που είναι μέσα σου. Πρόσεχε, -άνθρωπε! άνθρωπε! άνθρωπε! Διότι η ζωή μας ξεκινά από την γη και καταλήγει στο πάμφωτο πρόσωπο του Θεού, για να δώσουμε εκεί απολογία τι κάναμε με την Εικόνα του Θεού όσο ήμασταν σε αυτόν τον κόσμο.

Εύχομαι ο Αγαθός Κύριος να χαρίση στην καρδιά του καθενός μας όλα τα ουράνια δώρα, όλες τις ευαγγελικές αρετές: την πίστι και την αγάπη και την ελπίδα και την προσευχή και την νηστεία και την υπομονή και την πραότητα και την ταπείνωσή ώστε να μπορέσουμε να αντέξουμε όλο αυτόν το φοβερό επίγειο αγώνα, να διαφυλάξουμε στην ψυχή μας την θεία μορφή και να μετατεθούμε από τον κόσμο αυτό προς τον Αναστάντα Κύριο σε εκείνο τον κόσμο.

Αλλά μέχρι τότε η αγία νηστεία ας μας οδηγή προς το Άγιον Πάσχα, την Αγία Ανάστασί του Χριστού, για να προσκυνήσουμε, όσο είμαστε ακόμη με το σώμα μας, Αυτόν, τον Αναστάντα Κύριο, τον Νικητή της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, Αυτόν που εξασφάλισε την Αιώνιο Ζωή για το σώμα μας και για την ψυχή μας.

Σε Αυτόν, μόνο σε Αυτόν, αποκλειστικά σε Αυτόν, ανήκει αιώνιος δόξα και τιμή, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

Ακηδία: Μια επικίνδυνη πνευματική ασθένεια που αχρηστεύει τον άνθρωπο

 


Η λέξη προέρχεται από το ρήμα κήδομαι, που σημαίνει φροντίζω. Κηδεία, λοιπόν, είναι η φροντίδα (προς τους νεκρούς συνήθως) και α-κηδεία η έλλειψη φροντίδας.

Σαν πνευματικός όρος η ακηδεία σημαίνει έλλειψη πνευματικής εγρήγορσης (νήψις), πνευματική τεμπελιά δηλαδή. 

Η ακηδία είναι επικίνδυνη πνευματική ασθένεια, γιατί το μικρόβιο της πνευματικής τεμπελιάς, όταν προσβάλει το νου, τον παραλύει και τον κάνει ανίκανο να σκεφτεί ή να κάνει οτιδήποτε καλό. Όποιος έχει ακηδία βαριέται να προσευχηθεί, ν΄απευθύνει ένα καλό λόγο, να συμμετάσχει στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, να κάνει οποιαδήποτε πνευματική ή σωματική άσκηση. 

Κι επειδή "αργία μήτηρ πάσης κακίας", όταν ο νους δεν ασχολείται με τα θεάρεστα αρχίζει να υποκύπτει σταδιακά στους πειρασμούς. Αρχίζει, δηλαδή, να επιθυμεί και να ωραιοποιεί καταστάσεις που πριν είχε απορρίψει, ως αντίθετες στο θέλημα του Θεού, όπως σαρκικές ηδονές, ανθρώπινη δόξα, πλούτο κλπ.

Για να βρούμε όμως τη θεραπεία της ακηδίας, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε από τι προκαλείται. Η ακηδία πορκαλείται από δυο εντελώς αντίθετες καταστάσεις:

1. Την υπερβολική και αδιάκριτη πνευματική άσκηση, που κουράζει και οδηγεί αναπόφευκτα στην τεμπελιά.

2. Από πνευματική αμέλεια. Δηλαδή από σταδιακή εγκατάλειψη της πνευματικής προσπάθειας και απομάκρυνση από τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.

Δεν είναι παράξενο πως δυο τόσο αντίθετες καταστάσεις φέρνουν το ίδιο αποτέλεσμα; Όχι, γιατί στην πνευματική προσπάθεια χρειάζεται συνέπεια και διάκριση. Δηλαδή, χρειάζεται αρμονία και ισορροπία, που μόνο οι ασκημένοι αθλητές του Χριστού γνωρίζουν, κι εμείς πρέπει να τη βρούμε με τη βοήθεια του Πνευματικού μας.

Όπως ο αθλητής γυμνάζεται από τον προπονητή του με βάση τη σωματική του κατάσταση και τις δυνατότητες, ώστε να αποδόσει τα μέγιστα, χωρίς όμως να τραυματιστεί ή να κουραστεί, έτσι και ο αθλητής του Χριστού γυμνάζεται πνευματικά με ισορροπία και διάκριση ώστε να έχει ουσιαστική και μόνιμη βελτίωση χωρίς να κουραστεί ή να σκανδαλίσει το άμεσο περιβάλλον του.

Όταν επομένως διαπιστώσουμε από τα συμπτώματα, ότι μας κατέλαβε ακηδία πρέπει άμεσα να καταφύγουμε στον Πνευματικό μας για θεραπεία. Μαζί του θα διαγνώσουμε ποια είναι η αιτία που την προκάλεσε και θα βρούμε την κατάλληλη αγωγή. 

Αν η ακηδία προκλήθηκε από υπερβολική προσπάθεια ή σύγκρουση με το περιβάλλον από την αδιακρισία μας, θα χαλαρώσουμε λίγο την άσκηση, ώστε να βρούμε την ισορροπία μας. 

Αν η ακηδία προκλήθηκε από έλλειψη συστηματικής προσπάθειας και αμέλεια, τότε θα εντείνουμε και θα οργανώσουμε καλύτερα την πνευματική μας προσπάθεια, ώστε να επανακτήσουμε και να βελτιώσουμε σταδιακά την πνευματική μας υγεία.

Ας δούμε τώρα τις ...ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού. Βασίκά όλοι κινδυνεύουμε να προσβληθούμε από ακηδία, κάποιοι όμως κινδυνεύουν περισσότερο. Περισσότερο κινδυνεύουν οι "νεοφώτιστοι", που καταλαμβάνονται από ενθουσιασμό και κάνουν υπερβολές και αδιακρισίες (ποιον μου θυμίζει), και απ' την άλλη πλευρά όσοι περάσουν το στάδιο του πρώτου ενθουσιασμού (την περίοδο της Χάριτος) και πέσουν ξανά στα δύσκολα ή έχουν στην πλάτη τους πολλά χρόνια αγώνα κι αισθάνονται "πνευματική σιγουριά".

Με την ακηδία επίσης παλεύουν συνεχώς οι ασκητές μοναχοί, αλλά εμείς δεν βρισκόμαστε σε τέτοια κατάσταση για να χρειάζεται να μιλήσουμε γι αυτό.

Με λίγα λόγια, η ακηδία ή πνευματική τεμπελιά είναι μια επικίνδυνη πνευματική κατάσταση, που χρειάζεται άμεση θεραπεία με τη βοήθεια του Πνευματικού μας, αλλιώς κινδυνεύουμε να καταστρέψει ότι καλό έχουμε πετύχει με τον πνευματικό μας αγώνα.

Τετάρτη 7 Απριλίου 2021

Μερικά μυστικά προσευχής από μια καρδιά γεμάτη αγάπη


dock 3

Βρήκα στο βιβλίο “Βίος και Λόγοι” του άγιου (και επίσημα πλέον!) γέροντα Πορφυρίου ένα κομμάτι που μιλάει για την προσευχή. Πιο συγκεκριμένα, ο γέροντας αναφέρεται στις περιπτώσεις που ο Θεός δε μας δίνει αυτό που με ένταση και επιμονή ζητούμε.
Να μην εκβιάζουμε με τις προσευχές μας τον Θεό. Να μη  ζητάμε απ’το Θεό να μας απαλλάξει από κάτι, ασθένεια κλπ ή να μας λύσει τα προβλήματά μας, αλλά να ζητάμε δύναμη και ενίσχυση από Εκείνον για να τα υπομένουμε.
Όπως Εκείνος κρούει με ευγένεια την πόρτα της ψυχής μας, έτσι κι εμείς να ζητάμε ευγενικά αυτό που επιθυμούμε κι αν ο Κύριος δεν απαντάει, να σταματάμε να το ζητούμε. Όταν ο Θεός δε μας δίνει κάτι που επίμονα ζητάμε, έχει το λόγο Του. Έχει κι ο Θεός τα μυστικά Του.
Εφόσον πιστεύουμε στην αγαθή Του πρόνοια, εφόσον πιστεύουμε ότι Εκείνος γνωρίζει τα πάντα απ’τη ζωή μας κι ότι πάντα θέλει το αγαθόν, γιατί να μη δείχνουμε εμπιστοσύνη; Να προσευχόμαστε απλά και απαλά, χωρίς πάθος και εκβιασμό. (…) Μην κυνηγάμε ν’αποχτήσουμε αυτό που θέλουμε, αλλά να τ’αφήνουμε στο θέλημα του Θεού. Γιατί, όσο το κυνηγάμε, τόσο αυτό απομακρύνεται. Άρα, λοιπόν, υπομονή και πίστη και γαλήνη. Κι αν το ξεχάσουμε εμείς, ο Κύριος ποτέ δε ξεχνάει κι αν είναι για το καλό μας, θα μας δώσει αυτό που πρέπει κι όταν πρέπει.

Πώς πρέπει να κάνουμε προσευχή όταν βαριόμαστε;

 


 

Η είναι μία εσωτερική κίνηση τής ψυχής για επικοινωνία μέ τον Θεό…

Αν κάποιος δεν έχει όρεξη για προσευχή και δεν είναι αποδεδειγμένα κουρασμένος, αυτός μπορεί να ξεκινήσει τον προσωπικό του διάλογο με τον Θεό προσευχόμενος για τους άλλους, έτσι ώστε σιγά – σιγά «να ξεπαγώσουν τα λάδια της ψυχής του» και μετά να αρχίσει να προσεύχεται και για τον εαυτό του.

Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ο Ρώσος, (+24.9.1938) που έζησε στο Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος (Ρώσικο), μας είπε ότι οι πιο ευπρόσδεκτες προσευχές για τους άλλους είναι οι εξής:

Πρώτα πρέπει να προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας, γιατί μή ξεχνάμε ότι και ο Χριστός προσευχήθηκε για τους σταυρωτές Του πάνω από το Σταυρό…

Δεύτερον πρέπει να προσευχόμαστε για τους νεκρούς μας, γιατί αυτοί από μας τους ζωντανούς περιμένουν μέχρι τη Β΄ Παρουσία, για να τους βοηθήσουμε με τις ευχές, προσευχές, μνημόσυνα και ελεημοσύνες μας υπέρ συγχωρήσεως και αναπαύσεως της ψυχής τους.Και τρίτον πρέπει να προσευχόμαστε για τους λαούς της γης που δεν πίστεψαν ακόμη στην Ορθοδοξία ώστε να γνωρίσουν εν Πνεύματι Αγίω τον Σωτήρα και Λυτρωτή μας Χριστό.

Μάλιστα άλλος Γέροντας είπε ότι «όποιος προσεύχεται πρώτα για τους εχθρούς του και τους συγχωρεί από την καρδιά του, αυτού ο Θεός δεν συγχωρεί μόνο τις αμαρτίες του, αλλά και εισακούει και όλη την υπόλοιπη προσωπική προσευχή του”. Φοβερό! «Ἡ Παναγία εἶναι ἡ χαρά, ἡ μεγαλύτερη ἀπ᾿ ὅλες τῆς χαρές».

Ακόμη κάτι για την προσευχή. Αν κάποιος δεν ξέρει τι να πεί στην προσευχή του, θα αρχίσει να προσεύχεται για τους άλλους, όπως προείπαμε. Αυτό εμπεριέχει αγάπη και ενδιαφέρον και είναι λιγάκι πιο προσιτό στους περισσότερους. Πέστε όμως ότι δεν ξέρουμε πολλές προσευχές. Λέγει λοιπόν ο ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ ότι όποιος ζει μέσα στον κόσμο και λέγει τρείς φορές το «Πάτερ ημών», τρείς φορές το «Θεοτόκε Παρθένε» και μια φορά το «Πιστεύω» σώζεται. Αλλά όλα αυτά όμως κάθε μέρα. Με την Κυριακή προσευχή συμπροσεύχεται με αυτόν τον Χριστό που μας δίδαξε πως να προσευχόμαστε.

Με το «Θεοτόκε Παρθένε» συμπροσεύχεται με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ που προσφώνησε στον Ευαγγελισμό τη Θεοτόκο με αυτά τα άγια λόγια.

Και με το Σύμβολο της Πίστεως συμπροσεύχεται και συνομολογεί την Πίστη της Εκκλησίας με τους Άγιους Πατέρες που συνέθεσαν αυτό το «Πιστεύω» στις δύο πρώτες Άγιες Οικουμενικές Συνόδους. Κι ένα τελευταίο.

Αν μ΄ αυτά και μ΄ αυτά δεν ξεκινήσει το χάρισμα της προσευχής μέσα μας, ασφαλώς τότε πρέπει να ανησυχήσουμε θετικά, αλλά μπορούμε και κάτι άλλο να κάνουμε σύμφωνα με τη συμβουλή του μακαριστού Μητροπολίτη Αντωνίου του Σουρόζ. Δηλ. μπορούμε να πάμε σε μια εκκλησία μόνοι μας και μέσα στη σιωπή να μη μιλήσουμε εμείς στο Θεό, αλλά να περιμένουμε Αυτός νά «μιλήσει» σε μάς μέσα στην ευλαβική κατάνυξη του ναού. Αυτό μπορούμε να το κάνουμε και στο σπίτι μας μπροστά στα εικονίσματα.

Άνθρωπος που δεν προσεύχεται ή δεν έμαθε, ή δεν προσπάθησε ή… χρειάζεται άμεσα Εξομολόγηση .»

Μετά την εξομολόγηση έλεγε ο αείμνηστος π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, η προσευχή τρέχει σα νεράκι». Καλή είναι και η μελέτη πριν από την προσευχή πνευματικών βιβλίων, καθαρίζει το μυαλό μας.

Ο διάβολος δεν θέλει να προσευχόμαστε και κατά την ώρα της προσευχής εγείρει πειρασμούς, λογισμούς και περισπασμούς. Πλήν όμως, όπως και όλα τα καλά και το μέγιστο καλό της προσευχής θέλει βία. «Όσοι εκβιάζουν τον εαυτό τους στο καλό, αυτοί αρπάζουν τη Βασιλεία των Ουρανών», μας λέγει ο Κύριος.

Το πρώτο στάδιο της ευχής Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,

 


Στήν προηγούμενή μας σύναξι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀναφερθήκαμε, ἐντελῶς ἐπιγραμματικά, σέ κάποιες κύριες προϋποθέσεις πού πρέπει ἀπαραιτήτως νά ἐκπληρώνη ἡ προσευχή μας, οὕτως ὥστε αὐτή νά εἶναι ὄντως θεάρεστη. Αὐτές εἶναι οἱ ἑξῆς: Κατ᾽ ἀρχάς, νά εἶναι ἡ προσευχή μας τελωνική, νά μήν ὑπάρχη ἐχθρότητα πρός τόν συνάνθρωπο, νά γίνωνται, παράλληλα μέ τήν προσευχή, πνευματικές καί ὑλικές ἐλεημοσύνες καί νά ἔχωμε, πρό πάντων, καρδίαν ἐλεήμονα πρός ὅλη τήν κτίσι. Ἐπίσης, ἄλλες προϋποθέσεις πού ἀνεφέραμε εἶναι ἡ νηστεία, μέ τήν στενή καί τήν εὐρεῖα ἔννοια, ἡ ἀσκητική τῆς Ὀρθοδοξίας μετά διακρίσεως, τά αἰτήματά μας νά εἶναι πνευματικῶν διαστάσεων, ἡ πίστις μας εἰς τήν θεία Πρόνοια, ἡ ὀρθή πίστις, ἡ καρτεροψυχία, ἡ ὑπομονή καί ἄλλα.
Μετά, ἀναφερθήκαμε στήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, ὅτι εἶναι ἡ πιό δραστική μέθοδος προσευχῆς ἐναντίον τῶν τριῶν μεγάλων μας ἐχθρῶν, τοῦ ἑαυτοῦ μας, τοῦ κόσμου καί τοῦ διαβόλου. Ἐπίσης εἴπαμε ὅτι τό ''ἐλέησόν με'' θά πῆ ''σπλαγχνίσου με'', ὄχι ὅμως σύμφωνα μέ τήν δική μας κρίσι, ἀλλά σύμφωνα μέ τό ἀλάνθαστο θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά τό πνευματικό μας δηλαδή αἰώνιο, τελικό συμφέρον. Καί στό τέλος, ἀπεδείξαμε, ὅτι αὐτή ἡ προσευχή προορίζεται ἐξ ἴσου καί γιά τούς λαϊκούς. Δέν εἶναι δηλαδή μόνο γιά τούς μοναχούς. Αὐτά, βέβαια, ἐν περιλήψει, τώρα ἁπλῶς τά ἀναφέραμε.

Πρίν ὅμως προχωρήσωμε παρακάτω, κρίνομε σκόπιμο καί ἀπαραίτητο νά ἀπαντήσωμε σέ κάποιες δικές σας ἀπορίες, ἐφ᾽ ὅσον μᾶς ἐτέθησαν.

Ἡ πρώτη ἀπορία σας, ἄν ἐνθυμῆσθε, ἦταν προφορική: Κάποιος ἐρώτησε, ἄν ''στέκεται'' ἡ εὐχή ἄνευ τῆς ὑπακοῆς. Καί ἀπαντήσαμε, ὅτι σίγουρα καί ἀσφαλῶς δέν ''στέκεται''. Ἀλλά αὐτό ἐξαρτᾶται βέβαια, ἄν κάποιος εἶναι μοναχός, ἀπό τό τί σχέσι ἔχει μέ τόν γέροντά του, ἤ ἄν εἶναι λαϊκός, ἄν ἔχη πνευματικό, κλπ.

Βέβαια, ἕνας πρῶτος καρπός - φωτισμός τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, ἕνας ἀπό τούς πρώτους μᾶλλον καρπούς αὐτῆς τῆς εὐχῆς ἀσφαλῶς θά εἶναι νά βρῆ κάποιος ἕναν ἔμπειρο, σωστό καί διακριτικό πνευματικό.  Καί ὅταν τόν βρῆ νά κάνη σ᾽ αὐτόν ὑπακοή μέ σωστή διάθεσι, ἐπειδή καί ἡ ὑπακοή πρέπει νά γίνεται ὅπως θέλει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Πρέπει νά γίνεται δηλαδή μέ σωστό φρόνημα, γιά νά εἶναι τελικά θεάρεστη καί νά φέρη καρπούς. Ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, καί ἡ προσευχή εἶναι μία ἀπό τίς ἐντολές καί δέν πρέπει ἡ προσευχή νά ἀπομονώνεται, διότι ἄν ἀπομονώνεται, ἐρήμην τῶν ἄλλων ἐντολῶν, ὄχι μόνο δέν ἀποφέρει πνευματικούς καρπούς, ἀλλά φέρει, πολλές φορές, καί πάσης φύσεως παρενέργειες, καί πνευματικές, καί ψυχολογικές. Ὁπότε, μέ τήν ἔννοια αὐτή, λέμε ἀπερίφραστα ὅτι εὐχή ἄνευ πνεύματος ὑπακοῆς, χωρίς δηλαδή ὑπακοή στά προστάγματα τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, δέν νοεῖται.

Καί γιά πίστωσι τῶν προαναφερθέντων, ἄς διαβάσωμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τόν ἀββᾶ Δωρόθεο, πού ἀναφέρεται εἰς τό κτίσιμο καί εἰς τό ἁρμολόγημα τῶν ἀρετῶν τῆς ψυχῆς. Ἐρωτᾶ ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος: «Πῶς ὅμως κτίζεται τό οἰκοδόμημα τῆς ψυχῆς;  Ἀπό τό κτίσιμο τοῦ ὁρατοῦ σπιτιοῦ μποροῦμε νά διδαχθοῦμε πῶς ἀκριβῶς ἔχει τό πρᾶγμα. Διότι ἐκεῖνος πού θέλει νά κτίση ἕνα ὑλικό σπίτι, πρέπει πρῶτα νά τό σιγουρέψη ἀπό ὅλες τίς μεριές καί νά ὑψώση τήν οἰκοδομή ταυτόχρονα, καί ἀπό τίς τέσσερις δηλαδή πλευρές, καί ὄχι τόν ἕνα τοῖχο νά φροντίζη καί τούς ἄλλους νά τούς παραμελῆ, γιατί ἔτσι δέν κερδίζει τίποτε. Μόνο κάνει ἄδικο καί ἐπικίνδυνο κόπο καί ἕνα σωρό ἔξοδα.

Ἔ, τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν ψυχή. Πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀμελῆ κανένα ἀπολύτως μέρος ἀπό τό οἰκοδόμημά του τό πνευματικό. Ἀλλά, νά τό ὑψώνη συμμετρικά. Αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει ἐκεῖνο πού ἀναφέρει σχετικά ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβός. Λέγει: ''Θέλω ὁ ἄνθρωπος νά κατορθώνη λίγο ἀπό κάθε ἀρετή καί νά μή κάνη ὅπως μερικοί πού ἀγωνίζονται γιά μία μόνο ἀρετή καί ἐπιμένουν σέ αὐτήν ἀδιάκριτα καί γι᾽ αὐτήν μόνο ἐργάζονται παραμελῶντας τίς ὑπόλοιπες ἀρετές. Γιατί αὐτοί ἴσως νά ἔχουν καί κάποια προτίμησι σέ αὐτήν τήν ἀρετή καί γι᾽ αὐτό δέν ἐνοχλοῦνται ἀπό τό ἀντίστοιχο πάθος πού ἐναντιώνεται αὐτῆς τῆς ἀρετῆς. Ἔτσι, τούς ξεγελᾶνε καί τούς βαραίνουν τά ἄλλα πάθη καί τούς πνίγουν καί, δυστυχῶς, οὔτε κἄν τούς ἐνδιαφέρει γι᾽ αὐτό, ἀλλ᾽ ἔχουν τήν ψευδαίσθησι, τήν ἐντύπωσι, ὅτι κάνουν δῆθεν καί μεγάλο πνευματικό κατόρθωμα''.

Αὐτοί, δυστυχῶς, μοιάζουν μέ ἐκεῖνον πού κτίζει ἕναν τοῖχο καί τόν ὑψώνει ὅσο μπορεῖ, συγκεντρώνοντας ὅλη του τήν προσοχή, τόν κόπο του, στό ὕψος μόνο τοῦ τοίχου, ἔχοντας τήν ἐντύπωσι ὅτι κατώρθωσε κάτι μεγάλο, βλέποντας μόνο αὐτό τό μεγάλο ὕψος τοῦ τοίχου. Δέν καταλαβαίνει ὅμως ὅτι, ἄν ἔλθη δυνατός ἄνεμος ἤ κάποιος σεισμός, ἀλλά καί ἀσθενής σεισμός νά ἔλθη, ὅτι θά τόν γκρεμίση, ἐπειδή, δυστυχῶς, αὐτός ὁ τοῖχος στέκεται μόνος του, χωρίς νά ἔχη κάποιον σύνδεσμο καί ἀλληλοδέσιμο μέ τούς ἄλλους τοίχους. Καί ἐπί πλέον οὔτε σκεπή μπορεῖ νά φτιάξη (γιά τόν ἑαυτό του δηλαδή) μέ ἕναν μόνο τοῖχο, ἐπειδή εἶναι ἐκτεθειμένος ἀπό ὅλες τίς ἄλλες πλευρές. Δέν πρέπει, ὅμως, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νά γίνεται ἔτσι, ἀλλ᾽ ὅποιος θέλει νά κτίση σωστά τό σπίτι του, τό πνευματικό του σπίτι, καί νά φτιάξη γιά τόν ἑαυτό του σωστή στέγη, πρέπει νά ὑψώση τήν οἰκοδομή ἀπό ὅλες τίς πλευρές καί νά τήν σιγουρέψη ἀπό κάθε κίνδυνο».

Νομίζω, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι πάρα πολύ σαφῆ. Ἔτσι λοιπόν, ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά, καταλαβαίνει κανείς ὅτι ἡ εὐχή δέν ''στέκεται'' ἄνευ ὑπακοῆς. Καί, ὄχι μόνον ἄνευ ὑπακοῆς, ἀλλά καί ἄνευ τῆς ἐργασίας ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ὑπολοίπων ἀρετῶν. Αὐτά, τά ἀναφέραμε ἐπειδή συγκεκριμένα ἐτέθη ἡ ἀπορία ''ἡ σχέσις εὐχῆς καί ὑπακοῆς''. Ὁπότε ἡ ὑπακοή εἶναι ἀπαραίτητη.

Ὅσο γιά τό πνεῦμα τῆς ὑπακοῆς, τό ὁποῖο βέβαια εἶναι πολυδιάστατο καί δέν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νά τό ἀναπτύξωμε, ἁπλῶς ἐκεῖνο πού ἐπιγραμματικά τονίζομε εἶναι ὅτι πρέπει μέν νά γίνεται ὑπακοή, ἀλλά πρέπει νά γίνεται μέ τρόπο πού νά τήν δέχεται ὁ Θεός. Τά κίνητρά μας δηλαδή ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ νά εἶναι πέρα γιά πέρα πνευματικά, πέρα γιά πέρα ἁγνά, καί ὁ Θεός ὅταν καί ἄν κρίνη, θά βρῆ τούς τρόπους - Θεός εἶναι καί ξέρει - νά μᾶς βελτιώση καί στό θέμα τῆς ὑπακοῆς καί σέ πολλά ἄλλα θέματα νά μᾶς ἀνοίξη νέους καλύτερους δρόμους. Διότι, ἄν ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἀπομονωθῆ καί ἀπό τήν ὑπακοή, καί ἀπό τίς ὑπόλοιπες ἀρετές, τότε κάθε ἄλλο παρά προσευχή θά εἶναι, καί, ἀπό νοερά προσευχή θά καταλήξη σέ ἕνα σωρό βλάβες, σέ ἕνα σωρό πνευματικές διαστροφές, ἀνάλογα βέβαια, μέ τήν περίπτωσι καί τήν περίστασι.

Ἐπίσης κάποια ἄτομα μοῦ ἐξέφρασαν, κατ᾽ ἰδίαν, κάποιες ἄλλες ἀπορίες. Κατ᾽ ἀρχάς, μέ ἐρώτησαν γιά τίς διαπροσωπικές σχέσεις μέ τούς συγγενεῖς. Καί μοῦ λέει ὁ λογισμός ὅτι μέ ἐρώτησαν, ἐπειδή ἴσως εἴπαμε, εἰς τήν προηγούμενή μας σύναξι, ὅτι κατά τήν προσευχή δέν πρέπει νά ὑπάρχη ἐχθρότητα. Ἀσφαλῶς καί δέν πρέπει νά ὑπάρχη. Ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἐπιβάλλεται νά ἔχωμε σχέσεις μέ ὄλους, εἴτε αὐτός ὁ α´ εἶναι συγγενής, εἴτε ὁ β´ εἶναι γείτονας, εἴτε εἶναι συνάδελφος σέ μία ἐργασία μας. Μέ ἄλλα λόγια, μέ ὅποιον ταιριάζομε θά εἴμαστε ἀγαπημένοι, ἀπό πιό κοντά. Μέ ὅποιον, ὅμως, γιά τόν α´ ἤ β´ λόγο, δέν ταιριάζομε, θά εἴμαστε ἀγαπημένοι μέν, ἀλλά ἀπό μία ἀπόστασι ἀσφαλείας, ἀρκούντως ἱκανή καί μέ συντελεστή ἀσφαλείας, οὕτως ὥστε νά μήν ἔχωμε παρενέργειες ποικίλου περιεχομένου.

Βέβαια, αὐτό εἶναι σίγουρα κάτι τό γενικό, τό ὁποῖο τώρα ἀναφέρομε, γιατί ἀπό τήν τελική μας προσωπική σχέσι πού θά ἔχωμε, ἐξαρτῶνται πολλά πράγματα. Τί εἴδους συγγένεια ἔχομε, τί ὑποχρέωσι, τί δέσμευσι, τί ἀνάγκες ἔχει ὁ πλησίον, σέ τί κατάστασι εὑρίσκεται, πῶς ἐμεῖς κρίνομε, κλπ. Φυσικά αὐτό δέν μπαίνει σέ καλούπια. Εἶναι θέμα διακρίσεως καί ὑπακοῆς σέ διακριτικό Γέροντα.

Γιά παράδειγμα:

Ἐάν ἔχωμε ἕναν παπποῦ στό σπίτι μας, πού ἐξ ἀντικειμένου εἶναι δύστροπος καί ἀπαιτητικός, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι θά τοῦ κάνωμε ὅλα τά χατήρια. Αὐτό ἄλλωστε δέν εἶναι ἐφικτό. Διότι στό τέλος, ἀπό τήν πολλή προσωπική μας κούρασι, σωματική καί ψυχική, θά καταλήξωμε νά κουρασθοῦμε ὑπέρμετρα, πάνω δηλαδή ἀπό τήν δύναμί μας, καί νά ξεσπάσωμε  ἐπάνω του καί νά τοῦ τά ποῦμε ὅλα ''ἀναδρομικά καί μέ τόκο'', ὅπως λέμε λαϊκά. Εἶναι χίλιες φορές καλύτερα νά τοῦ προσφέρωμε λιγώτερα, σύμφωνα μέ τήν ἀντοχή μας καί κυρίως μέ τήν κρίσι μας. Δέν εἶναι δηλαδή ἁμαρτία, ἄν τυπικά καί ὄχι οὐσιαστικά, δέν εἴμαστε ἀπέναντί του 100% εἰλικρινεῖς. Αὐτό βέβαια δέν σημαίνει ὅτι θά λέμε ψέμματα. Τό ψέμμα ποτέ δέν εὐλογεῖται. Ἀλλά, εἶναι προτιμώτερο, διακριτικά, ''ὧδε ἡ σοφία'', νά ξεφεύγωμε, νά μή τόν πληγώνωμε. Νά ξεφεύγωμε θεάρεστα καί ὄχι ὅπως οἱ κοσμικοί, νά τσακωνώμαστε δηλαδή καί νά τοῦ λέμε ἀλήθειες βαρειές καί τελικά, νά πικραινώμαστε, καί ἄκρη νά μή βγαίνη καί ἀντί γιά καλό νά τοῦ προξενοῦμε καί κακό.

Ἄλλη στάσι, ἐπί παραδείγματι, πρέπει νά κρατήσωμε στούς γονεῖς μας, ἄλλη στάσι σέ κάποιον ἄλλον, ἄλλη στάσι σέ κάποιον πού τοῦ ἔχομε ὑποχρέωσι ἤ ἐπαγγελματική ἐξάρτησι καί ἄλλη σέ κάποιον πού δέν ἔχομε καμμία δέσμευσι. Ὅπως εἴπαμε, εἶναι θέμα διακρίσεως. Πάντως, δέν εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά ἔχωμε σχέσεις μέ ὅλους. Ἐξ ἄλλου, αὐτό πολλές φορές, δέν ἔχει καί νόημα, οὔτε εἶναι δυνατόν, εἶναι καί φθηνό καί εἶναι, τό κυριώτερο ἀπ᾽ ὅλα, καί ἐπιζήμιο. Αὐτά, γενικά βέβαια πάντα.

Τώρα, ἄλλη συναφής ἐρώτησις πού μᾶς ἐτέθη, ὅσον ἀφορᾶ στίς ἀνθρώπινες σχέσεις, εἶναι τό θέμα ἄν πρέπη νά καταλύωμε τήν νηστεία γιά χάρι κάποιων συγγενῶν μας ἤ συναδέλφων, ὅταν π.χ. πρέπη νά πᾶμε κάποια ἐπίσκεψι, ὅταν μᾶς καλοῦν καί τά τοιαῦτα.

Ἀπαντοῦμε ἐντελῶς ἐπιγραμματικά: Ὁ φαρισαϊσμός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἦταν κυρίως μόδα τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ. Τώρα, ὅπως καί νά τό κάνωμε, δέν εἶναι καί τόσο μόδα, ἀλλά εἶναι, θά λέγαμε, στίς πιό πολλές περιπτώσεις τό ἀντίθετο. Τότε, ἐάν νήστευε κάποιος, ὅλοι τόν ἐπαινοῦσαν. Τώρα, ἄν νηστεύης, σέ κοροϊδεύουν. Ὁπότε, ἡ κατάλυσις τῆς νηστείας δέν εἶναι τόσο θέμα λαιμαργίας - εἶναι βέβαια καί αὐτό -, ἀλλά εἶναι κυρίως θέμα ὁμολογίας πίστεως. ''Νηστεύω, γιατί τό λέγει ἡ Ἐκκλησία''. Γι᾽ αὐτό, ταπεινά θεωροῦμε, ὅτι πρέπει νά μή καταλύωμε τήν νηστεία, γιατί, ἄν τήν καταλύωμε, εἶναι σάν νά ἀρνούμεθα αὐτό τοῦτο τό ἴδιο τό πιστεύω μας. Αὐτός θεωροῦμε, ὅτι εἶναι ὁ κυριώτερος λόγος πού δέν πρέπει νά καταλύωμε. Καί, ἄς ποῦν ὅ,τι τυχόν θέλουν, ἀρκεῖ ἐμεῖς νά μήν ἀνταποδώσωμε ''πνευματικά πυρά'', λόγια, κουβέντες, νά μήν εἴμαστε ἐλεγκτικοί καί τά παρόμοια. Καταλαβαίνετε τί ἐννοῶ.

Καί, νά ξέρετε ὅτι, ὅλα αὐτά πού ἀναφέρομε ἔχουν ἀντίκτυπο στήν προσευχή. Δέν εἶναι δηλαδή τό ἕνα ἀνεξάρτητο ἀπό τό ἄλλο. Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε καί ἀσχολούμεθα καί μέ αὐτές τίς ἐρωτήσεις πού φαίνονται ἀνεξάρτητες ἀπό τήν προσευχή.

Ἐπίσης, ἄλλη τώρα ἐρώτησις εἶναι, ἐάν ἐπιτρέπεται ἡ ψυχρότητα κατά τήν προσευχή, μέ τήν ἔννοια δηλαδή ''ὅταν δέν ἔχωμε ὄρεξι, πρέπει νά προσευχώμαστε;'' ''Ἡ προσευχή τότε εἶναι θεάρεστη;''

Σ᾽ αὐτό τό σοβαρό θέμα, θά ἀναφερθοῦμε βέβαια καί στήν συνέχεια αὐτῶν τῶν ταπεινῶν, οἰκογενειακῶν μας συνάξεων. Ἀλλά, προκαταβολικά, μιᾶς καί μᾶς ἐτέθη αὐτή ἡ ἀπορία, λέμε ὅτι εἶναι παμμέγιστο λάθος νά νομίζωμε ὅτι πρέπει νά κάνωμε προσευχή μόνο ὅταν ἔχωμε τήν σχετική ὄρεξι καί τήν πνευματική ἀντίστοιχη διάθεσι. Ἄλλωστε, τί λέγει καί ὁ λαός; ''Τρώγοντας ἔρχεται καί ἡ ὄρεξις''. Αὐτό ἰσχύει καί στά πνευματικά. Διότι πολλές φορές κάποιος μπορεῖ νά ξεκινήση μέ ὄρεξι καί, εἰς τήν συνέχεια, γιά τόν α´ ἤ β´ λόγο, εἴτε κάπου φταίξει, εἴτε χωρίς νά φταίξη κάπου, νά τοῦ κοπῆ αὐτή ἡ ἀρχική ὄρεξις, ἡ ἀρχική κατάνυξις.

Ἀλλά, συμβαίνει καί τό ἀντίστροφο: Κάποιος μπορεῖ νά ξεκινήση πιεζόμενος, δηλαδή νά μήν ἔχη διάθεσι, γιά τόν α´ ἤ β´ λόγο, καί ξαφνικά, νά ''βρέξη'' ὁ οὐρανός καί νά βρεθῆ σέ κατάστασι, πού οὔτε κἄν πρίν μποροῦσε νά τήν προβλέψη.

Ἀλλά, ὅπως καί νά ἔχη τό πρᾶγμα, ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία καί ἐκεῖνο πού πρέπει ἐμᾶς νά μᾶς ἀπασχολῆ, δέν εἶναι τό ἄν θά ''βρέξη'' ἤ ὄχι ὁ Οὐρανός θεία Χάρι, ἀλλά εἶναι τό νά ὑπάρχη, ἀπό τήν πλευρά μας, σωστή ἀγωνιστική διάθεσις. Καί τά οὐράνια στεφάνια καί οἱ ἔπαινοι πλέκονται ἀνάλογα μέ τήν θυσία καί μέ τόν πόνο πού καταβάλλομε, πάντα βέβαια μετά διακρίσεως. Βέβαια, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ὅποιος προσεύχεται σωστά, ἐπειδή σίγουρα ὁ Θεός εἶναι πάντα Πατέρας καί θέλει νά μᾶς δίνη χαρές, ἀρκεῖ αὐτές νά εἶναι γιά τό δικό μας καλό, ἀργά-γρήγορα θά ζήση στιγμές ἀνεκλαλήτου χαρᾶς. Ἀλλά, ἄν τό θέλετε, αὐτό εἶναι μία παρηγοριά, πού δίνει ὁ Θεός στόν πνευματικό μας ἀγῶνα, γιά νά μᾶς δώση μία ὤθησι καί νά μᾶς δώση ἕνα νέο κουράγιο, γιά νά συνεχίσωμε αὐτόν τόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Ἀλλά, καί γιά πολλούς βέβαια ἄλλους λόγους, ὅπως γιά νά αὐξηθῆ ἡ ἀρχική μας πίστι, ἀλλά καί ἡ γνῶσις μας γιά τόν Θεό, πού εἶναι τό κυριώτερο ἀπ᾽ ὅλα.

Ὅλα αὐτά ὅμως, παρά τόν κόπο μας, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά προϊόν τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Θεός ποτέ δέν δεσμεύεται ἀπό τόν δικό μας κόπο καί ἀπό τήν δική μας ἀγωνιστική διάθεσι. Γι᾽ αὐτό καί ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ λέγεται ''Χάρις''. Εἶναι δηλαδή τελικά χάρισμα, αὐτό πού λέει ἐτυμολογικά ἡ ἴδια ἡ λέξις. Καί ἀλλοίμονο στόν ἄνθρωπο πού θέλει χαρίσματα ἀπό τόν Θεό γιά νά καυχιέται.
Τώρα, ὅσον ἀφορᾶ κάποια ἄλλη σχετική ἀπορία, δίνομε κατ᾽ εὐθεῖαν τήν ἀπάντησι, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἑξῆς:

Εἶναι προτιμώτερο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νά ποῦμε λιγώτερες προσευχές, σέ περιεχόμενο, καί νά τίς ποῦμε χωρίς βιασύνη καί ἄγχος, νά τίς ζήσωμε δηλαδή καί νά τίς καταλάβωμε, παρά νά ποῦμε περισσότερες προσευχές χωρίς τήν δέουσα προσοχή, ἔχοντας ὡς αὐτοσκοπό ἁπλῶς νά ποῦμε πολλές προσευχές. Πρέπει ἀπαραιτήτως νά χωνεύωμε τά λόγια τῆς προσευχῆς. Ὄχι νά παίρνωμε μέσα μας ''ἀμάσητη'' πνευματική τροφή, γιατί αὐτή δημιουργεῖ παρενέργειες καί δέν ἔχει πολλούς πνευματικούς καρπούς.

Ὅπως ἔλεγε σχετικά ὁ π. Παΐσιος, πρέπει νά καταλαβαίνωμε τό νόημα τῶν λέξεων, ὅταν λέμε τήν εὐχή, νά τήν νοιώθωμε καί ὄχι νά τήν λέμε ὅπως ὅταν ἀκούγεται ὁ κτύπος ἀπό ἕνα ὡρολόγι  τίκ-τάκ, κλπ. μηχανικά δηλαδή, ἀλλά πρέπει νά τήν βιώνωμε καί νά τήν χωνεύωμε καλά μέσα μας ἔχοντας συναίσθησι σέ Ποιόν μιλᾶμε καί τί Τόν παρακαλοῦμε.

Τώρα, θά ἀπαντήσωμε σέ κάποια ἄλλη σχετική ἐρώτησι γιά τίς σχέσεις τοῦ θείου καί τοῦ ἀνθρωπίνου παράγοντα. Μᾶλλον αὐτή ἡ ἀπορία ἐτέθη ὕστερα ἀπό κάποια θέσι μας πού διατυπώσαμε. Εἴπαμε ὅτι πολλές φορές δικές μας ἀτασθαλεῖες ἀπό ἀφέλεια καί ἀπό πνευματική ἀνωριμότητα, γιά νά μή ποῦμε, καμμιά φορά, καί ἀπό καμουφλαρισμένη θρασύτητα, δυστυχῶς, τίς ἀποδίδομε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κάνομε, δηλαδή, κάποιο λάθος καί λέμε: '' Ἔ, ἀφοῦ τό ἤθελε ὁ Χριστός, τί νά κάνωμε;...'' ''Ἀφοῦ ἦταν θέλημα Θεοῦ....'' Ἀλλά κάθε ἄλλο, παρά θέλημα Θεοῦ ἦταν.

Σ᾽ αὐτό τό πολύ καυτό πρόβλημα, ἐντελῶς πάντα ἐπιγραμματικά, ἀπαντοῦμε, ὅτι ὁ θεῖος παράγων ἐπεμβαίνει, ὅταν προηγηθῆ καί ἐξαντληθῆ προηγουμένως ὁλόκληρος ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας, φυσικά μέ σωστές προδιαγραφές καί μέ σωστό φρόνημα. Αὐτή ἡ θέσι εἶναι διάχυτη, καί στήν Καινή Διαθήκη, καί σέ ὅλη τήν Πατερική Γραμματολογία. Ἐπί παραδείγματι:

Παρακαλῶ, προσέξτε το αὐτό. Ὅταν ὁ Χριστός ἀνέστησε τήν κόρη τοῦ Ἰαείρου, ἀφοῦ τήν ἀνέστησε, μετά, εὐθύς ἀμέσως, ἔδωσε ἐντολή νά τῆς δώσουν οἱ ἐκεῖ παρευρισκόμενοι, νά φάη, τῆς κοπέλλας, οὕτως ὥστε νά ἀποκτήση τίς ψυχοοργανικές δυνάμεις της. Μά, δέν θά μποροῦσε ὁ Κύριος νά κάνη ἔτσι τά πράγματα, οὕτως ὥστε ἐγειρομένη ἐκ τοῦ ᾅδου ἡ κοπέλλα νά ἔχη, ταυτόχρονα μέ τήν ἀνάστασί της, καί ἀκμαῖες τίς ψυχοσωματικές της δυνάμεις; Καί φυσικά θά μποροῦσε. Ἀλλά, ὁ Θεός ἐπέμενε καί μέ αὐτή Του τήν ἐντολή νά κάνη ἕναν σαφῆ διαχωρισμό τοῦ δικοῦ Του θεϊκοῦ ἔργου, πού ἦταν ἡ ἀνάστασις, καί τοῦ ἀνθρωπίνου ἔργου, πού ἦταν νά τῆς δώσουν οἱ ἄνθρωποι λίγο φαγάκι γιά νά δυναμώση ἡ κοπέλλα.

Καί, γιά νά μή θεωρηθῆ ὅτι αὐτή ἡ στάσι τοῦ Χριστοῦ ἦταν τυχαία, ἄς ἀναφέρωμε καί τό παράδειγμα, τό πιό γνωστό ἀκόμα, τῆς ἐγέρσεως τοῦ Λαζάρου. Ὅταν τόν ἀνέστησε μετά ἀπό τέσσερις ἡμέρες, ἀφοῦ εἶπε τό γνωστό μας ''Λάζαρε, δεῦρο ἔξω'', μετά τί εἶπε ὁ Κύριός μας; Εἶπε οἱ ἐκεῖ παρευρισκόμενοι νά τόν ξεσαβανώσουν οἱ ἴδιοι, ἐνῶ ὅλα αὐτά θά μποροῦσαν νά γίνουν  αὐτόματα.

Ἀλλά, ὄχι μόνον στήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά καί στήν Παλαιά Διαθήκη φαίνεται, ἐξ ἴσου ξεκάθαρα, σέ πολλές περιπτώσεις καί συνάφειες, μέχρι ποίου σημείου ἐνεργεῖ ὁ Θεός. Ἄς ἀναφέρωμε μόνο μία, πού ἀφορᾶ τούς Ἰσραηλίτες. Ὅταν αὐτοί ἦσαν γιά σαράντα ὁλόκληρα χρόνια στήν ἔρημο τοῦ Σινᾶ, τότε τούς ἔστελνε ὁ Θεός τό μάννα. Μόλις ὅμως, πρωτοπάτησαν τό πόδι τους οἱ Ἰσραηλίτες στήν γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, τότε, αὐτομάτως, σταμάτησε ἡ παροχή τοῦ μάννα ἀπό τόν Θεό. Γιατί; Ἐπειδή τότε μποροῦσαν πλέον μόνοι τους οἱ Ἰσραηλίτες νά καλλιεργήσουν τήν γῆ καί νά ἔχουν τά πρός τό ζῆν.

Αὐτά βέβαια, τά ἀναφέρομε σάν πρώτη ἀπάντησι εἰς τό θέμα τῆς σχέσεως τοῦ θείου καί ἀνθρωπίνου παράγοντα. Στό θέμα αὐτό, γιά νά τό ποῦμε καί πιό θεωρητικά, τί λέγει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Ἀπαιτεῖται ἡ συνεργασία ἀνθρωπίνου καί θείου παράγοντα. Ὅ,τι ἀνήκει στήν ἀνθρωπίνη προαίρεσι, πού πρέπει νά ἐξαντληθῆ, πρέπει νά τό κάνη ἀπαραιτήτως, μά ἀπαραιτήτως, ὁ ἄνθρωπος. Δέν ἰσχύει δηλαδή ὁ ἀπόλυτος προορισμός, πού εἶχε εἰσαχθῆ στήν Δύσι ἀπό τόν ἱερό Αὐγουστῖνο. Ἤ ἐκεῖνο πού ἀποκαλοῦν οἱ Μουσουλμᾶνοι ''κισμέτ'', δηλαδή ''πεπρωμένο'', ἤ αὐτό πού λέμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι - ἀλλοίμονό μας -  ''ἦταν γραμμένο''.

Βέβαια, στόν θεῖο παράγοντα ἐπιδροῦν καί ἕνα σωρό ἄλλες παράμετροι, πού εἶναι ἀδύνατον τώρα νά τίς ἀναπτύξωμε. Ἄλλωστε, ξεπερνοῦν καί κάθε ἀνθρωπίνη διάνοια καί δύναμι. Ὅπως λέμε, ''τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου;'' Γιατί τό λέμε αὐτό; Ἐπειδή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅπως ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκατάληπτη, ἔτσι καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, στό βάθος του, εἶναι ὠφέλιμο μέν, ἀκατάληπτος δέ ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐνεργεῖ ὁ Θεός. Τό μόνο σίγουρο πού ξέρομε, εἶναι ὅτι τελικά, ὁ Θεός τόν κάθε ἄνθρωπο θά τόν κρίνη κατά μοναδικό μέν τρόπο, ἀλλά δικαιότατα. Αὐτά ὡς πρός τήν ἀπορία αὐτή. Νά μήν ἐπεκταθοῦμε ἄλλο, γιατί χρειάζονται πολλές ὁμιλίες γιά νά ἐξαντλήσωμε αὐτήν τήν ἀπορία.
Ἐπίσης, ἄλλες ἐρωτήσεις πού δεχθήκαμε ἦσαν: ''Οἱ Πατέρες ἦσαν στήν ἔρημο καί ἐπέτυχαν ὅ,τι ἐπέτυχαν. Ἐμεῖς, πού εἴμαστε λαϊκοί στόν κόσμο, πῶς μποροῦμε νά τά καταφέρωμε;''

Κατ᾽ ἀρχάς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νά μήν εἴμαστε τῶν ἄκρων, ἤ ὅλα ἤ τίποτε. Μποροῦμε τούς Ἁγίους ποσοστιαῖα νά τούς μιμούμαστε τροπικά. Γιά παράδειγμα: Αὐτοί ἦσαν στήν ἔρημο. Κι ἐμεῖς μποροῦμε κάποια ὥρα τήν ἡμέρα, πού μᾶς βολεύει, σέ κάποια γωνιά τοῦ σπιτιοῦ μας, ἤ κάπου ἀλλοῦ, νά δημιουργήσωμε, γιά λίγο, τήν δική μας ἔρημο. Ἐκεῖνοι εἶχαν τέλεια ξενητεία. Ἔ, κι ἐμεῖς μποροῦμε τροπικά νά ἔχωμε λιγώτερες κοινωνικές σχέσεις, λιγώτερες ἐκδηλώσεις. Καί ἄν εἴμαστε σωστοί καί ἀντικειμενικοί καί γνήσιοι, ὁ Χριστός, ἀργά ἤ γρήγορα, θά τούς πληροφορήση, μυστικά, τούς ὑπολοίπους, ὅτι δέν τό κάνομε ἐπειδή τούς περιφρονοῦμε ἤ ὅτι δῆθεν δέν τούς ἀγαπᾶμε, ἀλλά τό κάνομε γιά λόγο πνευματικό. Ἔτσι μποροῦμε, ὅπως εἴπαμε, νά περιορίσωμε κάποιες ἄλλες περιττές καί βλαβερές, θά λέγαμε, ἐκδηλώσεις μας, προκειμένου νά κάνωμε περισσότερη ἐσωτερική πνευματική ἐργασία στόν ἑαυτό μας. Καί, ἐν προκειμένῳ, γιά νά ἔχωμε πιό πολύ χρόνο γιά τήν προσευχή. Καί αὐτό, ὄχι μόνο δέν θά μᾶς δημιουργήση πλῆξι καί λύπη, ἀλλά θά μᾶς δώση καί τήν πραγματική χαρά.

Ἄλλες ἀπαιτήσεις, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καί προσδοκίες ἔχει ὁ Θεός ἀπό ἐκείνους πού ζοῦν ἐκτός τοῦ κόσμου, καί ἄλλες ἀπό ἐμᾶς. Καί, σέ ἐμᾶς δίνει εὐκαιρίες γιά κάθαρσι καί ἁγιασμό ὁ Θεός, διότι εἶναι τόσοι πολλοί οἱ πειρασμοί καί τά ἀπρόοπτα πού μᾶς ἐπιφυλάσσει ἡ κάθε ἡμέρα, πού ἄν ἐφαρμόσωμε τίς εὐαγγελικές ἐντολές σ᾽ αὐτά ὅλα πού μᾶς προκύπτουν, χωρίς τήν θέλησί μας, φθάνουν καί περισσεύουν, γιά νά ἁγιάσωμε καί γιά νά προχωρήσωμε πνευματικά. Δυστυχῶς καί εὐτυχῶς, εἶναι τόσες πολλές οἱ προσβολές, οἱ ἀχαριστίες, οἱ περιφρονήσεις, οἱ συκοφαντίες, οἱ ἄσχημες εἰκόνες, οἱ παραστάσεις, πού, ἀπό μιά ἄποψι, γι᾽ αὐτό καί πρίν εἴπαμε καί τό ''εὐτυχῶς'', εἶναι θαυμάσια εὐκαιρία γιά πνευματική ἀνάβασι καί γιά πνευματικά στεφάνια. Βέβαια, προσοχή ἐδῶ, ποτέ ἐμεῖς δέν πρέπει νά ἐπιδιώκωμε αὐτά νά ἔρχωνται. Αὐτό, δέν εἶναι καθόλου σωστό. Ἄς μή τό ἀναλύσωμε πιό πολύ.... Ὅμως, τώρα ἁπλῶς λέμε ὅτι, ὅταν χωρίς τήν θέλησί μας ἔρχωνται μπροστά μας, πρέπει νά κάνωμε αὐτά πού πρέπει γιά νά τά ἀντικρούωμε. Καί ἔτσι, θά καθαριζώμαστε καί ἀπό τούς πειρασμούς αὐτούς τούς ἀκουσίους θά προαγώμεθα πνευματικά. Καταλαβαίνετε τί ἐννοοῦμε. Δίνομε, δηλαδή, πνευματικές ἐξετάσεις.

Στό σημεῖο αὐτό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἄς ἀναφέρωμε ἕνα γεγονός, πού μᾶς διηγήθηκε ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος:  Ὅταν ἀσκήτευε στήν Κόνιτσα, γιά ἕνα διάστημα, παρακαλοῦσε ὅλως ἰδιαιτέρως τόν Θεό νά τόν ταπεινώση. Καί τήν ἑπομένη φορά πού πῆγε ὁ μακαριστός Γέροντας, κατά τό σύνηθες τυπικό του νά κοινωνήση στήν ἐκκλησία, στήν Κόνιτσα, κατά τήν στιγμή πού ἔμπαινε στό Ἱερό γιά νά παρακολουθήση ἀπ᾽ ἐκεῖ, ὡς μοναχός πού ἦτο, τήν Θεία Λειτουργία, ὅπως ἄλλωστε πάντα ἔτσι ἐγίνετο, ἔ, ἐκείνη τήν φορά, ὁ ἴδιος ἱερέας πού ἦταν καί τίς ἄλλες φορές, ὅλως ἀπροσδόκητα, πολύ ἀπότομα καί ξαφνικά καί χωρίς κανέναν λόγο, τοῦ εἶπε νά βγῆ ἀμέσως ἔξω καί νά καθήση, ἄκουσον-ἄκουσον, μέ τούς λαϊκούς. Ἔ, ὅπως εἶναι φυσικό, στήν ἀρχή ὁ Γέροντας Παΐσιος ταράχθηκε, σάν ἄνθρωπος, τά ἔχασε, ἀλλά ἀμέσως θυμήθηκε ὁ ἴδιος, γιά πόσο μεγάλο διάστημα ἐκλιπαροῦσε τόν Θεό νά τόν ταπεινώση. Καί σκέφθηκε: ''Καί τώρα πού ἦλθε ἡ εὐκαιρία, νά τήν ἀφήσω νά πάη χαμένη;'' Καί ἔτσι, ὁ μακαριστός Γέροντας, ἀπό αὐτό τό γεγονός, δοξολογοῦσε τόν Θεό γι᾽ αὐτήν τήν πνευματική εὐκαιρία πού τοῦ ἔστειλε ὁ Θεός. Νομίζω, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, αὐτό τό γεγονός εἶναι πάρα πολύ κατατοπιστικό καί πάρα πολύ ὠφέλιμο. Δέν χρειάζονται περαιτέρω σχόλια.

Καί, ἀντίστροφα τώρα. Ἄν τό θέλετε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅσοι δέν κάνουν φιλότιμη προσπάθεια νά ἐφαρμόσουν τίς ἐντολές ὅταν βρίσκωνται στόν κόσμο, αὐτοί συνήθως, καί ὅταν ὁ Θεός εὐδοκήση καί πᾶνε ἐκτός κόσμου, ἐάν δέν ἀλλάξουν νοοτροπία καί δέν μετανοήσουν, πάλι ἀποτυγχάνουν. Ὅμως, ἄς μήν ἐπιμείνωμε σ᾽ αὐτήν τήν ἀπορία ἀκόμη πιό πολύ.

Μία ἄλλη τώρα ἐρώτησις πού μᾶς ἐτέθη: ''Πῶς γίνεται, πάτερ μου, νά μή βλέπωμε παντοῦ τό κακό, ἀφοῦ αὐτό ὑπάρχη;''

Ἡ ἀπάντησις εἶναι: Μέ τόν καλό λογισμό. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος καθαρίζεται βλέπει γύρω του πιό καθαρά τά πάντα, ἐνῶ μερικοί, ἀντίστροφα τώρα, ἐκ τῶν ἰδίων κρίνουν καί τά ἀλλότρια. Λοιπόν, ὅπως εἴπαμε, δέν πρέπει νά ἔχωμε φοβία γιά τόν ἁμαρτωλό περιβάλλοντα χῶρο μας, ἀλλά νά κοιτᾶμε παντοῦ καί πουθενά, δηλαδή ἀπλανῶς. Ἄλλωστε, ''νοῦς ὁρᾷ καί νοῦς ἀκούει''. Ἄν καθαρίζωμε τόν νοῦ μας, τότε κάθε ἀκάθαρτο δέν θά εἰσχωρῆ μέσα μας. Πῶς νά τό ποῦμε, θά ὑπάρχη ἕνας ἐσωτερικός αὐτόματος πνευματικός μηχανισμός ἄμυνας, πού ὅ,τι δέν μᾶς ὠφελεῖ δέν θά τό ἀφήνη νά εἰσχωρῆ εἰς τό βαθύτερο εἶναι μας. Ἤ, γιά νά μή τό προχωρήσωμε ἀκόμη πιό πολύ, θά ὑπάρχη ἕνας προσωπικός ἐσωτερικός ''βιολογικός'' πνευματικός καθαρισμός, πού ὅ,τι ἀκατάλληλο θά μπαίνη μέσα μας αὐτόματα θά καθαρίζεται ἀπό μόνο του. Ἀλλά αὐτό εἶναι μία ἄλλη κατάστασις. Ἄς μή τό ἀναλύσωμε τώρα πιό πολύ.

Σέ ὅλα αὐτά πού προαναφέραμε, θά ὠφελήσουν, ὅπως εἴπαμε, οἱ καλοί λογισμοί. Ὅπως μᾶς ἔλεγε πάλι ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος, στήν ἀρχή, ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται ἐναντίον τῶν κακῶν λογισμῶν διά τῆς περιφρονήσεως καί μέ τό νά φέρνη καλούς λογισμούς. Καί, στό τέλος, ἐπέρχεται ἕνα ψυχοσωτήριο ἐσωτερικό ἄδειασμα, πού ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει καθόλου, μά καθόλου λογισμούς, εἴτε καλούς, εἴτε κακούς. Αὐτό εἶναι, προσέξτε παρακαλῶ, τί μᾶς εἶπε ὁ Γέροντας: Αὐτό εἶναι ἀκόμα ἀνώτερο ἀπό τούς καλούς λογισμούς. Βέβαια, αὐτή ἡ μακαρία ὄντως κατάστασις, δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τήν ἀποβλάκωσι, ἤ καλύτερα, τήν ἀδρανοποίησι πού δημιουργεῖται μέ τόσες ἄλλες πλεῖστες παρενέργειες καί ἐξαρτήσεις ἀπό τά διάφορα ψυχοφάρμακα.

Καί μία τελευταία θεολογική ἀπορία πού μᾶς ἐτέθη: ''Πῶς ἐγνώρισε ὁ διάβολος τό κακό;''

Ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός καί λέγει ὅτι ὁ σατανᾶς δέν εἶχε μέσα του ἴχνος κακίας ἀπό τόν Δημιουργό Θεό. Ἐπειδή ὅμως δέν ἐδέχθη τόν φωτισμό καί τήν τιμή πού τοῦ ἐχάρισε ὡς δῶρο ὁ Δημιουργός, κατόπιν ἐλευθέρας του προσωπικῆς ἐκλογῆς, μετεβλήθη ἀπό τήν πρώην φυσική του ἐκ κατασκευῆς κατάστασι εἰς τήν παρά φύσιν καί ὑπερηφανεύθη ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, πού τόν ἐδημιούργησε. Βλέπετε, ἡ κεντρική παρεκτροπή τοῦ διαβόλου ἦταν ἡ ὑπερηφάνεια, μέ τό νά θελήση νά ἐπαναστατήση ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Καί, ἀφοῦ πρῶτος αὐτός ἀπεμακρύνθη ἀπό τό ἀγαθόν κατέληξε, αὐτομάτως μετά,  εἰς τό κακό. Διότι, τό κακό δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ στέρησις τοῦ ἀγαθοῦ. Δέν ὑπάρχει δηλαδή ἐκ φύσεως. Εἶναι διάχυτη αὐτή ἡ πατερική θέσις. Ὅπως ἀκριβῶς καί τό σκοτάδι. Τί εἶναι τό σκοτάδι; Τό σκοτάδι δέν ἀποτελεῖται ἀπό κάτι, ἀπό τό α´ ἤ τό β´, ἀλλά εἶναι ἡ στέρησις τοῦ φωτός. Διότι, ὅπως τό ἀγαθό εἶναι πνευματικό φῶς, παρομοίως, καί τό κακό εἶναι πνευματικό σκότος.

Συνοψίζοντας λοιπόν, τό κακό δέν ἔχει, νά μιλήσωμε λίγο πιό θεολογικά, ἰδίαν ὑπόστασιν. Δέν εἶναι παρά ἡ στέρησις τοῦ ἀγαθοῦ. Ἔτσι καί ὁ σατανᾶς, μέ τήν ὑπερηφάνειά του, στερήθηκε τό ἀγαθό, πού εἶχε ἐκ φύσεως, καί, σάν συνέπεια αὐτῆς τῆς στερήσεως, ἦταν νά πέση στό κακό. Καί ὄχι μόνο ἔπεσε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀλλά ἐπιμένει. Ἀπό αὐτό ἄλλωστε, βγῆκε καί ἡ ρῆσις ''τό μή πίπτειν ἀγγελικόν''. Βέβαια, αὐτό ἰσχύει μετά Χριστόν. Γιατί πρό Χριστοῦ, οἱ ἄγγελοι μποροῦσαν καί νά πέσουν. Ἀλλά, ἄς μή ξεφύγωμε. Λοιπόν, ''τό μή πίπτειν ἀγγελικόν, τό πίπτειν ἀνθρώπινον''. Ἀλλά, ''τό πίπτειν καί ἐμμένειν δαιμονικόν''. Δηλαδή, τό νά μή πέφτη κανείς εἶναι ἀγγελικό. Τό νά πέφτωμε εἶναι ἀνθρώπινο, ἀρκεῖ νά σηκωνώμαστε ὅσο γίνεται πιό γρήγορα. Ἀλλά, τό νά ἐμμένωμε στήν πτῶσι, εἶναι πέρα γιά πέρα δαιμονικό. Καί, γιά νά γίνωμε ἀκόμη πιό παραστατικοί, ἄς ἀναφέρωμε πάλι ἕνα παράδειγμα ἀπό τόν γνωστό σας πλέον Γέροντα Παΐσιο:

Μία φορά, ὅταν προσηύχετο γιά ὅλην τήν δημιουργία, μέ τόσο πόνο καί ἀγάπη πού εἶχε, προσευχόταν ἀκόμη καί γι᾽ αὐτά τά δαιμόνια. Εἶχε πολύ πόνο ἀκόμη καί γι᾽ αὐτούς τούς δαίμονες καί ἔλεγε: ''Θεέ μου, νά τά ἐλεήσης, διότι δικά σου πλάσματα εἶναι, ἄσχετα ἄν κατήντησαν ἐκεῖ πού κατήντησαν''. Καί, ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος ὁ μακαριστός Γέροντας, τοῦ ἐνεφανίσθη ἕνας δαίμων, μεταμορφωμένος σέ σκυλί μεγάλο, πού εἰρωνεύετο τόν μακαριστό Γέροντα καί τόν κορόϊδευε καί γελοῦσε σαρκαστικά, δαιμονικά, βγάζοντας τήν γλῶσσα πάρα πολύ ἔξω, σάν νά τοῦ ἔλεγε: ''Ἐμεῖς, ὅ,τι καί νά κάνης, ἔτσι μᾶς ἀρέσει νά εἴμαστε''. Δέν ξέρω, ἄν αὐτό τό γεγονός, πού μᾶς τό διηγήθηκε ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας, ἄν ἔχη γραφῆ σέ κάποια ἀπό τά σχετικά ὡραῖα βιβλία πού ἔχουν κυκλοφορήσει.

Λοιπόν, αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἴχαμε νά ποῦμε, ἐντελῶς βέβαια ἐπιγραμματικά, ὡς πρός τίς ἀπορίες, πού σήμερα ἦσαν πάρα πολλές. Ἄν καί καταναλώσαμε σχεδόν τόν πιό πολύ χρόνο τῆς καθιερωμένης ἐδῶ συνάξεώς μας,  ὅμως, τίς θεωρήσαμε σημαντικές καί ὅτι ἔπρεπε νά ἀπαντηθοῦν. Ἄλλωστε, νομίζω ὅτι ὅλα αὐτά συνδέονται ἄρρηκτα μέ τήν προσευχή, προκειμένου δηλαδή νά μεγιστοποιήσωμε τούς καρπούς τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ.

Τώρα, στό σημεῖο αὐτό, εὐθύς ἀμέσως, ἄς ποῦμε, ὅτι στό πρῶτο στάδιο τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με'', γιά μᾶς πού εἴμαστε ἀρχάριοι πνευματικά, ἐνδείκνυται καί ἐπιβάλλεται νά τήν λέμε ψιθυριστά. Καί, ὅταν λέμε ψιθυριστά, ἐννοοῦμε νά ἀκούη τό αὐτί ἴσα-ἴσα τί λέει τό στόμα. Αὐτό βέβαια, ταιριάζει ἰδιαίτερα ὅταν εἴμαστε μόνοι μας καί δέν γινώμαστε ἀντιληπτοί ἀπό τούς ἄλλους. Ὁπότε, ὅταν εἴμαστε ἐντελῶς μόνοι μας, μποροῦμε, ἄν θέλωμε, νά τήν λέμε καί ἐκφώνως. Ἀλλά, νά μή ξεχνᾶμε κάτι: Ὅτι ὁ Θεός εὐχαριστεῖται, εὐφραίνεται, στήν κρυφή πνευματική προσωπική ἐργασία μας καί ὄχι στίς διαφημίσεις. Πολλές φορές, καί ἀπό καλή ἴσως διάθεσι, καί ἀπό ἀγάπη καί ἀπό πόνο, νομίζομε, μᾶς κλέβει λίγο τό ταγκαλάκι ἐκεῖ, ὅτι πρέπει νά τό λέμε τό καλό πού κάνομε γιά ὠφέλεια τῶν ἄλλων.

Νά ὅμως, πού ἔρχεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, διαχρονικά, καί μᾶς λέγει τά ἀντίθετα. Τά θεωροῦμε γνωστά. Τί λέγει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὅλοι ξέρομε. ''Νά μή ξέρη ἡ δεξιά τί κάνει ἡ ἀριστερά''. Καί ξεχνᾶμε, ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ νά πληροφορῆ μυστικά, χωρίς προσωπική μας βλάβη, τίς καρδιές τῶν ἄλλων. Ἔτσι, ὅταν εἴμαστε μόνοι μας, νά τήν λέμε ψιθυριστά, ἐνῶ ὅταν εἴμαστε σέ δημόσιο χῶρο καί δέν ἔχωμε δυστυχῶς ἀκόμη συνηθίσει νά τήν λέμε νοερά, τότε - τί νά κάνωμε; - τότε ἄς τήν λέμε ψιθυριστά μέν, ἀλλά χωρίς νά φαίνεται αὐτό ἐξωτερικά. Πῶς γίνεται αὐτό; Σάν νά κουνᾶμε δηλαδή λίγο τήν γλῶσσα μας ἐσωτερικά. Νά ''χτυπάη'' ἡ γλῶσσα μας κάπως στά δόντια, νά κουνιέται δηλαδή ἐσωτερικά. Καί, ἄν καί πάλι γιά κάποιο λόγο, πού δέν εἶναι τοῦ παρόντος διότι εἶναι πολλά τά αἴτια, βλέπωμε κάποια στιγμή, ὅτι δέν ''τρέχει'' ἡ εὐχή, τότε εἶναι προτιμώτερο, ἀπό τό νά μένωμε ἀδρανεῖς, νά λέμε ἕνα τμῆμα τῆς εὐχῆς, ἤ ἔστω καί μία λέξι ἀπό ὅλη τήν εὐχή. Ἐπί παραδείγματι: ''Ἰησοῦ μου, Ἰησοῦ μου, Ἰησοῦ μου...'', ἤ ''ἐλέησόν με, ἐλέησόν με, ἐλέησόν με...''. Ἐπειδή καί μόνο ἡ λέξις ''Ἰησοῦ'' δημιουργεῖ μεγάλη ἐσωτερική πνευματική ἡδονή καί πνευματική προσωπική καρποφορία.

Πρέπει λοιπόν νά τήν λέμε στήν ἀρχή ψιθυριστά, ὅταν εἴμαστε ἀπερίσπαστοι, κατά μείζονα λόγον, ἀλλά καί ὅταν ἔχωμε κάποιες ἄλλες ἀσχολίες. Λοιπόν, τό ξανατονίζομε, ἐπειδή συνεχῶς ἐρωτώμεθα γι᾽ αὐτό: Πρέπει νά λέμε τήν εὐχή, καί ὅταν εἴμαστε ἀπερίσπαστοι, καί, παράλληλα, μέ παντός εἴδους ἄλλες ἀσχολίες. Μέ ἄλλα λόγια, δέν ὑπάρχει ἀκατάλληλη στιγμή πού νά μή λέγεται ἡ εὐχή. Καί πρέπει νά εὑρίσκωμε κάποιο χρόνο - δέν δικαιολογούμεθα ἄν προφασιζώμεθα ὅτι δέν εὑρίσκωμε - κατά τήν διάρκεια τῆς ἡμέρας, πού νά εἴμαστε ἀπερίσπαστοι. Ὅσο καί ἄν νομίζωμε ὅτι δέν ὑπάρχει τέτοιο χρονικό διάστημα, δέν ὑπάρχει δικαιολογία. Διότι, ἄν ἀναρωτηθῆ ὁ καθένας μας ποῦ καί πῶς καταναλώνομε τόν χρόνο τῆς ἡμέρας, θά βροῦμε ὅλοι μας ὅτι τόν περνᾶμε σέ πράγματα, ἄν ὄχι βλαβερά, τοὐλάχιστον ἀνώφελα. Τότε, θά διαπιστώσωμε ὅτι πάντοτε ἔχομε κάποιο χρόνο διαθέσιμο. Καί αὐτός ὁ χρόνος, πού διαθέτομε στήν προσευχή, ὄχι μόνο δέν πάει χαμένος, ἀκόμη καί γιά τά βιοτικά, ἄν τό θέλετε, ἀλλά μᾶς δημιουργεῖ μία κατάστασι νήψεως, ἐγρηγόρσεως, καί ἔτσι ἀποδίδομε πολύ καλύτερα καί στίς καθημερινές ἐργασίες τῆς ἡμέρας καί ξεφεύγομε, ἄν λέμε τήν εὐχή, ἀπό πολλές παγίδες, ἀπό πολλά ἀπρόοπτα, τά ὁποῖα, ἐάν δέν τά ἀντιμετωπίσωμε σωστά, μέ πνευματική ἐγρήγορσι καί μέ τόν φωτισμό τῆς εὐχῆς, τότε θά χάσωμε πολύ περισσότερο χρόνο ἀντιμετωπίζοντάς τα διαφορετικά. Καί, ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά θά βλαφθοῦμε καί πνευματικά καί θά ἔχωμε ποικίλλου εἴδους ἄλλες φθορές.

Ἔτσι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, καί παράλληλα μέ πάσης φύσεως ἀσχολίες, ὄχι ἁπλῶς ἐπιτρέπεται, ἀλλά ἐπιβάλλεται νά λέμε τήν εὐχή. Καί ὅταν μαγειρεύη κάποια, ἄν εἶναι νοικοκυρά, ὅταν σιδερώνη, ὅταν ράβη, ὅταν ταξιδεύη κάποιος, ὅταν περιμένη στήν οὐρά γιά νά πάρη ἕνα χαρτί σέ μία ὑπηρεσία καί ἔχη ἀγωνία καί ἔχη καί κάποια νευράκια, γιατί περνάει ἡ ὥρα, ἔ, μπορεῖ αὐτήν τήν ὥρα νά τήν ἐκμεταλλευθῆ θαυμάσια λέγοντας τήν εὐχή. Καί στό χωράφι μας, καί στό γραφεῖο μας, ἀκόμη κι ἄν κάνωμε κάποια ὑπεύθυνη δουλειά, μποροῦμε νά τήν σταματᾶμε, κάπου-κάπου καί νά συνδεώμεθα μέ τό ''Κέντρο''. Ποιό εἶναι τό ''Κέντρο;'' Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός.

Ἀκόμη καί ὅταν πέφτωμε νά κοιμηθοῦμε, νά πλυθοῦμε καί ὅταν εἴμαστε στό κρεββάτι δέν εἶναι ντροπή, παντοῦ καί πάντοτε, πρέπει νά λέμε τήν εὐχή. Γιατί, πολλές φορές, μᾶς πολεμάει πιό πολύ ὁ ἐχθρός στό κρεββάτι καί στόν ὕπνο. Αὐτά δέν εἶναι ντροπή νά τά ἀναφέρωμε. Μέ μία λέξι λέμε, ὅτι δέν ὑπάρχει ἀκατάλληλη στιγμή πού νά μή μπορῆ νά λεχθῆ ἡ εὐχή, γιατί ὁ διάβολος πάντοτε πολεμάει, ὁπότε πάντοτε πρέπει ἀπό μᾶς νά ἀντιπολεμῆται. Καί ξαπλωμένοι στό κρεββάτι μποροῦμε νά λέμε τήν εὐχή, ἀλλά ὄχι μόνο ξαπλωμένοι. Ὅπως καί γιά τήν μελέτη. Συνεχῶς ἐρωτώμεθα: ''Μποροῦμε νά διαβάζωμε τήν Καινή Διαθήκη στό κρεββάτι;'' ''Ναί, καί στό κρεββάτι, ἀλλά ὄχι μόνο στό κρεββάτι''.

Κλείνοντας, ἄς ἀναφέρωμε κάτι ἀπό τήν Κλίμακα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου γιά νά γίνωμε πιό πειστικοί σ᾽ αὐτό πού λέμε. Κάποιος μεγάλος ἀγωνιστής ἀναγκάσθηκε νά μεταβῆ σέ ἀκάθαρτο μέρος γιά νά διώξη τίς ἀκάθαρτες σκέψεις, γιατί δέν μποροῦσε νά προσευχηθῆ ὅπως θά ἤθελε σέ κάποια σύναξι. Καί πῆγε σ᾽ αὐτόν τόν ἀκάθαρτο χῶρο γιά νά διώξη αὐτές τίς ἀκάθαρτες σκέψεις, πού ἤθελαν νά τοῦ ἐμφυτεύσουν μέσα στό μυαλό του οἱ πονηροί δαίμονες, ἐπειδή δέν εἶχε ἄλλη ἐπιλογή....

http://www.impantokratoros.gr/97C4898E.el.aspx

Τα πλεονεκτήματα της ευχής Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος, Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος, Ἑσπερινή ὁμιλία στόν Ἱ. Ναό Παναγίας Δεσποίνης Λαμίας κατά τό ἔτος 1999




Κατ᾽ ἀρχάς, νά εὐχηθῶ σέ ὅλους σας, ἔστω καί λίγο καθυστερημένα, Καλή καί Ἁγία Τεσσαρακοστή μέ πλουσία τήν πνευματική σας καρποφορία. Μέ νηστεία, καί σέ ποιότητα, καί σέ ποσότητα, γιατί ἡ νηστεία εἶναι ἡ ἀρχή κάθε καλοῦ. Εἶναι τό Α τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι τό πρῶτο βῆμα, ἰσχυροποιεῖ τήν θέλησι, σταυρώνεται ὁ ἄνθρωπος, ὠφελεῖται ὁ ὀργανισμός, διότι γίνεται μιά κάποια σχετική ἀποτοξίνωσις, καί, πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα, κάνομε ὑπακοή εἰς τήν ἁγία μας Ἐκκλησία κι ἔτσι θάβομε τόν ἐγωκεντρισμό μας. Ἐπειδή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀπαιτεῖται ταπείνωσις ἀπό τόν ἄνθρωπο γιά νά νηστέψη. Γιά νά νηστέψη δηλαδή, ὄχι ὅποτε θέλει ὁ ἴδιος, ἤ γιά ἄλλους λόγους, ἀλλ᾽ ὅποτε καί ὅπως ὁρίζη ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία καί ἐπειδή ἀκριβῶς αὐτό εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ.

Πρίν ὅμως προχωρήσωμε στήν συνέχεια τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, νά συμπληρώσωμε τήν ἀπάντησί μας σέ κάποια ἀπορία, ἡ ὁποία μεταξύ τῶν ἄλλων μᾶς ἐρωτοῦσε, ἄν εἶναι ἐμφανεῖς οἱ καρποί τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ.

Εἴχαμε πῆ, ἄν ἐνθυμῆσθε, ὅτι, ὅσο προχωράει ὁ ἄνθρωπος καί πολεμάει στό πνευματικό του μέτωπο, τότε ἀνάλογα καί ἀντίστοιχα, ἐπιτρέπει, παραχωρεῖ δηλαδή ὁ Θεός, νά πολεμήση, ὁ ἑκάστοτε ἀγωνιστής, καί μέ πιό δυνατούς, μέ πιό ἰσχυρούς, μέ πιό ὕπουλους ἀντιπάλους. Ἔτσι, δέν καταλαβαίνει πάντα ἄμεσα, τήν πρόοδό του ὁ ἀγωνιστής. Ἄλλωστε, τό καθαρό κέρδος ἀπό τόν πνευματικό ἀγῶνα δέν εἶναι τόσο ὁ ἴδιος ὁ πνευματικός ἀγῶνας, αὐτός καθ᾽ ἑαυτός, ἀλλά ἡ πραγματική ταπείνωσις πού προκύπτει ἀπό αὐτόν. Καί ὁ ἄνθρωπος δέν στεφανώνεται γιά τίς ἀρετές καί τούς ἀγῶνες του, ἀλλά στεφανώνεται γι᾽ αὐτήν τήν ταπείνωσι, πού εἶναι ἀπόρροια τοῦ προσωπικοῦ του πνευματικοῦ ἀγῶνα καί ἡ ὁποία ἀποκτᾶται ἀκριβῶς μετά ἀπό αὐτόν.

Ἀλλά, γιά νά ἔλθη ἡ ταπείνωσις, πρέπει ἀπαραίτητα, μά ἀπαραίτητα, νά παραχωρηθοῦν πειρασμοί. Χωρίς ἀγῶνα, ἡ ταπείνωσις νά ξέρετε, ἤ εἶναι νόθος, ἤ ἔστω τῶν ἀρχαρίων. Δέν εἶναι ἡ πλουτοποιός ταπείνωσις τῶν πραγματικῶν ἀγωνιστῶν. Καί χωρίς πειρασμούς, δέν μπορεῖς ἄνθρωπέ μου νά γνωρίσης τήν ἀδυναμία σου. Πάντα θά ἔχης ἄγνοια, δέν θά ξέρης τόν ἑαυτό σου, θά πετᾶς στά σύννεφα, θά ἔχης μαῦρα πνευματικά μεσάνυκτα. Χωρίς πειρασμούς δέν μπορεῖς νά ταπεινωθῆς πραγματικά.

Εἶναι ὄντως μυστήριο. Ὅσο περισσότερο ὁ ἄνθρωπος προχωρεῖ πνευματικά, σωστά ἐννοεῖται, τόσο περισσότερο βλέπει πόσο, μά πόσο, πίσω εἶναι. Καί νά δῆ κάποια βελτίωσι, ταυτόχρονα μέ τήν βελτίωσι, βλέπει τότε καθαρώτερα, πιό ρεαλιστικά, πιό ὀρθά, πιό ξάστερα, πόσο ὑστερεῖ. Καί αὐτό, τοῦ δίνει ἀκριβῶς νέα ὤθησι γιά νέες πνευματικές ἀποφάσεις καί πνευματικούς ἀγῶνες.
Ὅποιος κάνει κάποια πνευματική προσπάθεια καί μέ αὐτήν αἰσθάνεται αὐτάρκεια, νομίζει δηλαδή ὅτι αὐτό εἶναι ἀρκετό καί δέν χρειάζεται κάτι περισσότερο, αὐτός δέν ἔχει καταλάβει τίποτε ἀπό τό τί θά πῆ ὀρθή πνευματική ζωή, τό τί θά πῆ γνήσια Ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Ἀγνοεῖ ὅτι ἡ τελειότης, καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν τελείων, εἶναι ἀτέλεστος. Ὅπως λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες ''ἡ τῶν τελείων ἀτέλεστος τελειότης''. Καί αὐτή ἡ κατάστασις ἐπεκτείνεται καί στήν ἄχρονη αἰωνιότητα.

Βέβαια, ἡ πρόοδος τῶν σεσωσμένων εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, πού θά ἔλθη μετά τήν Δευτέρα Αὐτοῦ φρικτή Παρουσία, θά γίνεται ἄκοπα. Ὄχι ὅπως τώρα δηλαδή, πού γιά νά προοδεύση κανείς πρέπει νά χύση, πνευματικά ἐκλαμβανόμενο, αἷμα. Τώρα ἡ πρόοδος γίνεται μόνο μετά ἀπό πνευματικό ἱδρῶτα. Ἀκόμη καί αὐτή ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ ὁποία ξεπερνᾶ σέ δόξα, ἀσύγκριτα μάλιστα, καί αὐτά τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ, σήμερα, τήν στιγμή πού ὁμιλοῦμε, ἄν τό θέλετε, εἶναι ἁγιωτέρα ἀπό χθές. Καί αὔριο θά εἶναι ἁγιωτέρα ἀπό σήμερα. Ἄκοπα ὅπως εἴπαμε. Καί θά εἶναι ἁγιωτέρα ἀπό σήμερα, μέ τήν ἔννοια, ὅτι θά εἶναι δεκτικωτέρα περισσοτέρου θείου Φωτός, διότι ἁπλούστατα τό θεῖο Φῶς δέν εἶναι δεξαμενή πού κάποτε στερεύει.

Βέβαια, γιά νά τό ξεδιαλύνωμε μιά γιά πάντα, ὁ ἄνθρωπος ὅσο περισσότερο προοδεύει, τόσο περισσότερο βλέπει τό πόσο πίσω εἶναι. Αὐτή ἡ νέα κατάστασις δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τήν μελαγχολία, τήν ἀπογοήτευσι καί ὅλα τά συνεπακόλουθα αὐτῶν. Ἁπλῶς αἰσθάνεται μέν ἀσύγκριτα καλύτερα ἀπό πρίν, παρ᾽ ὅλα αὐτά ὅμως ἔχει μία καλή καί σωτήρια ἀνησυχία, ἡ ὁποία αὐτή καλή ἀνησυχία εἶναι ὑπερτέρα πάσης νηφαλιότητος, πάσης ἠρεμίας, πάσης εἰρήνης. Καί αὐτή ἡ καλή ἀνησυχία τόν ὠθεῖ στό νά προχωρήση σέ νέους ἀγῶνες καί σέ νέες πνευματικές καταστάσεις, ἐφ᾽ ὅσον μπροστά του βλέπη ὅτι τοῦ ἀνοίγονται νέοι πνευματικοί ὁρίζοντες. Ὅπως λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες, αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος ἕναν ''ἀκόρεστο κορεσμό''. Ἐνῶ δηλαδή αἰσθάνεται γεμᾶτος, ταυτόχρονα μέ αὐτό τό ''γέμισμα'' αἰσθάνεται καί μία ὤθησι γιά νέους ἀγῶνες. Βέβαια αὐτά εἶναι μυστήρια τοῦ Πνεύματος καί τά καταλαβαίνουν μόνον ὅσοι ἀγωνίζονται. Πῶς δηλαδή ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται γεμᾶτος καί ταυτόχρονα θέλει νά γεμίση ἀκόμη, μά ἀκόμη, πιό πολύ.

Ἄς μή μᾶς φαίνεται παράξενο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Οἱ ἀνθρώπινες λέξεις, τά ἀνθρώπινα λεκτικά σχήματα δέν μποροῦν νά ἀποδώσουν ἐπαρκῶς τά φαινόμενα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, δέν μποροῦν νά τά ὁλοκληρώσουν, οὔτε κἄν, καλά-καλά νά τά προσεγγίσουν. Ἄν μυστήριο καλύπτη τήν ζωή γύρω μας καί μέσα μας, κατά γενική ὁμολογία ὅλων, κατά μείζονα λόγο μυστήριο ἀνεξάντλητο ὑπάρχει στά πνευματικά φαινόμενα, πού ἐκπηγάζουν ἀπό τόν Θεό καί κατευθύνονται στά λογικά Του κτίσματα, τά ὁποῖα Τόν ἀναζητοῦν.

Ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ ὅμως στό σημεῖο αὐτό, νά συμπληρώσωμε καί κάτι ἀκόμη στήν σχετική ἐρώτησι, πού ἐρωτᾶ ἐάν καταλαβαίνη ὁ ἀγωνιζόμενος μέ τήν εὐχή τήν προσωπική του πρόοδο.
Σέ αὐτό ἀπαντοῦμε, ὅτι στήν ἀρχή τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα, ὁ Θεός ἀπό συγκατάβασι μᾶς προσεγγίζει.

Καί ἕνας ἀπό τούς τρόπους προσεγγίσεώς Του εἶναι νά μᾶς δίνη κάποιες πνευματικές ''καραμέλες'' γιά νά μᾶς προσελκύση, γιά νά μᾶς γλυκάνη μέ τήν Χάρι Του, γιά νά μᾶς τραβήξη καί νά μᾶς ξεκολλήση ἀπό τήν ἁμαρτία. Γιατί ἡ ἁμαρτία, ἰδιαίτερα στήν ἀρχή, μᾶς ἐξαπατᾶ. Φαίνεται πολύ γλυκειά, ἄσχετα ἄν τελικά βέβαια, ἀργά ἤ γρήγορα ὁδηγῆ σέ ἀφάνταστη πικρία, καί σέ αὐτήν τήν ζωή, καί πολύ περισσότερο στήν αἰωνία ζωή.

Στήν ἀρχή λοιπόν τῆς πνευματικῆς στροφῆς μας αἰσθανόμεθα, κάποιες στιγμές, αἰσθητά τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ. Ὅταν κάνωμε κάποια πνευματική στροφή, τό αἰσθανόμεθα αὐτό. Αἰσθανόμεθα μία κατάνυξι, μία ὄρεξι, πού πρίν ὅλα αὐτά γιά μᾶς ἴσως ἦταν καί ἀνεξήγητα.

Μετά ὅμως μέ τόν καιρό, φαινομενικά, ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τήν ἄρσι, τό σήκωμα, τό πάρσιμο τῆς Χάριτος, ἀνάλογα βέβαια μέ τήν περίπτωσι, διότι οἱ περιπτώσεις τῶν πνευματικῶν καταστάσεων καί τῶν ἀγωνιζομένων εἶναι ἀναρίθμητες καί πολυποίκιλες. Καί αὐτήν τήν στιγμή φυσικά δέν μπαίνομε σέ λεπτομέρειες. Ἁπλῶς ἐδῶ ἀναφέρομε ὅτι, ἄν τυχόν κάποιος ἐνδιαφέρεται, τόν παραπέμπομε στόν Ρῶσο ἀρχιμανδρίτη Σωφρόνιο πού ἔγραψε τό βιβλίο μέ τίτλο '' Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης'' καί ὅπου ἀλλοῦ θέλει. Στήν Πατερική Γραμματολογία ἐπεξηγεῖται τό πῶς αἴρεται ἡ Χάρις στούς ἀγωνιζομένους.

Λοιπόν, φαινομενικά ὁ ἄνθρωπος ἀπό κάποια στιγμή καί μετά, ἀρχίζει νά βιώνη τήν ἄρσι τῆς ἀρχικῆς Χάριτος, τό πάρσιμό Της. Καί ἀναγκάζεται πλέον νά παλαίψη μέ τά πάθη, πού πρῶτα ἦσαν θαμμένα μέσα του, καί ἀπό τά ὁποῖα ἴσως πάθη ἐνόμιζε, ἐσφαλμένα βέβαια, ὁ ἀγωνιστής, ὅτι ἀπαλλάχθηκε, δῆθεν, μιά γιά πάντα. Γι᾽ αὐτό ποτέ μά ποτέ, δέν πρέπει νά ξεθαρρεύωμε στήν πνευματική ζωή, ἕως τελευταίας μας πνοῆς. Ὅπως ἔλεγε ὁ σοφός ἱερέας, ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος: ''Σάρξ-πλάξ''. Δηλαδή, τά πάθη τῆς σάρκας, καί ὄχι μόνο αὐτά βέβαια, μόνο ἡ ταφόπλακά μας θά τά σταματήση. Πρίν μπῆ ἡ ταφόπλακα ἀπό πάνω μας, πάντα ὑπάρχει, ἀνα πᾶσα ὥρα καί στιγμή, ὁ κίνδυνος τά πάθη τῆς σάρκας νά ἐκδηλωθοῦν μέ τήν α´ ἤ β´ μορφή.

Ἐπαναλαμβάνομε λοιπόν ὅτι, ἀπό κάποια στιγμή καί μετά, φαίνεται ὅτι ἡ Χάρις ἐγκαταλείπει τόν ἀγωνιστή ἄνθρωπο, ἀλλά στήν πραγματικότητα, αὐτή ἡ ἴδια ἡ Χάρις, μυστικά τοῦ δίνει τήν δύναμι, τήν ψυχική ἀντοχή, τό κουράγιο νά ἀντέξη στίς διάφορες ὀδυνηρές πνευματικές δοκιμασίες. Διότι, ἄν στήν πραγματικότητα ὄντως μᾶς ἐγκατέλειπε ἡ θεία Χάρις, τότε αὐτόματα θά πέφταμε στό κενό, ὅπως ἔλεγε σχετικά ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος, καί μάλιστα σέ μεγάλη ἡλικία εὑρίσκετο τότε, λίγο πρίν τόν θάνατό του. Τί ἔλεγε; Ἀκοῦστε λόγο: «Ἄν μέ ἐγκαταλείψη ἡ Χάρις, θά μέ δῆτε πρῶτον νά χορεύω στίς ταβέρνες, στίς διασκεδάσεις, στά μπουζούκια». Συγγνώμη πού τά λέμε λίγο ἁπλᾶ, ἀλλά ἔτσι ἀκριβῶς τά ἔλεγε, γελῶντας χαριτωμένα ὁ Γέροντας, γιά νά δείξη ὅτι ὅλα ὅσα ἔχομε τά ὀφείλομε στήν θεία Χάρι.

Ἡ Χάρις βέβαια δέν ἐγκαταλείπει ποτέ τόν ἄνθρωπο, ἐκτός καί ἄν εἶναι μόνιμα ὑπερήφανος, ἤ ἐκτός ἄν, τελικά, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἐν ψυχρῷ ἐγκαταλείψωμε τήν Χάρι καί γενικώτερα παρατήσωμε καί ἀχρηστεύσωμε τά διάφορα θεῖα ὅπλα, τά ὁποῖα μᾶς ἔχουν δοθῆ, γιά τόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Ἀκόμη λοιπόν καί τότε πού ὁ ἄνθρωπος βιώνει τήν ἄρσι τῆς Χάριτος καί δοκιμάζεται καί πάσχει, οὐσιαστικά καί τότε μέ μυστικό τρόπο, ἡ ἴδια ἡ Χάρις τόν ἐνισχύει. Καί, ἄς γίνωμε ἀκόμη πιό παραστατικοί. Θυμηθεῖτε τόν Μέγα Ἀντώνιο, πού ἐπί δέκα ἕξι ὁλόκληρα χρόνια ἔπασχε συνεχῶς ἀπό τά δαιμόνια. Καί τί πειρασμούς δέν τοῦ προξενοῦσαν! Καί μόνο μετά ἀπό τήν δοκιμασία αὐτή, τόν περιέλαμψε θεῖο Φῶς καί εἶπε στόν Χριστό, ὅταν τοῦ ἐνεφανίσθη: «Ποῦ ἤσουν, Κύριε;» Καί τοῦ εἶπε ὁ Χριστός: «Δίπλα σου ἤμουν Ἀντώνιε καί παρακολουθοῦσα τούς ἀγῶνες σου».

Ἔτσι συμβαίνει συνήθως στά πνευματικά. Στήν ἀρχή, κάποια χαρά δοκιμάζει ὁ ἀγωνιζόμενος. Μετά ὅμως, δοκιμασίες πολλές, ἀνάλογα βέβαια μέ τήν δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου καί μέ τό ἀντίστοιχο θεῖο σχέδιο. Λοιπόν, στήν ἀρχή χαρά, καί μετά δοκιμασίες πολλές. Καί, ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν κάνη πίσω  - ἐδῶ φαίνονται τά παλληκάρια, στήν πρᾶξι - ἐάν δέν ἀπογοητευθῆ, ἀλλά συνεχίση νά ἀγωνίζεται, νά πάσχη, ἔ, μετά, ἀκολουθεῖ ἀσύγκριτη, μεγαλυτέρα πνευματική χαρά.

Θέλω νά πιστεύω, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅτι ἔστω καί λίγοι ἔχουν αὐτή τήν μικρή γευσούλα τῆς Χάριτος. Ἀλλά πολύ φοβᾶμαι, ὅτι ἄν ὄχι ὅλοι μας, σχεδόν ὅλοι μας, μετά, δέν δείχνομε τή ἀπαιτουμένη καρτερία στίς πνευματικές δοκιμασίες πού ἀκολουθοῦν, καί δέν κάνομε ἀγῶνα ὅπως πρέπει, καί ἔτσι, στερούμεθα, ἀλλοίμονο μας, τήν μεγάλη χαρά πού ἀκολουθεῖ καί πού ὅταν ἔλθη, ξεπερνᾶ σέ ἀπόλαυσι, σέ ποσότητα, σέ ποιότητα, κάθε ἐμπειρία αὐτῆς τῆς ζωῆς. Αὐτή ἡ οὐράνια χαρά εἶναι ἀνώτερη ἀπό κάθε ἀπόλαυσι αὐτῆς τῆς ζωῆς, εἴτε αὐτή ἡ ἀπόλαυσι εἶναι νόμιμη, εἴτε εἶναι παράνομη. Ὁ,τιδήποτε γήινο, καί τό πιό ἐπαινετό, ὠχριᾶ μπροστά στήν γοητεία καί στήν ἡδονή, ἡ ὁποία προξενεῖται ἀπό αὐτήν τήν πνευματική χαρά.

Ὅπως μᾶς ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος, στήν ἀρχή ὁ Θεός μᾶς δίνει ἕνα πνευματικό γλυκάκι γιά νά μᾶς τραβήξη ἀπό τήν ἁμαρτία. Μετά ὅμως μᾶς δίνει τά ἀπαραίτητα ἐργαλεῖα γιά νά κουρασθοῦμε προσωπικά καί νά φτιάξωμε μόνοι μας γλυκά, νά φτιάξωμε πνευματικό ''ζαχαροπλαστεῖο''. Νά γίνωμε πνευματικοί ''ζαχαροπλάστες''. Ἀλλά αὐτό, θέλει κόπο. Θέλει τήν ἰδική μας ἐργασία πρῶτα. Ἤ, ὅπως ἔλεγε, πάλι ὁ ἴδιος Γέροντας, ἀκόμη πιό παραστατικά: «Ὅταν ἔχης ἕνα μικρό δενδράκι, ἕνα μικρό φυτό, στήν ἀρχή, αὐτό τό μικρό φυτό θέλει μόνο πότισμα, θέλει μόνο ''χάϊδεμα''. Μετά ὅμως, ὅταν μεγαλώση λίγο, ἄν δέν τό κλαδέψης τό φυτό, τό δένδρο, ὅσο καί νά τό ποτίζης, δέν κάνει τήν προβλεπόμενη προκοπή, δέν βγάζει δηλαδή τούς ἀναμενόμενους καρπούς».

Ἔ, κάπως ἔτσι ἰσχύει καί στά πνευματικά. Γιά νά βγοῦν πνευματικοί καρποί, χρειάζεται ἀπαραίτητα πνευματικό κλάδεμα, χρειάζεται πνευματική ἐγχείρησις. Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, στίς ἀρχές μέν εἶχε φοβερή ἐπίσκεψι τῆς Χάριτος καί μάλιστα εἶδε τόν ἴδιο τόν Χριστό μέσα σέ θεῖο Φῶς. Μετά ὅμως τόν ἐγκατέλειψε - ἐξ ὑποκειμένου πάντα, ἐννοεῖται - ἡ Χάρις, καί τότε εἶχε ἐπί χρόνια φοβερό μαρτύριο δαιμονικῶν προσβολῶν. Ἔπασχε συνεχῶς ἀπό λογισμούς. Ἐπί παραδείγματι, ἄλλες φορές τοῦ ἔλεγαν οἱ λογισμοί ὅτι ἦταν ἅγιος καί ἄλλες φορές τοῦ ἔλεγαν ὅτι θά χανόταν. Ἀφοῦ νά σκεφθῆτε, ἔκανε στρωτές μετάνοιες καί ἔβλεπε μπροστά του δαιμόνια μεταμορφωμένα νά κάθωνται ὄρθια καί νά σαρκάζουν. Καί εἶχε τήν πικροτάτη αἴσθησι, ὅτι προσκυνοῦσε, μέ τίς μετάνοιες πού ἔκανε, ὄχι τόν Χριστό, ἀλλά τόν διάβολο.

Σέ μᾶς βέβαια δέν ὑπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις, οὔτε διαβόλους νά δοῦμε, οὔτε τίποτε ἀπό αὐτά. Ἀλλά, ξέρεις τί εἶναι ἀδελφέ μου, νά κάνης μετάνοια, νά προσκυνᾶς τόν Θεό, καί νά βιώνης ὅτι προσκυνᾶς, ἀντί γιά τόν Χριστό, τόν διάβολο; Νά μή τύχῃ τέτοιο πρᾶγμα! Καί ἐν συνεχείᾳ, ἔλεγε ὁ Ἅγιος Σιλουανός: «Ἄν δέν εἶχα δεχθῆ τήν πρώτη δυνατή Χάρι, δέν θά ἄντεχα, οὔτε ἕνα βράδυ, τό δαιμονικό αὐτό μαρτύριο. Ἀλλά, ἦταν τόσο ἔντονη, γλυκειά καί καθοριστική αὐτή ἡ Χάρις πού δέχθηκα, πού ἄντεξα, ἐπί πολλά χρόνια, ἀναρίθμητες τέτοιες μακάβριες δαιμονικές νύχτες». Καί σέ κάποια ἄλλη συνάφεια, ἔλεγε ὁ Ἅγιος Σιλουανός στόν Χριστό: «Κύριε, θέλω νά προσευχηθῶ καί δέν μέ ἀφήνουν οἱ λογισμοί». Καί τότε ἄκουσε θεϊκή φωνή πού τοῦ ἔλεγε: «Ἔτσι ὑποφέρουν οἱ ὑπερήφανοι». Καί ἐν συνεχείᾳ, ἄκουσε τό περίφημο καί γνωστό σας πλέον: «Κράτα τόν νοῦ σου στόν ᾅδη, καί μήν ἀπελπίζεσαι». Νά ἔχης, δηλαδή, συντετριμμένο νοῦ καί νά μή στενοχωριέσαι γι᾽ αὐτά πού σοῦ συμβαίνουν.

Αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὡς πρός τήν ἀπορία αὐτή. Ἐπειδή τά θεωρήσαμε πολύ βασικά καί χρήσιμα, γι᾽ αὐτό καί τά ἀναφέραμε, γιατί πολλοί ἀπό μᾶς, ἐνῶ στήν ἀρχή κάνωμε κάποιο ἀγῶνα, μετά, μέ τό παραμικρό, τά παρατᾶμε, ἀγνοῶντας τά ''παιχνίδια'' τῆς Χάριτος. Ἔ, πῶς νά τό κάνωμε; Θέλομε καί ἐκεῖ Παράδεισο, καί ἐδῶ Παράδεισο; Συνέχεια; Δέν γίνεται. Ὁ Παράδεισος γιά νά κατακτηθῆ θέλει πολύ κόπο. Τί λέγει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ; «Ἀδελφέ μου, ἄνθρωπέ μου, θέλεις νά ἀνεβῆς στόν οὐρανό καί ὑπολογίζεις κόπους καί πόνους καί θυσίες; Δέν βλέπεις πῶς κινοῦνται οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι γιά ἄλλες κοσμικές ὑποθέσεις; Διδάξου ἀπό αὐτούς».

Καί ἐν προκειμένῳ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, νά τό ξέρωμε καλά, θέλει πολύ ἀγῶνα, θέλει καρτεροψυχία, θέλει πολύ ὑπομονή, δέν γίνεται σέ ἕνα βράδυ, σέ δύο βράδυα, σέ ἕναν μῆνα νά ἐπιτύχωμε αὐτά τά ὁποῖα θά θέλαμε. Βέβαια, τό ἀνώτερο ἀπ᾽ ὅλα εἶναι ἡ ἀπέκδυσις τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό κυρίως πρέπει νά ζητοῦμε διά τῆς προσευχῆς. Θέλει ὅμως πολύ ὑπομονή καί πολύ κόπο. Δέν μοῦ ἀρέσει νά σᾶς τά ὡραιοποιῶ. Θέλω νά σᾶς λέγω τήν ἀλήθεια.
Μία ἄλλη ἀπορία εἶναι ἡ ἑξῆς: '' Ἄν ἐπιτρέπεται ἡ προσευχή γιά τούς ἀλλοθρήσκους''.

Σέ αὐτήν, ἐλλείψει χρόνου, ἀπαντοῦμε ἐπιγραμματικά: Φυσικά καί ἐνδείκνυται καί ἐπιβάλλεται νά προσευχώμεθα καί γιά τούς ἀλλοθρήσκους. Γι᾽ αὐτούς, ἐπί παραδείγματι, ἡ προσωπική μας προσευχή, μέ τό κομβοσχοίνι, ἤ χωρίς αὐτό, ἄς εἶναι ὡς ἑξῆς: Νά λέμε ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησε τόν δοῦλο σου τάδε, ἤ τούς δούλους σου τάδε''. Θά τά ἀναλύσωμε ὅμως ὅλα αὐτά καί πιό κάτω. Ὅμως, δέν πρέπει τά ὀνόματα αὐτά τῶν ἀλλοθρήσκων ἤ τῶν αἱρετικῶν, ὅταν δέν εἶναι Ὀρθόδοξοι δηλαδή, νά τά δίνωμε στούς ἱερεῖς γιά νά μνημονεύωνται στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, στίς Θεῖες Λειτουργίες, στήν Προσκομιδή, κλπ. Δηλαδή, σέ καμμία περίπτωσι, δέν πρέπει αὐτά τά ὀνόματα νά μνημονεύωνται στήν Θεία Λειτουργία.

Αὐτά, εἴχαμε νά ποῦμε ὡς προς τίς σχετικές μέ τό θέμα μας ἀπορίες.
Τώρα, ἄς ὑπενθυμίσωμε, ὅτι στό θέμα τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, εἴχαμε φθάσει, στήν προηγουμένη σύναξί μας, στό τρίτο στάδιο τῆς προσευχῆς, ὅπου ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ, στήν κατάστασι αὐτή, μέ τήν καρδιά του, χωρίς πλέον καμμία βία ἤ ἀνθρωπίνη προσπάθεια, νά λέη τήν εὐχή, εἴτε ἐργάζεται χειρωνακτικά, εἴτε ἀκόμη καί διανοητικά, ἀκόμη καί ὅταν κοιμᾶται. Αὐτή ἡ κατάστασις, τό ξανατονίζομε, εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Καί τά δῶρα Του τά δίνει ὁ Θεός ὅποτε Ἐκεῖνος κρίνει καί θέλει. Ἀλλά δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε, ὅτι τά δῶρα Του τά δίνει ὁ Θεός σέ ὅσους, καί μόνο σέ ὅσους, ἀγωνίζονται, καί μάλιστα σωστά.

Μία φορά, ὁ νεοφανείς Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης κουβέντιαζε μέ κάποιον ἄλλον ἀγωνιστή μοναχό. Καί ἔλεγε ὁ ἄλλος μοναχός στόν Ἅγιο Σιλουανό: «Ὅλα καλά, ὅταν κάνω κάποια χειρονακτική ἐργασία, μπορεῖ ταυτόχρονα νά λέγεται καί ἡ εὐχή μέ τόν νοῦ μου. Τήν κρατάω καλά μέ τόν νοῦ μου. Ἀλλά, ὅταν κάνω μιά πρᾶξι πού θέλει ἰδιαίτερη προσοχή, εἶναι δηλαδή διανοητική ἐργασία, τότε δέν μπορῶ, ταυτόχρονα, νά κρατήσω καί τήν εὐχή στό μυαλό μου γιατί τό μυαλό μου εἶναι ἀφοσιωμένο, πέρα γιά πέρα, εἰς τήν ἐργασία ἐκείνη». Αὐτά ἐκμυστηρεύθηκε ὁ μοναχός ἐκεῖνος στόν Ἅγιο Σιλουανό. Τότε, ὁ Ἅγιος Σιλουανός χαμογέλασε ἐλαφρά, μέ πόνο καί ἀγάπη, καί τοῦ εἶπε: «Σέ μᾶς, δέν συμβαίνει ἔτσι...». Μόνο αὐτήν τήν φρασούλα τοῦ εἶπε. Καί ἐννοοῦσε φυσικά, ὅτι κατεῖχε τήν καρδιακή προσευχή. Δηλαδή ὅ,τι καί νά ἔκανε, εἴτε εὑρίσκετο ἀνάμεσα σέ τόσους ἐργάτες, πού εἶχε μεγάλη ὑπευθυνότητα τότε ὁ ἅγιος Σιλουανός ὡς οἰκονόμος πού ἦτο εἰς τό Μοναστήρι - ἄν ἐνθυμοῦμαι καλά -, παρά δηλαδή τίς ἐργασίες πού εἶχε, παρά τό πλῆθος τῶν ἐργατῶν πού κατηύθυνε, παρά τίς τόσες ἐξωτερικές, πολλές φορές, ἀντιξοότητες πού ἀντιμετώπιζε, μέσα του κρατοῦσε αὐτήν τήν καρδιακή προσευχή, ὡς δῶρο Θεοῦ.

Καί στό σημεῖο αὐτό, ἄς κάνωμε μία παρένθεσι. Ἄλλωστε, πιστεύω, οἱ πιό πολλοί θά τό γνωρίζετε. Πρόκειται γιά τόν π. Φώτιο ἀπό τήν Μυτιλήνη, ἕναν χαριτωμένο παππούλη, πολύ μεγάλης ἡλικίας τώρα, πού εἶχε λειτουργήσει στό Μοναστήρι καί μᾶς εἶχε ἐπισκεφθῆ ἀρκετές φορές, ὁ ὁποῖος προσωπικά ἐγνώρισε τόν πατέρα τότε Σιλουανό, νῦν Ἅγιο Σιλουανό. Τότε, μεταξύ τῶν ἄλλων, μᾶς διηγήθηκε ὁ π. Φώτιος καί τό ἑξῆς:

Αὐτό συνέβη, ὅταν ἦτο ὁ π. Φώτιος νέο καλογέρι εἰς τό Ἅγιον Ὄρος. Τότε πῆγε κάποια στιγμή, γιά κάποια δουλειά, στό Ρωσικό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, εἰς τό ὁποῖο ἀσκήτευε ὁ π. τότε Σιλουανός. Ἐκεῖ λοιπόν, κάποια στιγμή, ὁ παπα-Φώτιος χρειάσθηκε, γιά κάποια δουλειά, τόν π. Σιλουανό. Τόν ἀνεζήτησε καί ἀφοῦ δέν τόν εὕρισκε, στήν συνέχεια ἐπῆγε καί ἐκτύπησε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, ὅπως ἦτο φυσικό. Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὅμως, ἄν καί συμπτωματικά ἐκοιμᾶτο, ἀμέσως ἐσηκώθηκε καί ἤρεμα καί πρόθυμα ἐξυπηρέτησε τόν π. Φώτιο. Καί μάλιστα ἔμεινε μαζί του γιά ἀρκετή ὥρα, ἐπειδή ἐπρόκειτο γιά δουλειά σοβαρή πού ἀπαιτοῦσε πολύ χρόνο. Τοῦ ἔκανε δέ πολύ καλή ἐντύπωσι, τοῦ π. Φωτίου, ἡ προθυμία, ἡ ἠρεμία, ἡ καλωσύνη τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ. Ὅταν ὅμως μετά ἀπό λίγο, ὅλα αὐτά τά ἀνέφερε, εὐχαριστημένος καί αὐθόρμητα, σέ κάποιους ἄλλους μοναχούς πού ἀσκήτευαν τότε στό Ρωσικό Μοναστήρι, ὅταν δηλαδή ὁ π. Φώτιος εἶχε ἀποχαιρετήσει τόν π. Σιλουανό, τότε ἔμαθε, ὅτι ὁ Ἅγιος Σιλουανός, τήν στιγμή πού τόν ξυπνοῦσε ὁ π. Φώτιος, ἀκριβῶς πρίν ἀπό λίγο εἶχε πάει στό κελλί του γιά νά ξεκουρασθῆ ὕστερα ἀπό ὁλονύκτια ἀγρυπνία. Καί τότε ἐθαύμασε, ὁ π. Φώτιος, ἀκόμη πιό πολύ τήν πραότητα τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ καί τήν κρυφή ἐσωτερική του ἐργασία, πού δηλαδή δέν τοῦ ἀνέφερε οὔτε μία λεξούλα σάν παράπονο, ὅπως «ξέρεις, εἶμαι ἀπό ἀγρυπνία, περίμενε λίγο, κλπ.». Τίποτε ἀπό αὐτά. Τέτοια λεπτότης, τέτοια διάκρισις ἐχαρακτήριζαν τόν Ἅγιο Σιλουανό. Δέν τοῦ εἶπε: «Ξέρεις, μόλις ξάπλωσα. Ἄν θέλης, ἔλα ἀργότερα, δέν μπορῶ τώρα,...». Οὔτε ἔκανε ἔστω ἕναν ὑπαινιγμό. Τέτοια ἐντύπωσι ἔκανε τοῦ π. Φωτίου ὅλη αὐτή ἡ στάσι τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, πού ὅλα αὐτά τοῦ ἔμειναν γιά τόσα πολλά χρόνια μέσα στήν διάνοιά του. Τόσο μεγάλη ἐντύπωσι, πού ἀρκεῖ νά σκεφθῆ κανείς, ὅτι μᾶς τά διηγήθηκε μετά ἀπό 60 περίπου, ἴσως καί περισσότερο, χρόνια. Νέο καλογέρι τότε, γέρων τώρα, καί τά θυμόταν σάν νά ἦταν χθές, σάν νά ἦταν αὐτήν τήν στιγμή.

Λοιπόν, ἄς συνεχίσωμε:
Ὁ π. Παΐσιος ἐπισκέφθηκε κάποιον μοναχό στά τελευταῖα του, ὁ ὁποῖος ξεψυχοῦσε. Ἐκεῖνος ὁ μοναχός, ἀπό ὑπερβολική ταπείνωσι, ἔλεγε στόν π. Παΐσιο, ὅτι ἐπέρασε μία ὁλόκληρη ζωή στήν ματαιότητα, στήν ἁμαρτία. Ἔλεγε: «Εἶμαι σκέτη ἁμαρτία. Δέν ἔκανα τίποτε». Τότε ὁ π. Παΐσιος, γιά νά τοῦ δώση θάρρος, ἐπειδή ἐγνώριζε τήν κρυφή του πνευματική ἐργασία, τοῦ εἶπε: « Ἄς ἀφήσωμε τά ἄλλα, τό παρελθόν. Ἐν τάξει. Δέν ἔκανες τίποτε. Τώρα, ὅταν κοιμᾶσαι ἀδελφέ, ἡ εὐχή δέν λέγεται ἀπό μόνη της;» Καί ἀπήντησε ὁ ψυχορραγῶν μοναχός: «Ἔ αὐτό γίνεται, τοὐλάχιστον. Αὐτό ἔλειπε νά μή γινόταν καί αὐτό!» Δηλαδή, λίγο-πολύ τό ἐθεωροῦσε φυσικό νά γίνεται ἡ προσευχή στόν ὕπνο, νά ἐνεργῆται ἀπό μόνη της. Καί ἱκανοποιημένος ἀπό αὐτήν τήν ἀπάντησι ὁ π. Παΐσιος εἶπε στόν μοναχό αὐτόν, πρό τοῦ τέλους του: «Ἔ, ἀφοῦ αὐτό γίνεται, μή φοβᾶσαι γιά τό οὐράνιο ταξεῖδι σου. Ὅλα θά πᾶνε καλά. Ὁ Θεός θά σέ σώση».

Συγχωρέστε με, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀλλά τώρα μοῦ ἔρχονται κι ἄλλες σχετικές ἱστορίες ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος. Μοῦ ἔρχεται εἰς τό μυαλό ἕνα παρόμοιο περιστατικό, πού μᾶς τό ἐδιηγεῖτο πάλι ὁ π. Παΐσιος:

Κάποτε ψυχορραγοῦσε ἕνας ρουμᾶνος μοναχός. Αὐτός ἦταν ὑποτακτικός σέ κάποιον Γέροντα - καί οἱ δύο ἦσαν πολύ μεγάλης ἡλικίας. Ὅταν ψυχορρραγοῦσε ὁ ὑποτακτικός, πῆγε, ἀνήμερα τῆς Παναγίας, ἔτσι συνέπεσε, ἕνας πρακτικός γιατρός ἀπό ἐκεῖ κοντά, ὀνόματι Δανιήλ. Αὐτός ὁ γιατρός πῆγε γιά νά προσφέρη στόν ψυχορραγοῦντα ὑποτακτικό τίς τελευταῖες ἀνθρώπινες δυνατές βοήθειες. Τότε ἀπεγνωσμένα ὁ Γέροντας τοῦ ψυχορραγοῦντος μοναχοῦ ἔλεγε μέ ἀγωνία πρός τόν πρακτικό γιατρό, σέ σπαστά Ἑλληνικά - γιατί, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ἦτο Ρουμᾶνος: «Μή Ντανῆλο - Δανιήλ, δηλαδή -, μή κάνης τίποτε. Ἄσε καλύτερα, νά πεθάνη σήμερα. Γιατί, σήμερα εἶναι μεγάλη γιορτή. Εἶναι τῆς Παναγίας. Γιατί, καί νά κάνης κάτι, ἤ θά πεθάνη αὔριο, ἤ μεθαύριο. Καλύτερα νά πεθάνη σήμερα, πού εἶναι γιορτή. Μεγάλη εὐλογία. Εἶναι τῆς Παναγίας». Ἄς μή κάνωμε σχόλια τώρα τό πῶς ἀντιμετωπίζομε ἐμεῖς τέτοιες καταστάσεις....

Αὐτή ἡ μέθοδος τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, ἔχει τρία κύρια μεγάλα πλεονεκτήματα:
Κατ᾽ ἀρχάς, δέν ἀπαιτοῦνται εἰδικές συνθῆκες τόπου καί χρόνου. Δέν θέλει δηλαδή νά ἔχωμε δικό μας εἰδικό χῶρο, εἰδικό δωμάτιο, βιβλία, καί ἄλλον ἐξοπλισμό. Μποροῦμε νά λέμε τήν εὐχή παντοῦ καί πάντοτε, εὐκαίρως-ἀκαίρως, εἴτε ὅταν εἴμαστε ἀπερίσπαστοι, εἴτε παράλληλα καί ταυτόχρονα μέ ἄλλες ἀσχολίες. Καί ὅταν ταξειδεύωμε, καί ὅταν κάνωμε ὁποιαδήποτε δουλειά, καί ὅταν περπατᾶμε, καί στά διαλείμματα τῶν ἐργασιῶν, καί ἀνά πᾶσα ὥρα καί στιγμή, ὅπως ἤδη ἔχομε ἐξηγήσει. Μέ μία λέξι, δέν ὑπάρχει ἀκατάλληλη στιγμή γιά τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ. Πάντα ἐνδείκνυται, πάντα ἐπιβάλλεται. Ὄχι ἁπλῶς ἐπιτρέπεται, ἀλλά καί ἐπιβάλλεται. Πάντα εἶναι ὠφέλιμη, πάντα εἶναι σωτήρια. Καί ἀντί συνεχῶς νά σκεπτώμεθα καί νά ἀκοῦμε ἕνα σωρό ἄλλα πράγματα πού, ἄν δέν εἶναι βλαβερά, εἶναι τό ὀλιγώτερο ἀνώφελα καί μάταια, καί τά ὁποῖα μᾶς κουράζουν, μᾶς ἀποπροσανατολίζουν, μᾶς θολώνουν τό μυαλό, ἀντί λοιπόν νά κάνωμε ὅλα αὐτά, μποροῦμε νά δίνωμε, ἄν ὄχι πάντα, τοὐλάχιστον ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν, ὡς στερεά πνευματική τροφή, στόν ἑαυτό μας, τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο μεγάλο πλεονέκτημα. Δέν ἀπαιτεῖται εἰδικός χῶρος, δέν ἀπαιτοῦνται εἰδικές συνθῆκες.

Δεύτερο μεγάλο πλειονέκτημα πού ἔχει αὐτός ὁ τρόπος τῆς προσευχῆς, εἶναι ὅτι δέν ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερος προσωπικός μας φιλολογικός καί θεολογικός καταρτισμός. Δέν χρειάζονται ἰδιαίτερες γνώσεις. Διότι, πολλά τά αἴτια μέν, ἄς μή κρυβώμαστε δέ. Λίγο πολύ, ὅλοι μας ὑστεροῦμε σέ θεολογικο-φιλολογική κατάρτησι καί δέν καταλαβαίνομε, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, τά ἐξαίσια, κατά τά ἄλλα, βαθειά, βαθύτατα, νοήματα τῶν τροπαρίων, πού ψάλλονται εἰς τήν ἁγία μας Ἐκκλησία κατά τήν διάρκεια τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν. Ἐπειδή, γιά νά καταλάβη κάποιος καλά τά ἐξαίσια αὐτά τροπάρια, πρέπει νά ξέρη, καί τήν Παλαιά Διαθήκη, καί τήν Καινή Διαθήκη, καί τούς βίους τῶν Ἁγίων, τά συγγράμματα τῶν Ἁγίων, ἐκκλησιαστική ἱστορία, δογματική, νά ξέρη καί κάποια ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Καί πολλές φορές, ἄν εἶναι ἰαμβικοί οἱ στίχοι τῶν τροπαρίων, ὅπως κατά τά Χριστούγεννα, Θεοφάνεια καί κάποιες ἄλλες γιορτές, πρέπει νά ξέρη καλά ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Καί ὅλα αὐτά βέβαια, ἐφ᾽ ὅσον ἀποδίδωνται σωστά καί ἀπό τούς ἱεροψάλτες.

Ὅπως καταλαβαίνετε, ὅλα αὐτά γιά νά συντρέχουν ταυτόχρονα, δέν εἶναι καί τόσο εὔκολο, γιά νά μή ποῦμε ὅτι εἶναι πολύ δύσκολο. Ὁπότε εἶναι φυσικό πολλές φορές, νά αἰσθανώμεθα κάποια ἀνία κατά τήν διάρκεια τῶν ἀκολουθιῶν μέσα στόν ναό. Γιατί, ἄν δέν καταλαβαίνη κάποιος τί ἀκούει, ὅσο καί ἄν ὑπάρχη ἕνα ἐξαίσιο πνευματικό κλῖμα ἀπό τήν ψαλμωδία, δέν εἶναι παράξενο νά αἰσθάνεται ἀνία. Ὁπότε, ἀντί νά ἔχωμε πολλές φορές αὐτό τό ὄχι σωτήριο αἴσθημα, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν καταλαβαίνομε τό νόημα τῶν λεγομένων, εἶναι πολύ ὠφέλιμο καί χρήσιμο, παράλληλα μέ τό ἐξαίσιο πνευματικό κλῖμα τό ὁποῖο δημιουργεῖται μέ τήν βυζαντινή ψαλμωδία, νά λέμε παράλληλα, κάπου - κάπου, καί τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, τό ''Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με''. Ἤ, ἐάν ἐκείνη τήν στιγμή τό τροπάριο ἀναφέρεται στήν Παναγία, μποροῦμε νά λέμε τό ''Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον με'', ἤ, ἄν κάποιο τροπάριο ἀναφέρεται σέ κάποιον Ἅγιο, νά λέμε ''Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἐμοῦ''. Εἶναι πολύ πιό χρήσιμο, πολύ πιό ὠφέλιμο.

Βέβαια, στό σημεῖο αὐτό νά ποῦμε ὅτι φταῖμε λίγο-πολύ ὅλοι μας, πού, ἐνῶ μαθαίνωμε ξένες γλῶσσες, ἐνῶ μαθαίνωμε ἕνα σωρό ἄλλα πράγματα, βλαβερά, ἀνώφελα, δέν κάνομε μία προσπάθεια νά βελτιώσωμε τά Ἑλληνικά μας, τά ἀρχαῖα Ἑλληνικά μας. Καί σέ λίγο, θά ἔλθουν νά μᾶς τά μάθουν οἱ Γερμανοί καί οἱ ξένοι γιατί, ὅπως πάει τό πρᾶγμα, θά τά ἔχωμε ξεχάσει. Τί νά μᾶς μάθουν δηλαδή οἱ ξένοι; Τήν δική μας ἐξαισία γλῶσσα! Καί αὐτό εἶναι μεγάλη μας ντροπή. Τί λέγω γιά τά Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Ἐδῶ, καλά - καλά, δέν ξέρομε τήν ἁπλῆ καθαρεύουσα καί μέ αὐτά τά μονοτονικά συστήματα, πού εἶναι ντροπή πού τά υἱοθετήσαμε, δέν ξέρω κι ἐγώ τί νά πῶ, σέ λίγο, θά πᾶμε καί στό ἀτονικό σύστημα. Ἀλλά, ἄς μή ξεφύγω ἀπό τό θέμα μας. Ὅμως ἄν κάνωμε μία προσπάθεια καί ἀπό μόνοι μας, μποροῦμε νά βελτιωθοῦμε στό θέμα αὐτό.

Ἀλλά, καί πέραν τούτου, ἄν μεγάλοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως τῆς τάξεως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, εὑρῆκαν μεγαλυτέρα πνευματική ἀνάπαυσι καί ὠφέλεια στήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, παρά στά πολλά λόγια τῶν ἄλλων προσευχῶν, παρά στήν Ὑμνολογία, πόσῳ μᾶλλον ἐμεῖς, πού ὅπως εἴπαμε στερούμεθα τόν ἀπαραίτητο θεολογικό καί φιλολογικό καταρτισμό.

Βέβαια, γιά νά εἴμαστε πιό ὁλοκληρωμένοι καί γιά νά μήν ὑπάρχη καί καμμία παρανόησις, κατά γενική ὁμολογία, στήν ἀνθρωπίνη μας φύσι ταιριάζει ἡ ἀλλαγή, ἡ ποικιλία. Διαφορετικά δημιουργεῖται στόν ἄνθρωπο μία μορφή πνευματικοῦ μουχλιάσματος. Ὁπότε, εἶναι πιό ξεκούραστο, πιό φυσικό, πιό ὠφέλιμο καί πιό ἀποδοτικό, ἄλλοτε νά ψάλλωμε ἐσωτερικά, ἤ ἐξωτερικά, καί ἄλλοτε νά λέμε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ ψιθυριστά, ἤ νοερά. Τό ἕνα δέν ἀντιμάχεται τό ἄλλο. Ἴσα-ἴσα, τό ἕνα συμπληρώνει καί βελτιώνει τό ἄλλο. Ἔτσι εἶναι ἡ ἀνθρωπίνη μας φύσις. Διότι ὅ,τι ὑπάρχει στήν ἁγία μας Ἐκκλησία, εἶναι ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι κατατεθειμένο. Καί, ἄν κάνωμε διακριτική χρῆσι ὅλων αὐτῶν, μεγιστοποιεῖται ἡ προσωπική μας πρόοδος. Ἄλλωστε, αὐτά δέν μπαίνουν σέ καλούπια.

Ἐπί παραδείγματι: Ὅταν λέμε μία προσευχή, ἤ ἀκοῦμε στήν ἐκκλησία μία προσευχή, εἴτε εἶναι ψαλμωδία, εἴτε εἶναι ψαλμός τοῦ Δαυΐδ, εἴτε εἶναι ὁ,τιδήποτε ἄλλο, ἅμα κάποιος συγκεκριμένος στίχος μιᾶς προσευχῆς μᾶς κεντήση ἰδιαίτερα, μᾶς ''τρυπήση'', μᾶς κατανύξη, ἄν μιλήση ἰδιαίτερα μέσα μας, τότε, ὄχι μόνο δέν εἶναι ἁμαρτία νά ἀδολεσχοῦμε γύρω ἀπό αὐτόν τόν στίχο, ἀλλά ἐπιβάλλεται καί συμφέρει πνευματικά αὐτή ἡ ἐργασία.

Αὐτά λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος τονίζει περίπου τό ἑξῆς: «Μή χάσης, λέγει, τήν εὐκαιρία αὐτή, γιατί, διά μέσου αὐτοῦ τοῦ στίχου, διά μέσου αὐτοῦ τοῦ λογισμοῦ, διά μέσου αὐτοῦ τοῦ φαινομένου, σέ ἐπισκέφθηκε ὁ Θεός, γιά νά συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες σου, γιά νά φωτισθῆς καί γιά πολλούς ἄλλους λόγους». Βλέπετε, στήν Ὀρθοδοξία δέν ὑπάρχουν ποτέ συνταγές, ποτέ δέν ὑπάρχουν πνευματικά καλούπια. Πάντα ὑπάρχει ἡ διάκρισις, πού εἶναι ἡ συνισταμένη ὅλων τῶν πνευματικῶν φαινομένων καί ὅλων τῶν πνευματικῶν ἀρετῶν.

Ἀλλά, ἄς μή ξεφύγωμε πιό πολύ.
Καί τό τρίτο μεγάλο πλεονέκτημα πού ἔχει αὐτή ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, πού ἔμμεσα τό προαναφέραμε, εἶναι ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς εὐχῆς αὐτῆς μένει ἀκεραία, θά λέγαμε, καί μετά τό πέρας τῆς προσευχῆς.
Γιά παράδειγμα, ὅποιος λέγει τήν εὐχή ψιθυριστά, ὅταν δηλαδή εἶναι μόνος του, τότε, σιγά-σιγά, καί χωρίς νά τό καταλαβαίνη, ὅταν εὑρεθῆ σέ δημόσιο χῶρο, τοῦ ἔρχεται ἡ εὐχή ἀπό μόνη της καί τήν λέγει μέ τόν νοῦ του. Δηλαδή, συνεχίζει ἡ ἐνέργεια τῆς προσευχῆς μετά τό τελείωμά της.

Αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἴχαμε νά ποῦμε ὡς πρός τά τρία κύρια πλεονεκτήματα πού ἔχει ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἔναντι τῶν ἄλλων θεαρέστων προσευχῶν.

Τώρα ἐπίσης, ἐκτός ἀπό τόν ἑαυτό μας, ἐνδείκνυται νά προσευχώμεθα, μέ τόν ἴδιο πάντα τρόπο, γιά ὁλόκληρη τήν οἰκογένειά μας, γιά ἄτομα στά ὁποῖα αἰσθανόμεθα κάποια πνευματικῆς ἤ ὑλικῆς φύσεως εὐγνωμοσύνη, γιά ἀνθρώπους πού ἔχουν κάποια εἰδική ἀνάγκη, περιπέτεια, συμφορά, κάποια ἀρρώστεια, καί γενικῶς, γιά ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα καί γιά ὅλους τούς ζῶντας λέγοντας ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς''. Καί τοῦτο ἐπειδή ἡ ἀνθρωπότης, πιό πολύ ἀπό ὅλα, πάσχει ἀπό ἔλλειψι προσευχῆς. Καί ὅ,τι πολλές φορές δέν ἐπιτυγχάνομε μέ ἕνα σωρό διδασκαλίες, ἐκβιασμούς, τσακωμούς, ἀπειλές, δοσοληψίες, συζητήσεις, πού τελειωμό δέν ἔχουν καί πολλές φορές μᾶς φθείρουν καί μᾶς βγάζουν ἐκτός τόπου καί χρόνου, μποροῦμε νά τό ἐπιτύχωμε μέ τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, γιατί αὐτή κρύβει μέσα της τεραστία πνευματική δύναμι. Μποροῦμε λοιπόν νά ἀναφέρωμε κάποια ἰδιαίτερα συγκεκριμένα ὀνόματα μία μόνο φορά εἰς τήν ἀρχή, καί μετά, ὅσες φορές θέλομε, νά λέμε γενικά ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς''. Εἴχαμε πῆ δηλαδή στήν ἀρχή ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησε τούς δούλους σου τάδε, τάδε, τάδε, καί ὅλην τήν ἀνθρωπότητα''. Μετά, συνεχίσαμε νά λέμε ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς'',  ''Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς''..... Στό ''ἡμᾶς'' συμπεριλαμβάνονται, ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα καί ἐπί πλέον κατά ἕναν ἐντελῶς ξεχωριστό καί ἰδιαίτερο τρόπο, τά ὀνόματα πού προαναφέραμε τήν πρώτη μόνο φορά στήν ἀρχή.

Δέν χρειάζεται δηλαδή νά ζαλιζώμαστε συνεχῶς μέ πολλά ὀνόματα καί νά τά ἀναφέρομε συνεχῶς, γιατί αὐτό διαχέει τήν πνευματική μας προσοχή καί οὔτε εἶναι ἐφικτόν καί δυνατόν νά τούς θυμηθοῦμε ὅλους. Γι᾽ αὐτό, μποροῦμε νά λέμε ἐπί πλέον καί ἐν κατακλεῖδι: ''Καί τοῖς ἐντειλαμένοις ἡμῖν τοῖς ἀναξίοις εὔχεσθαι ὑπέρ αὐτῶν''. Ὁ Θεός γνωρίζει γιά ποιούς θέλομε νά προσευχηθοῦμε, ποιούς θά ἔπρεπε νά ἀναφέρωμε καί ποιούς λησμονήσαμε ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ μας. Ἔτσι, ἄς ἀφήσωμε τόν Θεό νά κατευθύνη Ἐκεῖνος αὐτήν τήν ταπεινή μας προσευχή, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη, ὅπου πρέπει, ὅπου εἶναι τό θεῖο Του θέλημα. Δηλαδή, ἐμεῖς νά λέμε ''Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς'', ἀναξίως βέβαια, καί νά ἀφήνωμε τόν Θεό νά ἐνεργῆ γιά λογαριασμό μας.

http://www.impantokratoros.gr/6F770654.el.aspx

Περι Προσευχής Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού


                  Gerontas Iosif Vatopaidinos 1921 2009            

Τί είναι η προσευχή, ποιά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά της και ποιοί οι καρποί της;

Προσευχή είναι το κύριο μέσο που ενώνει όλα τα λογικά όντα με το δημιουργό τους Θεό. Αυτή θα είναι και μετά την παλιγγενεσία το μόνιμότους έργο και καθήκον. Προσευχή είναι η άμεση επαφή και η διαρκής επικοινωνία αγγέλωνκαι ανθρώπων με το Θεό. Προσευχή είναι η έξοδός μας από τον πήλινο κλοιό μας προς το χώρο της απεραντοσύνης. Προσευχή είναι το μέσο, που μας μεταφέρει έξω από τουςευτελείςμας περιορισμούς στην αίσθηση του απέραντου και του υπερφυσικού.

Καταργείται ο χώρος, ο τόπος και ο τρόπος και γίνονται αισθητές οι ενέργειες των θείων ιδιοτήτων. Αν και θέλουμε να περιγράψουμε τη φύση και την ουσία αυτής της υπερφυσικής αξίας, καταλαβαίνουμε ότιείναι κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις μας. Θα αρκεστούμε μόνο στις ενέργειες τών αποτελεσμάτων της.

Τόσο είναι το μεγαλείο αυτής της «θείας προμηθείας» προς τα κτιστά όντα, ώστε και ο ίδιος ο δωρητής της να την εφαρμόσει, όταν κοινώνησε με τον υλικό μας κόσμο. Ο Λουκάς αναφέρει για τον Κύριό μας ότι «ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή του Θεού» (Λουκ. 6,12). Χρησιμοποιούσε την προσευχή άλλοτε ως εξομολόγηση, άλλοτε σαν δέηση ήευχαριστία ήικεσία προς τον αρχίφωτό Του Πατέρα και απέδειξε το απαραίτητο και ουσιώδες αυτής της υπεραξίας. «Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσάς μου. (Ίω. 11,41). «Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου… ους δέδωκάς μοι εφύλαξα και ουδείς εξ αυτών απώλετο ειμη ο υιός της απωλεί-ας…ου περί τούτων ερωτώ μόνον, αλλά και περί των πιστευσόντων διά του λόγου αυτών ειςεμέ» (Ίω. 17, 11,12,20). Το μεγαλύτερο όμως και συγκλονιστικότερο παράδειγμα είναι η προσευχή τής Γεθσημανή, όπου τρεις φορές παρακάλεσε τον Πατέρα, όταν έμπρακτα ανέλαβε την παγκόσμια αποθεραπεία.

Όπου και αν στρέφουμε την προσοχή μας από τη θεμελίωση ολόκληρης της κτίσεως και μετά, βρίσκουμε τα πάντα συνυφασμένα με την προσευχή. Είναι, λοιπόν, η προσευχή, ο σύνδεσμος και ηενότητα όλων των κτισμάτων με το δημιουργό Θεό και ηδύναμη της προεκτάσεώς τους στο διηνεκές. Τόσο είναι ενωμένη με τα λογικά όντα αυτή ηυπεραξία, που μόνη της αυτόματα ενεργεί όσες φορές το επιβάλλει η ανάγκη και ασυναίσθητα κινούνται τα μέλη χωρίς σκέψη, ιδιαίτερα σε ώρα κινδύνου.

Είναι το τελειότερο όργανο και πράγμα, που παρέχει τη δυνατότητα στα κτίσματα -και ειδικά στον άνθρωπο-, να επικοινωνεί πρακτικά με τον πλάστη του. Ο άνθρωπος μέσω αυτής μπορεί να ζητά και να παίρνει ό,τι χρειάζεται, να μεταβάλλει την ποινή, που επιβάλλεται από τη θεία δικαιοσύνη, να αυξάνει την προσθήκη της θείας ευλογίας, να πληροφορείται όσα αγνοεί, να μεταδίδει τη συμπαράστασή του στους συνανθρώπους του, εκλιπαρώντας το Θεό γι’ αυτό, και γενικά να μετέχει σε πάρα πολλές ιδιότητες του Θεού Πατέρα μας.

Πάντως είναι αδύνατο να περιγράφουν τα κατορθώματα και προτερήματα αυτής της παναρετής, που λέγεται προσευχή. Ελάτε λοιπόν οι «κοπιώντες και πεφορτισμένοι», που κατοικείτε στην εξορία αυτή, στους κόλπους της μητέρας των αρετών προσευχής και αυτή θα σας αναπαύσει περισσότερο απ’ ό,τι θα περιμένατε ή θα ζητούσατε.

Τί είναι η νοερά προσευχή και γιατί λέγεται έτσι; Πώς επιτυγχάνεται;

Η προσευχή, αν και στη φύση της είναι μία, εκδηλώνεται με διάφορες μορφές και σχήματα, όπως φαίνεται μέσα στην Ιστορία. Αυτή η παναρετή περιγράφεται με διάφορες ονομασίες, που πάντοτε έχουν την ίδια σημασία. Προσευχή είναι η γενική ονομασία. Ανάλογα με το σκοπό και τον τρόπο που εκδηλώνεται λέγεται ευχή, δέηση, ικεσία, παράκληση, έντευξη, ακόμα και κραυγή, αν η ανάγκη που την επιβάλλει είναι επείγουσα.

Στην παρούσα μας όμως εξορία η προσευχή είναι όχι μόνο απαραίτητη, αλλά και επιβεβλημένη, γιατί ο Κύριος μάς διαβεβαιώνει ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ίω. 15,5). Τη συνεργασία μαζί του μόνο η προσευχή μπορεί να πετύχει με το «αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. 7,7).

Τους τρόπους της προσευχής μάς τους διδάσκουν οι Πατέρες μας, επειδή ήταν πραγματικοί εργάτες και κατακτητές των δωρεών και χαρισμάτων της. Κάθε στροφή και ύψωση του νου προς το Θεό είναι προσευχή. Όσο πιο ήσυχα και προσεκτικότερα γίνεται, τόσο περισσότερο καρποφορεί.

Ο πρακτικότερος τρόπος, που επικρατεί στο χριστεπώνυμο πλήρωμα, είναι η ψαλμωδία στους ιερούς ναούς με τη βοήθεια των ειδικών λειτουργικών βιβλίων. Άλλος τρόπος είναι ο «κατά μόνας» ή μεταξύ δύο ή τριών, με ευχές διάφορων Πατέρων ή ψαλμών του Δαβίδ. Άλλος πρακτικότερος τρόπος είναι η «κατά μόνας» προσευχή, με συγκέντρωση και προσοχή, στην οποία ο ευχόμενος εξομολογείται με συντριβή και εκβιάζει, με την επίμονή του ικεσία, τη φιλάνθρωπη συμπάθεια του Κυρίου μας. Άλλος τρόπος προσευχής είναι η μέθοδος της εσωστρέφειας, που εφάρμοσαν και δίδαξαν οιμοναχοί Πατέρες μας. Να κρατείται δηλαδή, ο νους αμετεώριστος στην καρδιά με τη λεγόμενη μονολόγιστη προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Πρώτος ο Παύλος μάς πληροφορεί ότι δεν είναι δυνατή η σωτηρία χωρίς την πίστη και την επίκληση του σωτήριου ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού. Με τη μονολόγιστη ευχή επιζητούμε τη θεία βοήθεια και παραδίδουμε τον εαυτό μας στο Χριστό. Ομολογούμε, όπως ο Πέτρος, ότι ο Κύριος είναι Υιόςτου Θεού. Η ευχήείναι περιεκτική Αγίου Πνεύματος, διότι «ουδείςδύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Ά Κορ. 12,3).

Τοθέμα της ευχής είναι κοπιαστικό λόγω της αιχμαλωσίας του νου στις πολλές και κακές συνήθειες, που δεν υποχωρεί εύκολα, και χρειάζεται επιμονή και βία. Γι’ αυτό ο Παύλος παρακινεί: «τη προσευχή προσκαρτερείτε». Καρτερία σημαίνει επιμονή και παράταση. Στην επιμονή αυτή συμβαίνουν πολλές φορές διάφορα μικροεμπόδια είτε από φυσική κόπωση, είτε λόγω της ελλείψεως συνήθειας, είτε από το διάβολο. Δεν πρέπει να τα λαμβάνουμε υπόψη εφόσον ο σκοπός και το ζητούμενο είναι κατευθείαν ο Χριστός, η ζωή μας.

Στην επιμονή της επικλήσεως του πανάγιου ονόματος «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέτου Θεού, ελέ-ησόν με», αισθάνεται κανείς ότι πονούν οιώμοι ή το κεφάλι. Αυτά οφείλονται σε φθόνο του σατανά, που έχει σκοπό να διακόψει την προσπάθειαμας, και δεν τα προσέχουμε. Το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. 5,17) είναι θέμα εντολής και γνωρίζουμε ότι «αι εντολαί του Κυρίου βαρείαι ουκ εισί» (Α’ Ίω. 5,3). Πώς αλλιώς θα μάθουμε έμπρακτα το λόγο του Κυρίου μας «Ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»(Ίω. 15,5) και το «επικάλεσαί με εν καιρώ θλίψεως και εξελούμαι σε» (Ψαλμ. 49, 15).

Οι έμπειροι πατέρες μάς διδάσκουν ότι άλλοτε πρέπει να λέμε όλες τις λέξεις της ευχής και άλλοτε, ιδιαίτερα στην αρχή, λόγω της αδυναμίας του νου να κρατά περισσότερες λέξεις, να λέμε «Ιησού, Υιέτου Θεού, ελέησόν με». Δεν πρέπει όμως να αλλάζουμε συχνά τα λόγια της ευχή ςκαι να λέμε πότε το ένα και πότε το άλλο, διότι δεν προκαλείται η καλή συνήθεια. Την ευχή την λέμε πότε με το στόμα, «εκφώνως», με σιγανή φωνή, ψιθυριστά, για να συγκρατείται ευκολότερα ο νους από το μετεωρισμό και τη σύγχυση του περιβάλλοντος και άλλοτε νοερά, με το νου μας. Και οι δύο τρόποι είναι απαραίτητοι και επωφελείς.

Η βία όμως της προθέσεως προκαλεί την ενέργεια της Χάριτος και ο νους διευκολύνεται. Με τη συνήθεια ευκολότερα επιμένει, παρηγορείται από τη Χάρη, αποκτά αίσθηση της θείας βοήθειας και με θάρρος συνεχίζει. Γευόμενος τη θεία παρηγοριά, λόγω της επιμονής του, κρατά μόνος του την ευχή,χωρίς τον ψιθυρισμό της φωνής -«ενδιάθετα»-, και προσεύχεται με λιγότερο κόπο, γιατί η Χάρη τον ελευθέρωσε από τη βία του μετεωρισμού. Εάν παραμείνει προσευχόμενος δέχεται το θείο φωτισμό, ελέγχει τα νοήματα και αποτρέπει τις προσβολές του παράλογου, που είναι όλο το σύστημα του παλαιού ανθρώπου. Τότε η Χάρη αποκαλύπτει τη βασιλεία του Θεού, που βρίσκεται μέσα μας, όπως ακριβώς δίδαξε και ο Κύριος: «η βασιλεία του Θεού εντός υμών έστι» (Λουκ. 17,21). Αυτόςο τρόπος της μονολόγιστης ευχής, αν εφαρμοστεί, είναι και λέγεται νοερά προσευχή.

Όταν η επίμονη αυτή εργασίασυνεχιστεί χωρίς διακοπή ή μεταμέλεια, η θεία Χάρη παραμένει πλέον μόνιμα στο νου και την καρδιά του αγωνιστή. Τότε όχι μόνο δε χρειάζεται προσπάθεια, αλλά μόνη της πλέον η ευχή λειτουργεί αδιάλειπτα, ακόμη και στον ύπνο. Ουδέποτεο αγωνιστής παύει ευχόμενος να παρακαλεί το Θεό με «στεναγμούς αλάλητους», όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά για κάθε θλιμμένο και καταπονεμένο και γενικά για όλη την κοινωνία των ανθρώπων.Χωρίς ιδιαίτερηπροσπάθεια κοινωνεί με τον πανανθρώπινο πόνο και «κλαίει μετά κλαιόντων και χαίρει μετά χαιρόντων» (Ρωμ. 12,15).

Η μονολόγιστη ευχή λέγεται σε κάθε τόπο, χρόνο ή περίσταση και σε όλες τις μορφές της κοινωνικής ή μεμονωμένης μας ζωής.

Δεν είναι αυτόαπαγορευμένο για τους κοσμικούς ανθρώπους, όπως μερικοί ισχυρίζονται, αν και χρησιμοποιείται περισσότερο από τους μοναχούς. Μπορεί ο καθένας, όπου και όπως βρίσκεται, να επικαλείται και να περιστρέφει μέσα του το όνομα του Χριστού. Προκαλώ την αγάπησας. Δοκιμάστε και πολύ σύντομα θα γευθείτε τους καρπούς αυτής της εργασίας. Το όνομα του Κυρίου μας δεν είναι μια απλή λέξη. Είναι δύναμη, είναι ενέργεια, είναι ανάσταση και ζωή!

Όποιος αποφασίσει με τη βοήθεια της Χάριτος να ασχοληθεί με αυτήντην εργασία,ας μη μικροψυχήσει, ας μη βαρεθεί, ας μην αμφιβάλλεικαι ο μισθός του θα είναι πολύς· όχι μόνο στον ουρανό, αλλά και εδώ θα ωφεληθεί. Είναι αδύνατοο Κύριοςμας, που «έτι αμαρτωλών όντων ημών υπέρ ημών απέθανε» (Ρωμ. 5,8), να μας παραβλέψει όταν τον επικαλούμαστε τόσο επίμονα, για να μας χαρίσει όσα μας υποσχέθηκε. Εάν ο Κύριος άκουσε τους δαίμονες, που τον παρακάλεσαν να μην τους αποστείλει στην άβυσσο, και το θεόργιστο Φαραώ, που καταδυνάστευε το λαό του, απάλλαξε από τις πληγές,δε θα ακούσει εμάςπου αδιάλειπτα, κατά το δυνατό, τον επικαλούμαστε; Ας γίνει και ας μείνει και σε μάςτους ασθενείς και αδύνατους, ως απαραίτητο καθήκον, η προσευχή και θα λάβουμε κατά τη Γραφή, «υπερεκπερισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν» (Έφ. 3,20).

πηγή: Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Συζητήσεις στον Άθωνα», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 13, σ. 89-140